Η ώρα περνούσε.
Στα γύρω μπαλκόνια σκορπιζόταν ένας χείμαρρος από ψιθυρίσματα, που σιγά σιγά γινόταν ποτάμι, κι έπειτα ρυάκι που κυλούσε ανέμελα και γλυκά.
Η ώρα περνούσε.
Κοίταξα ένα απομεινάρι ήλιου πέρα στη δύση που το ρουφούσε η κορυφογραμμή αργά και ηδονικά.
Η ώρα περνούσε.
Ήρθες και στάθηκες διακριτικά ανάμεσα στα νυχτολούλουδα.
Η ώρα περνούσε.
Εσύ ήσουν μια μοναδική κι απρόσμενη νυχτερινή ύπαρξη σε ένα περιβάλλον σιωπής.
Τότε ήρθε το άρωμα της νύχτας.
Οι φωνές πια δεν ακούγονταν, μάλλον είχαν πετάξει σβήνοντας πάνω απ’ τις ταράτσες και πετούσαν προς τ’ αστέρια. Έσβησες κι εσύ μαζί τους και δεν σε πρόλαβα.
Ο αέρας μύρισε φθινόπωρο.
Έπλυνα τα πιάτα, μάζεψα το πλυντήριο, άπλωσα τα ρούχα κι ένοιωσα πάλι πως ούτε η μητέρα μου ήταν πια εδώ.
(Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου