Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2024

«Τ' αγνάντεμα» - διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιμάντη

       Επάνω στον βράχο της ερήμου ακτής, από παλαιούς λησμονημένους χρόνους ευρίσκετο κτισμένον το εξωκκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας. Όλον τον χειμώνα παππάς δεν ήρχετο να λειτουργήση. Ο βορρηάς μαίνεται και βρυχάται ανά το πέλαγος το απλωμένον μαυρογάλανον και βαθύ, το κύμα λυσσά και αφρίζει εναντίον του βράχου. Κι’ ο βράχος υψώνει την πλάτην του γίγας ακλόνητος, στοιχειό ριζωμένον βαθειά στην γην, και το ερημοκκλήσι λευκόν και γλαρόν, ως φωλιά θαλασσαετού, στεφανώνει την κορυφήν του. Όλον τον χρόνον παππάς δεν εφαίνετο και καλόγηρος δεν ήρχετο να δοξολογήση. Μόνον την ημέραν των Φώτων κατέβαινεν από το ύψος του βραχώδους βουνού, από το λευκόν μοναστηράκι του Αγίου Χαραλάμπους, σεβάσμιος, με φτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιά και κυματίζοντα βαθειά γένεια, ένας γέρων ιερεύς, «ως νεοττός της άνω καλιάς των Αγγέλων», διά να λειτουργήση το παλαιόν λησμονημένον ερημοκκλήσι. Εκεί ήρχοντο τρεις-τέσσαρες βοσκοί, βουνίσιοι, αλειτούργητοι, ήρχοντο με της φαμίλιες των της ανέβγαλτες και άπραχτες, με τα βοσκόπουλά των τ’ αχτένιστα και άνιφτα, που δεν είξευραν να κάνουν το σταυρό τους, διά ν’ αγιασθούν και να λειτουργηθούν εκεί· και εις την απόλυσιν της λειτουργίας ο γηραιός παππάς με τους πτερυγίζοντας βοστρύχους εις το φύσημα του βορρά, και την βαθείαν κυμαινομένην γενειάδα, κατέβαινε κάτω εις τον μέγαν απλωτόν αιγιαλόν ανάμεσα εις αγρίους θαλασσοπλήκτονς βράχους, διά να φωτίση κι’ αγιάση τ’ αφώτιστα κύματα. Τον άλλον καιρόν ήρχοντο, συνήθως την άνοιξιν, γυναίκες ναυτικών και θυγατέρες, κάτω από την χώραν, με σκοπόν ν’ ανάψουν τα κανδήλια, και παρακαλέσουν την Παναγίαν την Κατευοδώτραν να οδηγήση και κατευοδώση τους θαλασσοδαρμένους συζύγους και τους πατέρας των. Ωραίες κοπέλλες με υποκάμισα κόκκινα μεταξωτά, με τραχηλιαίς ψηλοκεντημέναις, με τους χυτούς βραχίονας και τα στήθη τα γλαφυρά, ήρχοντο να ικετεύσουν διά τα αδελφάκια των που εθαλασσοπνίγοντο δι’ αυτάς, διά να της φέρουν προικιά από την Πόλιν, στολίδια από την Βενετιάν, κειμήλια από την Αλεξάνδρειαν. «Πάντα νάρχωνται, πάντα να φέρνουν». Βοϊδάκια λογικά που ώργωναν αντί της ξηράς την θάλασσαν, φρόνιμα όπως τα δύο εκείνα τέκνα της ιερείας της Δήμητρος, τα μακαρισθέντα. Νεαραί γυναίκες ρεμβάζουσαι και μητέρες συλλογισμέναι ήρχοντο διά να καθήσουν και αγναντέψουν.
        Άμα είχαν φωτισθή τα νερά, η οψιμώτερα, αφού είχαν περάσει κ’ αι Απόκρεω, συνήθως περί την δευτέραν εβδομάδα των Νηστειών, αφού είχαν γευθή πλέον αχινούς και στρείδια αρκετά, οι ναυτικοί μας επέβαιναν εις τα βρίκια, εις της σκούναις των, και εμίσευαν· επήγαιναν να ταξειδέψουν. Τον καιρόν εκείνον καράβια και γολέτταις «έδεναν» μεσούντος του φθινοπώρου. Οι θαλασσινοί μας αγαπούσαν πολύ της εστίας την θαλπωρήν, τον καπνόν του μελάθρου και το θάλπος της αγκάλης. Και όταν επανήρχετο η άνοιξις εις την γην, τότε αυτοί επέστρεφαν εις την θάλασσαν. Εσηκώνοντο στα πανιά τα αιμωδιασμένα και ναρκωμένα από την μακράν ραστώνην σκάφη ανά δύο ή τρία την αυτήν ημέραν, και η σκούνα έφερνε βόλταις εις τον λιμένα εάν ήτο ενάντιος, ή και ούριος, αν ήτο ο άνεμος. Η βάρκα επερίμενε διπλαρωμένη έξω εις την προκυμαίαν. Ο καπετάνιος δεν ετελείωνε τους αποχαιρετισμούς εις την οικίαν και ο λοστρόμος εμάκρυνε της πανετάδες εις τα καπηλειά. Κ’ η βάρκα επερίμενε. Και ο μούτσος έχασκεν επάνω εις το κεφαλόσκαλον. Και ο νεαρός ναύτης, όστις είχεν έλθει με τον μούτσον τώρα από την σκούναν, που ήταν στα πανιά, εγίνετο άφαντος. Δύο άλλοι σύντροφοι, περασμένοι στα χαρτιά, ναυτολογημένοι, έλειπαν. Κανείς δεν είξευρε πού ήσαν. Και μέσα εις το πλοίον όπου έφερνε βόλταις-βόλταις, κ’ εστρέφετο ως δεμένον περί κέντρον αόρατον — το κέντρον ήτο μέσα εις τας καρδίας και εις τας εστίας των ναυτικών — άλλος δεν ήτο ειμή ο πηδαλιούχος, ο μάγειρος, κ’ ένας επιβάτης, ξένος κ’ έρημος, εις τον οποίον είχαν ειπεί «τώρα, στη στιγμή, να, τώρα-τώρα θα φύγωμε» κ’ είχε μπαρκάρει, ο άνθρωπος, από δώδεκα ώρας πριν.
        Ο πλοίαρχος έπρεπε να βάλη εμπρός την καπετάνισσαν· αυτή ώφειλε να προπορευθή, επειδή ήτον τυχερή, βέβαια· κ’ έτσι απεφάσιζε να μπαρκάρη. Τέλος εσυμμαζεύετο ο λοστρόμος, ανεκαλύπτοντο οι δύο απόντες σύντροφοι, εξεκολλούσεν ο πλοίαρχος, έπεφταν τρομπώνια αρκετά, τρομπώνια από το πλοίον, τρομπώνια έξω από την πόλιν έκοφταν, εψαλλίδιζαν της βόλταις ταχύτερα, συντομώτερα ως να εσφίγγοντο διά να κόψουν την αόρατον εκείνην κλωστήν, το λεπτόν ισχυρόν νήμα, ως μίαν τρίχα ξανθήν μακράς κυματιζούσης κόμης, και το σκάφος έβαλλε πλώρην προς βορράν.
        Την ημέραν εκείνην και τας άλλας ημέρας της αρχής του έαρος, καραβάνια γυναικών, ασκέρια, φουσάτα γυναικών, ανείρπον, ανέβαιναν, ανήρχοντο, επάνω στην ρεμματιάν, το ρέμμα-ρέμμα, τον ελικοειδή δρομίσκον, όστις διαχαράσσεται ανά τους λόφους τους τερπνούς με τας χιλιάδας των ελαιοδένδρων, τον αειθαλή πρασινόφαιον στολισμόν της μεγάλης κοιλάδος με τας ράχεις, με τας κορυφάς, με τας εσοχάς και εξοχάς, ανετώτερον από την κυματίζουσαν ποδιάν της βοσκοπούλας του βουνού, πολυπτυχώτερον από την χρυσοκέντητον εσθήτα της νύμφης. Επάνω εις τον βράχον της ερήμου βορεινής ακτής, πλησίον εις το λησμονημένον παρεκκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας, εκεί εγίνετο το μαζεμμα των γυναικών, η σύναξις η μεγάλη.
        Τότε έλαμπον με μεγάλαις φωτιαίς τα κανδήλια της Παναγίας της Κατευοδώτρας. Η γραία Μαλαμίτσα, η κλησάρισσα του αγίου Νικολάου, έβαλλε της φωναίς· έκανε το κακό. . . εμάλλωνε με όλαις της γυναίκες. Αυτή επήρε το καλαθάκι της, την ρόκαν της, τ’ αδράχτι της, και ήλθεν από τον Άγιον Νικόλαον επίτηδες, κατά παραγγελίαν του κυρ-Αγγελή του επιτρόπου. . . διά να μαλλώση της ευλαβητικαίς (αλλοίμονον! η ευλάβειά μας είνε για το συμφέρον, έλεγε σείουσα την κεφαλήν), να μην το παρακάνουν και χύνουν λάδια πολλά και λαδώνουν το έδαφος του ναού, και τα στασίδια και το αναλόγι, και τα δύο-τρία παμπάλαια βιβλία που ήσαν εκεί, και τα μανάλια και τον τοίχον, και τα τέμπλον, και της ποδιαίς και αυτάς τας αγίας εικόνας. Αλλ’ η γυναίκες δεν την άκουαν. Τι χρειάζουνται τόσαις φωτιαίς, σαν πυροφάνια, εφώναζεν η γρηά Μαλαμίτσα. Αυτή είχε μάθει από τον γέροντά της τον παππα-Γεράσιμον, ότι η φωτιαίς των κανδηλιών πρέπει να είνε μικραίς, τόσαις δα, σαν λαμπυρίδες. Του κάκου. Κανείς δεν την ήκουεν.
        Οι ορμαθοί των γυναικών, ομάδες-ομάδες, συγγενολόγι. . . . διεσπείροντο εις μικρούς όχθους, εις πτυχάς του βράχου, ανάμεσα εις θάμνους και χαμόκλαδα, εις μέρη υψηλά και εις μέρη υπήνεμα, ήρχοντο με τα καλαθάκια τους, με τα μαχαιρίδιά τους. . . διότι πολλαί εξ αυτών ησχολούντο να βγάλουν αγριολάχανα. . . με τα προγεύματά τους, τα σαρακοστιανά, και αφού είχαν ανάψει τα κανδήλια της Παναγίας, αφού είχαν κάνει μετάνοιες πολλαίς στρωταίς, κ’ είχαν κολλήσει αφιερώματα εις την εικόνα, κ’ είχαν χορτάσει τ’ αυτιά τους από τας νουθεσίας της γρηά-Μαλαμίτσας, εστρώνοντο εκεί εις την δροσεράν χλόην κι’ αγνάντευαν κατά τα πέλαγος. Τα βοσκόπουλα εκείνα τ’ άγρια κι’ αχτένιστα κι’ απλοϊκά, που της έβλεπαν από μακράν σαν σκιασμένα, απορούσαν κ’ έλεγαν:
        — Κύττα της! στα μάτια έκαμαν.
        Ως τόσον αι γυναίκες των θαλασσινών αγνάντευαν.
        Ιδού το βρίκι του καπετάν-Λιμπέριου του Λιμνηού· είχε σηκωθή στα πανιά αργά την νύκτα· με το απόγειο της νυκτός ηύρε το ρέμμα και απεμακρύνθη κ’ εχώνεψε. Κατευόδιο καλό! Η προσευχή των μικρών παιδίων του ας είνε ως πνοή στα πανιά, στα ξάρτια του καραβιού σας. . . στο καλό, στο καλό!
        Ιδού το καράβι του καπετάν-Σταμάτη του Σύρραχου. Υπερήφανα, καμαρωμένα, αδελφωμένα τα δυο, αυτό κι’ ο πλοίαρχός του, πάνε να μας φέρουν καλά, να μας φέρουν στολίδια. Στο καλό πουλί μου, στο καλό!
        Ιδού και η γολέττα του καπετάν-Μανώλη του Χατζηχάνου. . . Η ψυχή μου, η πνοή μου να είνε πάντα στα πανιά σου, ωσάν λαμπάδα του Επιταφίου, να διώχνη τα μαύρα, τα κατακόκκινα τελώνια, πριν προφτάσουν να κατακαθίσουν στα πανιά σου. Σύρε, πουλί μου, στο καλό και στην καλή την ώρα! Στο καλό!
        Νά κ’ η σκούνα του καπετάν-Αποστόλη του Βιδελνή, καινούργιο σκαρί, η τετάρτη ή πέμπτη, την οποίαν κατορθώνει εντός δεκαετίας να σκαρώση, μ’ όλην της τύχης την καταδρομήν. Έπεσε πολύ γιαλό, δεν την ηύρε καλά το απόγειο, κι’ άργησε. Διακρίνεται το πλήρωμα, οι άνθρωποι σαν ψύλλοι, που πηδούν εμπρός κι’ οπίσω στην κουβέρτα. Δούλευέ τα, καπετάνιο μου! Παναγιά, μπροστά σας! Στο καλό, στο καλό!
        — Παιδιά μου, κορίτσια μου, αρχίζει να ομιλή η γριά-Συρραχίνα, παλαιά καπετάνισσα με το ραβδάκι της και με το καλαθάκι της στο χέρι, με τα ογδόντα χρόνια στην πλάτη της, που μπόρεσε κι’ ανέβη τον ανήφορον διά να καμαρώση, ίσως διά τελευταίαν φοράν, το καράβι του γυιου της που έφευγε. Ξέρετε τι μεγάλη χάρι έχει, και πόσο καλό έκαμε στους θαλασσινούς αυτό το εκκλησιδάκι της Μεγαλόχαρης.
        — Πώς δεν το ξέρουμε, είπαν αι άλλαι· ας έχη δόξα το όνομά της.
        — Το εξωκκλήσι αυτό άγιασε και μέρωσε όλο το άγριο κύμα· πρωτήτερα είχε κατάρα όλος αυτός ο γιαλός.
        — Γιατί;
        — Βλέπετε κείνον τον βράχο, κάτω στο κύμα που ξεχωρίζει απ’ το γιαλό;. . . που φαίνεται σαν άνθρωπος με κεφάλι και με στήθια . . . που μοιάζει σαν γυναίκα; Εκείνη είνε το Φλανδρώ.
        — Ναι, το Φλανδρώ, είπεν η υπερεξηκοντούτις Χατζηχάναινα. Κάτι έχω ακουστά μου. Εσύ θα το ξέρης καλλίτερα, θεια-Φλωρού.
        — Το βλέπετε κ’ είνε ξέρα, είπεν η Φλωρού η Συρραχίνα· μια φορά κ’ έναν καιρό ήτον άνθρωπος.
        — Άνθρωπος;
        — Άνθρωπος καθώς εμείς. Γυναίκα. Αι άλλαι ήκουον με απορίαν. Η γρηά-Συρραχίνα ήρχισε να διηγήται.
        — Στον καιρό των παλαιών Ελλήνων, ήτον μία κόρη αρχοντοπούλα, που την έλεγαν Φλάνδρα ή Φλανδρώ. Η Φλανδρώ είχε νοματιστή έτσι — καθώς μούπε ο πνεμματικός απάνω στον Άι-Χαράλαμπον όσον τον θυμούμαι, μακαρία η ψυχή του. Ήμουν μικρό κορίτσι, δώδεκα χρονών, και μ’ επήγε η μάννα μου να ξαγορευτώ τη Μεγάλη Τετράδη. . . τι να ξαγορευτώ, εγώ τίποτα δεν είξερα, τα ξεράματά μου. . . το τι μώλεε ο πνεμματικός δεν αγροικούσα, φωτιά που μ’ έ!. . . Το νόημά του δεν το καταλάβαινα, τα λόγια τα θυμούμουν, κ’ ύστερ’ από χρόνια. . . το κορίτσι πρέπει νάνε φρόνιμο και ντροπαλό, νάνε υπάκοο, να μην κυττάζη τους νειους, ν’ αγαπά τον κύρη του και την μανούλα του· και σαν μεγαλώση, και δώση ο Θεός και παντρευτή με την ευχή των γονιών της, άλλον να μην αγαπά από τον άνδρα της.
        Μώφερε το παράδειγμα των παλαιών Ελλήνων. . . Οι παληοί Έλληνες, που προσκυνούσαν τα είδωλα. . . Κείνον τον καιρό ήτον μια που την έλεγαν Φλάνδρα, ή Φλανδρώ. Φλανδρώ θα πη Φιλανδρώ. Φιλανδρώ θα πη μια που αγαπά τον άνδρα της. Φλανδρώ την είπαν, Φλανδρώ βγήκε. Αγάπησε ολόψυχα τον άνδρα της, όσο που έχασε τ’ αγαθά του κόσμου, και έγεινε πέτρα γι’ αυτό. Τον καιρόν εκείνον ήτον ένας καραβοκύρης, ώμορφο παλληκάρι, κι’ αγάπησε το Φλανδρώ και την εγύρεψε, και της έδωσε αρραβώνα. Σαν της έδωσε αρραβώνα, εσκάρωσε καινούργιο καράβι, και σαν εσκάρωσε το καράβι, έγεινε κι’ ο γάμος· και σαν έγεινε ο γάμος, έρριξε το καράβι στο γιαλό, κ’ εμπαρκάρησε και πήγε να ταξειδεύη.
        Τότε το Φλανδρώ ήλθε ν’ αγναντέψη, σαν καλή ώρα, ‘ς αυτόν τον έρμο το γιαλό. Ξεκολλούσεν η ψυχή της, που έφευγεν ο άνδρας της· δεν μπορούσε να το βαστάξη, να στηλώση την καρδιά της. Αγνάντεψε το καράβι που έφευγε, κ’ έκλαψε πικρά κ’ εφαρμακώθηκαν, και θύμωσαν, κι’ αγρίεψαν κ’ εθέριεψαν. . . και στο δρόμο τους που ηύραν το καράβι, έπνιξαν τον άνδρα της Φλανδρώς, κ’ έγεινε αγυρισιά του. . . Και το Φλανδρώ ήρθε και ξαναήρθε σ’ αυτόν τον έρμο γιαλό κ’ εκύτταζε κι’ αγνάντευε. . . κ’ επερίμενε, κ’ εκαρτερούσε κι’ απάντεχε. . . Πέρασαν μήνες, πέρασε χρόνος, πέρασαν δύο χρόνια, πέρασαν τρία. . . και το καράβι πουθενά δεν εφάνηκε. . . και το Φλανδρώ έκλαψε, και καταράστηκε την θάλασσα, και τα μάτια της εστέγνωσαν, και δεν είχε πλεια δάκρυ να χύση. . . και παρακάλεσε τους θεούς της που ήταν είδωλα, πέτραις, να της κάμουν τη χάρι να γείνη κι’ αυτή είδωλο, βράχος, πέτρα. . . και το ζήτημά της έγεινε και την έκαμαν βράχο, ξέρα. . . με το σκήμα τ’ ανθρωπινό, που τρίβηκε κ’ εφθάρηκε απ’ τα κύματα ύστερ’ από χιλιάδες χρόνια· και το ανθρωπινό σκήμα φαίνεται ακόμα, και νά ο βράχος εκεί, η πέτρα που θαλασσοδέρνεται και χτυπά και βογγά απάνω της το κύμα. . . κ’ η φωνή της, το βογγητό της, γίνεται ένα με το βογγητό της θάλασσας . . . Νά η ξέρα εκεί. Αυτή ‘νε η Φλανδρώ. Ύστερα με χρόνια πολλά, σαν ήρθε ο Χριστός ν’ αγιάση τα νερά, για να βαπτιστή η πλάσι, μια χριστιανή αρχόντισσα, η Χατζηγιάνναινα, που είχαν σκαρώσει τα παιδιά της δύο καράβια, έταξε στην Παναγία, κ’ έχτισε αυτό το παρακκλήσι, για το καλό κατευόδιο των παιδίων της. . . Ας δώσ’ η Παναγία και σήμερα νάνε καλό κατευόδιο στους άνδρες σας, στ’ αδέρφια σας, και στους γονιούς σας.

       — Φχαριστούμε· ομοίως και στα παιδάκια σου, θεια-Φλωρού!
       
       Ο ήλιος εχαμήλωσε κατά το βουνόν, τα πρώτα πλοία είχαν γείνει άφαντα προ ώρας· και η τελευταία γολέττα μικρόν κατά μικρόν εχώνευεν εις το μέγα πέλαγος. Τα συγγενολόγια και τα φουσάτα των γυναικών, με τα καλαθάκια και τα μαχαιράκια τους, διεσπάρησαν ανά τους λόφους, κ’ έβγαζαν καυκαλήθραις και μυρόνια, κ’ έκοφταν φτέραις κ’ αγριομάραθα. Σιγά-σιγά κατέβη ο ήλιος εις το βουνόν και αυταί κατήλθον εις την πολίχνην. Η νυκτερινή αύρα εσύριζεν εις τα δένδρα, και οι λογισμοί των γυναικών επετούσαν μαζί της, κ’ έστελλαν πολλάς ευχάς εις τα κατάρτια, εις τα πανιά και εις τα εξάρτια των καραβιών. Και βαθειά, εις την σιωπήν της νυκτός, τίποτε άλλο δεν ηκούσθη ειμή το λάλημα του νυκτερινού πουλιού, και το άσμα μιας τελευταίας συντροφιάς ναυτικών, μελλόντων ν’ αναχωρήσωσιν αύριον : «Σύρε, πουλί μου στο καλό και στην καλή την ώραν!»

(Από τη σελίδα http://dromospoihshs.gr/)

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2024

Μικρά ημερολόγια Δεκεμβρίου

Μαρκ Σαγκάλ, Ένα χωριό τον χειμώνα (1930)

Πάντα λάτρευα τον Δεκέμβριο. Είναι μήνας ήσυχος, γιορτινός, κατά κανόνα κάνει κρύο, έχει κανείς περισσότερο χρόνο να ασχοληθεί με διαφορετικά πράγματα που του αρέσουν.

Η ζωγραφική, ειδικά αυτή του τελευταίου ενάμιση αιώνα, είναι από τις αγαπημένες μου ενασχολήσεις. Όχι ως ζωγράφος, αφού το χέρι μου δεν πιάνει, αλλά ως αναγνώστης της ιστορίας της τέχνης. Τον Δεκέμβριο λοιπόν του 1985 δημιούργησα ένα μικρό ημερολόγιο με τις σκέψεις διαφόρων ζωγράφων για την τέχνη τους, που συνέλεξα από διάφορες πηγές -ιστορίες ζωγραφικής, μονογραφίες, βιβλία εκθέσεων κτλ. Το ονόμασα "Σκέψεις για τη ζωγραφική" κι ένα πολύ μικρό δείγμα μοιράζομαι εδώ.

Καλά Χριστούγεννα λοιπόν σε όλους!

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2024

Ο Γκυστάβ Κουρμπέ και το μανιφέστο του Ρεαλισμού

Τζο, η όμορφη Ιρλανδέζα (1855/1866)

Γκυστάβ Κουρμπέ (1819-1877)

«Έχω μελετήσει την τέχνη των παλαιών και την τέχνη των νεωτέρων, αποφεύγοντας κάθε προκαθορισμένο σύστημα και χωρίς προκαταλήψεις. Πλέον δεν ήθελα ούτε να μιμηθώ τους πρώτους ούτε να αντιγράψω τους άλλους· ούτε, ακόμη, ήταν πρόθεσή μου να επιτύχω τον τετριμμένο στόχο του "η τέχνη για την τέχνη". Όχι! Ήθελα απλώς να αντλήσω -έχοντας την πλήρη γνώση της παράδοσης- τη λογική και ανεξάρτητη συνείδηση της δικής μου προσωπικότητας.

Να γνωρίζω προκειμένου να πράξω, αυτή ήταν η ιδέα μου. Να βρίσκομαι σε θέση να μεταφράζω τις συνήθειες, τις ιδέες, την όψη της εποχής μου, σύμφωνα με τη δική μου εκτίμηση· να είμαι όχι μόνο ζωγράφος αλλά επίσης και άνθρωπος· εν συντομία, να δημιουργήσω ζωντανή τέχνη – αυτός είναι ο στόχος μου»
.

Πορτραίτο του Μπωντλαίρ (1848)

Από το Μανιφέστο του Ρεαλισμού, που έγραψε ο Γκυστάβ Κουρμπέ, ο πρώτος και σπουδαιότερος εκπρόσωπος του γαλλικού Ρεαλισμού στην τέχνη, δάσκαλος του Πισαρό και άλλων σπουδαίων ζωγράφων, άνθρωπος με μυθιστορηματική και αμφιλεγόμενη ζωή, για την οποία επιφυλάσσομαι να γράψω στο μέλλον.

Αγρότες που γυρίζουν από την αγορά (1850)

Μια ταφή στο Ορνάν (1849/1850)

Η πηγή (1852)

Το κύμα (1870)

Χείμαρρος στα βουνά της Γιούρα (1872/1873)

«Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης» - συλλογικό έργο

Ένα εμβληματικό έργο, που δεν θα έπρεπε να λείπει από καμία σοβαρή βιβλιοθήκη.

Συγγραφέας: συλλογικό έργο
Τίτλος ελληνικής έκδοσης: Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης. Από τον Μπωντλαίρ ως τις μέρες μας
Είδος έργου: Ποιητική ανθολογία
Αριθμός σελίδων: 400
ISBN: 978-960-03-4929-0
Μετάφραση: Διάφοροι μεταφραστές
Επιμέλεια: Χριστόφορος Λιοντάκης
Εκδόσεις: Καστανιώτης
Έτος έκδοσης: 2009 (1η έκδοση 1988)

ANΘOΛOΓOYNTAI

Γκυγιώμ Απολλιναίρ, Λουί Αραγκόν, Αντονέν Αρτώ, Πωλ Βαλερύ, Πωλ Βερλαίν, Μπορίς Βιάν, Ντομινίκ Γκραμόν, Ευγένιος Γκυγεβίκ, Πωλ Ελυάρ, Πιερ Εμμανυέλ, Μαξ Ζακόμπ, Φρανσίς Ζαμ, Πιερ Ζαν Ζουβ, Ζαν Καιρόλ, Ραϋμόν Κενώ, Πωλ Κλωντέλ, Ροζέ Κοβαλσκί, Τριστάν Κορμπιέρ, Βαλερύ Λαρμπώ, Ζυλ Λαφόργκ, Μισέλ Λεϊρίς, Ζαν-Πιερ Λεμαίρ, κόμης ντε Λωτρεαμόν, Στεφάν Μαλλαρμέ, Λοΰς Μασσόν, Ανρί Μισώ, Ζαν Μορεάς, Μαρί-Κλαιρ Μπανκάρ, Ζωρζ Μπατάιγ, Υβ Μπερζερέ, Υβ Μπονφουά, Αντρέ ντυ Μπουσέ, Αντρέ Μπρετόν, Σαρλ Μπωντλαίρ, Άννα ντε Νοάιγ, Μπερνάρ Νοέλ, Πιερ Νταινώ, Μισέλ Ντεγκύ, Ρομπέρ Ντεσνός, Ζακ Ντυπέν, Σαρλ Πεγκύ, Ζαν-Κλωντ Πενσόν, Μπενζαμέν Περέ, Φρανσίς Πονζ, Ζακ Πρεβέρ, Λιονέλ Ραι, Πιερ Ρεβερντύ, Αρθούρος Ρεμπώ, Ζακ Ρεντά, Ζακ Ρουμπώ, Σαιν-Τζων Περς, Ζαμ Σακρέ, Ρενέ Σαρ, Φιλίπ Σουπώ, Ζυλ Συπερβιέλ, Ζαν Ταρντιέ, Ζαν-Πιερ Φάιγ, Λεόν-Πωλ Φαργκ, Ζαν Φολλαίν, Αντρέ Φρενώ.

ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΥΝ

Τέλλος Άγρας, Άρης Αλεξάνδρου, Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Μανόλης Αναγνωστάκης, Δημήτρης Άναλις, Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Ελένη Βακαλό, Νάνος Βαλαωρίτης, Γιάννης Βαρβέρης, Τάκης Βαρβιτσιώτης, Όλγα Βότση, Γιώργος Γεραλής, Αναστάσιος Γιανναράς, Βερονίκη Δαλακούρα, Αιμιλία Δάφνη, Βάσω Δερμάνη, Νάσος Δετζώρτζης, Μηνάς Δημάκης, Τιτίκα Δημητρούλια, Άρης Δικταίος, Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου, Νίκος Εγγονόπουλος, Οδυσσέας Ελύτης, Καίσαρ Εμμανουήλ, Ανδρέας Εμπειρίκος, Μαρία Ευσταθιάδη, Αλέξης Ζήρας, Γιώργος Θέμελης, Λητώ Ιωακειμίδου, Κ. Π. Καβάφης, Νίκος Καλαμάρης, Δημήτρης Καλοκύρης, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Γιώργος Κ. Καραβασίλης, Βασίλης Καραβίτης, Αντρέας Καραντώνης, Ζωή Καρέλλη, Κ. Γ. Καρυωτάκης, Βαγγέλης Κάσος, Τάσος Κόρφης, Γιώργος Κοτζιούλας, Αχιλλέας Κυριακίδης, Κλείτος Κύρου, Νίκος Λεβέντης, Τάσος Λειβαδίτης, Χριστόφορος Λιοντάκης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Μελισσάνθη, Αλέξανδρος Μπάρας, Ρίτα Μπούμη-Παππά, Μυρτιώτισσα, Θανάσης Νιάρχος, Γιώργος Ξενάριος, Ανδρέας Παγουλάτος, Κωστής Παλαμάς, Μήτσος Παπανικολάου, Τ. Κ. Παπατσώνης, Νίκος Παππάς, Κλέων Παράσχος, Στρατής Πασχάλης, Τίτος Πατρίκιος, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Μαρία Πολυδούρη, Λάμπρος Πορφύρας, Γ. Π. Σαββίδης, Γιώργος Σεφέρης, Γεώργιος Θ. Σημηριώτης, Τάκης Σινόπουλος, Νίκος Σπάνιας, Κώστας Στεργιόπουλος, Γιάννης Σφακιανάκης, Κώστας Τσιρόπουλος, Γιάννης Υφαντής, Αντώνης Φωστιέρης, Θανάσης Χατζόπουλος, Αργύρης Χιόνης.

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2024

Κατάλογος Δεκεμβρίου 2024 των εκδόσεων Πατάκη

Στον παρακάτω σύνδεσμο μπορείτε να βρείτε τον πλήρη κατάλογο με τα βιβλία λογοτεχνίας, δοκιμίου και βιογραφίας των εκδόσεων Πατάκη για τον Δεκέμβριο 2024: https://www.patakis.gr/

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2024

Ένα κλασικό βιβλίο - «Το μοναστήρι της Πάρμας» του Σταντάλ

Ας χαρίσουμε ένα βιβλίο κλασικής λογοτεχνίας μέσα στις γιορτές. Να μια πρόταση: Το μοναστήρι της Πάρμας, του Σταντάλ.

Γραμμένο μέσα σε δύο μήνες –ένας άθλος για έργο τέτοιου μεγέθους και ποιότητας–, εκδόθηκε το 1839 το μυθιστόρημα Το μοναστήρι της Πάρμας του Σταντάλ. Η πλοκή του παρακολουθεί τη ζωή και τις περιπέτειες του νεαρού Ιταλού ευγενή Fabrice del Dongo, μια χαρισματική από κάθε άποψη προσωπικότητα, μπροστά στη νεανική ορμή του οποίου κανείς και τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί. Πρόκειται για ένα έργο ζωντανό, αναζωογονητικό και γραμμένο με οξύνοια, στο οποίο κυριαρχεί ο έρωτας, η πολιτική, η ισχύς, οι κάθε είδους ίντριγκες, η φυλακή, η νεανική αφέλεια, η ευτυχία και η ματαίωση.

Το κορυφαίο αυτό έργο βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα σε δύο μεγάλα λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής: τον Ρομαντισμό, που είχε ήδη δώσει μεγάλα έργα, και τον Ρεαλισμό που γεννιόταν με πιονιέρους τον Μπαλζάκ και τον ίδιο τον Σταντάλ, και θα έφτανε στο αποκορύφωμά του με τον Φλωμπέρ και τον Ντίκενς.

Περισσότερες πληροφορίες σε παλαιότερη δημοσίευσή μας για το έργο: https://olaeinailexeis.blogspot.com/2020/12/blog-post_72.html

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2024

Νέα κυκλοφορία - «Τέσσερα ερωτικά γράμματα» του Νάιαλ Γουίλιαμς

Ο Niall Williams (1958) γεννήθηκε στο Δουβλίνο, όπου και σπούδασε γαλλική, αγγλική και αμερικανική φιλολογία. Το 1980 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, απ’ όπου επέστρεψε το 1985 αποφασίζοντας να ζήσει στην ιρλανδική ύπαιθρο, στο δυτικό Κλερ. Έχει γράψει μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, σενάρια, και αυτοβιογραφικά βιβλία, μαζί με τη σύζυγό του, για τη ζωή στην εξοχή. Το μυθιστόρημά του History of the Rain ήταν υποψήφιο για το βραβείο Μπούκερ 2014. Τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 10 γλώσσες.

Συγγραφέας: Niall Williams
Τίτλος πρωτοτύπου: Four Letters of Love
Είδος έργου: Μυθιστόρημα
1η έκδοση στην αγγλική γλώσσα: 1997
Ελληνικός τίτλος: Τέσσερα ερωτικά γράμματα
Αριθμός σελίδων: 389
ISBN: 978-618-5598-37-2
Μετάφραση: Δέσποινα Κανελλοπούλου
Επιμέλεια: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Θάνος Σαμαρτζής
Διορθώσεις: Μαριλένα Καραμολέγκου
Εκδόσεις: Δώμα
Έτος έκδοσης: 2024

«Ήμουν δώδεκα χρονών όταν πρωτομίλησε στον πατέρα μου ο Θεός. Δεν μίλησε πολύ. Του είπε να γίνει ζωγράφος, μα δεν μπήκε σε περισσότερες λεπτομέρειες».

Στο Δουβλίνο, ο πατέρας του Νίκολας παρατάει τα πάντα προκειμένου ν’ αφοσιωθεί στη ζωγραφική. Σ’ ένα νησί της δυτικής Ιρλαν­δίας, η νεαρή Ίζαμπελ φεύγει για τη μεγάλη πόλη, κουβαλώντας μια βουβή ενοχή. Πατώντας στα χνάρια του μαγικού ρεαλισμού, ο Νάιαλ Ουίλλιαμς γράφει για την αμφιβολία και την πίστη, για το πάθος και την παραίτηση, για τη συντριβή και το απρόσμενο θαύμα, ­καθώς διηγείται την ιστορία δυο ζωών που οδεύουν ανεπίγνωστα μα ακαταμάχητα προς το πεπρωμένο τους.

Διαβάστε περισσότερα: https://www.domabooks.gr/

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2024

«Ένα σκιερό σύννεφο από σιωπή» - ποίημα

Ζυγώνει ένα σκιερό σύννεφο από σιωπή
Και ασφαλή απουσία
Και λουλουδάκια που πάντα θα μαζεύουν τα παιδιά
Όταν θα τρέχουν σε πέλαγα από μέλλον
Και παιδικές χαρές από αυτές που δε ζήσαμε
Με κούνιες από αγνό μετάξι
Και θύελλες από σφιγμένα πρόσωπα
Και ποταμούς χρυσούς γεμάτους από μάτια
Που θα κοιτάζουν στιγμιαία προς τα εδώ
Και θα κυλούν διαβάζοντας καινούριες ψυχές
Καινούριες στιγμές
Και θ’ απαγγέλλουν καινούριες απουσίες.

      **Από τη συλλογή μου Μακρινό τραγούδι (2023)

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2024

Νέα κυκλοφορία - «Ρεμβασμοί του μοναχικού περιπατητή» του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ

Ο Jean-Jacques Rousseau (1712–1778) γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γενεύη. Σε ηλικία περίπου τριάντα ετών μετακόμισε στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε με την πνευματική πρωτοπορία της εποχής. Έγραψε φιλοσοφικές και πολιτικές πραγματείες, μυθιστορήματα, όπερες, και κείμενα αυτοβιογραφικά. Υπέστη αλλεπάλληλες διώξεις για τις ιδέες του, κι έζησε για χρόνια εξόριστος και ανέστιος. Για τον Καντ, ήταν «ο Νεύτωνας του ηθικού κόσμου». Η επιρροή που άσκησε στη φιλοσοφία, την πολιτική σκέψη, τη λογοτεχνία και, γενικότερα, στην ευαισθησία του νεότερου δυτικού πολιτισμού υπήρξε ανυπολόγιστη.

Συγγραφέας: Jean-Jacques Rousseau
Τίτλος πρωτοτύπου: Les Rêveries du promeneur solitaire
Είδος έργου: Αυτοβιογραφικά κείμενα
1η έκδοση στη γαλλική γλώσσα: 1782
Ελληνικός τίτλος: Ρεμβασμοί του μοναχικού περιπατητή
Αριθμός σελίδων: 256
ISBN: 978−618−5598−34−1
Μετάφραση - Εισαγωγή: Θάνος Σαμαρτζής
Διορθωσεις: Νίκος Κουμπιάς, Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Δέσποινα Κανελλοπούλου & Μαριλένα Καραμολέγκου
Εκδόσεις: Δώμα
Έτος έκδοσης: 2024

«Ιδού εγώ λοιπόν, μόνος επάνω στη γη. Δεν έχω πια αδερφό, συνάνθρωπο, φίλο, συντροφιά καμιά πλην του εαυτού μου. Τον άνθρωπο τον πιο κοινωνικό, τον πλέον αγαπητικό, οι άνθρωποι τον εκδίωξαν με καταδίκη ομόφωνη. Αλλά εγώ, αποκομμένος απ' αυτούς κι από τα πάντα, τι είμαι εγώ; Νά τι μου μένει να ερευνήσω».

Μπορώ να είμαι ευτυχισμένος μακριά απ' τους άλλους ανθρώπους; Κι όταν βρίσκομαι ανάμεσά τους, μπορώ να μην είμαι ψεύτικος; Εδώ, στο τελευταίο του βιβλίο, ο Ρουσσώ, μόνος, κυνηγημένος, απόκληρος, αφήνει την ψυχή του να απλωθεί ελεύθερη κι ανεμπόδιστη, καθώς μάχεται να δικαιώσει ενώπιον το     υ εαυτού του ολόκληρη την ύπαρξή του.

      (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Διαβάστε περισσότερα: https://www.domabooks.gr/

Μια παλαιότερη έκδοση του βιβλίου είχαμε παρουσιάσει εδώ.

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2024

Λορέντζος Μαβίλης

Λορέντζος Μαβίλης (1860-1912, σαν σήμερα)

«Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει. Υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι, και υπάρχουσι πολλοί χυδαίοι άνθρωποι ομιλούντες την καθαρεύουσαν».

Αυτό έλεγε στη Βουλή των Ελλήνων (ως βουλευτής Κέρκυρας) τον Φεβρουάριο του 1911 ο μεγάλος ποιητής Λορέντζος Μαβίλης, υπερασπιζόμενος την πολύπαθη δημοτική γλώσσα απέναντι στους καθαρευουσιάνους που θεωρούσαν "κατώτερη" και "χυδαία" τη γλώσσα του λαού. Ο ποιητής που δεν δίστασε να στρατευτεί στα 52 του χρόνια στους Βαλκανικούς πολέμους και να πέσει στη μάχη του Δρίσκου κοντά στα Γιάννενα στις 28 Νοεμβρίου 1912.

Ο Μαβίλης σπούδασε φιλοσοφία στην Αθήνα, στο Μόναχο και στο Φράιμπουργκ, καθώς επίσης φιλολογία και αρχαιολογία, και έγινε διδάκτορας με θέμα της διδακτορικής του διατριβής το «Δύο βιεννέζικα χειρόγραφα του Ιωάννη Σκυλίτζη». Ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία του Νίτσε, του Καντ και του Σοπενάουερ, και μετέφρασε ένα μέρος από το ινδικό έπος Μαχαμπχαράτα.

Πολύπλευρος και πολυτάλαντος, αγάπησε το σκάκι κι έγινε ούτε λίγο ούτε πολύ ο ισχυρότερος Έλληνας σκακιστής του 19ου αιώνα, πρωταθλητής μάλιστα Βαυαρίας το 1890! Μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ήταν η ισοπαλία με τον μεγάλο Εμάνουελ Λάσκερ, πριν ο τελευταίος γίνει ο δεύτερος στη σειρά παγκόσμιος πρωταθλητής! Επίσης ήταν και σημαντικός συνθέτης σκακιστικών προβλημάτων, πολλά από τα οποία είναι δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής.

Το σονέτο του "Λήθη" είναι πασίγνωστο, αλλά η δύναμή του είναι τέτοια που αξίζει τον κόπο να το ξαναδούμε (με την ορθογραφία της εποχής):

      Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
      την πίκρια της ζωής. Όντας βυθήση
      ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,
      μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να 'ναι.

      Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
      στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·
      μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίση,
      α' στάξη γι' αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

      Κι αν πιούν θολό νερό ξαναθυμούνται,
      διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι,
      πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται...

      A' δε μπορής παρά να κλαις το δείλι,
      τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
      θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Κι ένα πολύ γνωστό σκακιστικό πρόβλημα του Μαβίλη, το οποίο δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 1893 στο γερμανικό περιοδικό Akademisches Monatsheft für Schach. Τα Λευκά παίζουν και κάνουν ματ σε 3 κινήσεις.

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2024

Νέα κυκλοφορία - «Η Ξένη» της Κλάουντια Ντουραστάντι

«Η Κλάουντια Ντουραστάντι (γενν. 1984) ρίχνει ένα σωσίβιο στα σκοτεινά νερά της μνήμης. Το αγαπημένο μου είδος λογοτεχνίας, αυτό που όχι μόνο μιλά στον κόσμο, αλλά εισχωρεί μέσα του» (Ocean Vuong).

Συγγραφέας: Claudia Durastanti
Τίτλος πρωτοτύπου: La straniera
Είδος έργου: Μυθιστόρημα
1η έκδοση στην ιταλική γλώσσα: La nave di Teseo, Μιλάνο 2019
Ελληνικός τίτλος: Η Ξένη
Αριθμός σελίδων: 331
ISBN: 978-960-01-2598-6
Μετάφραση: Ζωή Μπέλλα
Επιμέλεια: Θοδωρής Σταμάτης
Εκδόσεις: Gutenberg
Έτος έκδοσης: 2024

Ένα ζευγάρι κωφών με τον μικρό τους γιο μεταναστεύει από ένα χωριό της Ν. Ιταλίας στο Μπρούκλιν, όπου γεννιέται και η κόρη τους. Δεν μαθαίνουν στα παιδιά τη νοηματική, ενώ οι δυσκολίες επικοινωνίας μέσα στην οικογένεια προκαλούν πλήθος παρεξηγήσεων. Το διαζύγιό τους και η επιστροφή στην Ιταλία δυσκολεύει κι άλλο το κορίτσι. Από τη μια χώρα στην άλλη, από τη μεγαλούπολη στην κλειστή κοινωνία του χωριού και αργότερα στο Λονδίνο του Brexit, αισθάνεται ξένη παντού.

      (Από τον εκδότη)

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2024

Νέα κυκλοφορία - «Ιουλία ή Η νέα Ελοΐζα» του Ζαν Ζακ Ρουσσώ

Το δημοφιλέστερο έργο του Ρουσό. Ένα ερωτικό και φιλοσοφικό μυθιστόρημα όπου διατυπώνει νέες για την εποχή του ιδέες σχετικά με την ελευθερία και τις ταξικές διακρίσεις, τις δεισιδαιμονίες και τη μισαλλοδοξία, τον έρωτα και τη φύση.

Συγγραφέας: Jean-Jacques Rousseau
Τίτλος πρωτοτύπου: Julie ou la Nouvelle Héloïse
Είδος έργου: Μυθιστόρημα
1η έκδοση στη γαλλική γλώσσα: 1761
Ελληνικός τίτλος: Ιουλία ή Η νέα Ελοΐζα
Τόμοι: 2
Αριθμός σελίδων: 607 (Α' τόμος) & 594 (Β' τόμος)
ISBN: 978-960-01-2592-4 (Α' τόμος) & 978-960-01-2593-1 (Β' τόμος)
Μετάφραση: Έφη Κορομηλά
Επιμέλεια: Νίκος Αναστασόπουλος
Εκδόσεις: Gutenberg
Έτος έκδοσης: 2024
Η νεαρή Ιουλία, από αριστοκρατική οικογένεια, με βαθιά θρησκευτική πίστη, ερωτεύεται παράφορα τον ταπεινής καταγωγής παιδαγωγό της, τον γοητευτικό Σεν-Πρε. Η μητέρα της, η βαρόνη Ντ’ Ετάνζ, ανακαλύπτει τη σχέση τους και από την ταραχή της πεθαίνει. Ο πατέρας της, οργισμένος, αναγκάζει την Ιουλία να παντρευτεί τον κύριο ντε Βολμάρ, έναν άνθρωπο τίμιο, μεγαλόψυχο, αλλά άθεο.

Η Ιουλία ή Η νέα Ελοΐζα γράφτηκε τη διετία 1756-1758 και όταν εκδόθηκε ο εκδότης δεν προλάβαινε να καλύψει τις πωλήσεις. Έως το τέλος του 18ου αιώνα είχαν γίνει τουλάχιστον εβδομήντα εκδόσεις, περισσότερες από οποιοδήποτε άλλο βιβλίο μέχρι την εποχή εκείνη.

(Από τον εκδότη)

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2024

«Η ώρα περνούσε» - ποίημα

Η ώρα περνούσε.

Στα γύρω μπαλκόνια σκορπιζόταν ένας χείμαρρος από ψιθυρίσματα, που σιγά σιγά γινόταν ποτάμι, κι έπειτα ρυάκι που κυλούσε ανέμελα και γλυκά.

Η ώρα περνούσε.

Κοίταξα ένα απομεινάρι ήλιου πέρα στη δύση που το ρουφούσε η κορυφογραμμή αργά και ηδονικά.

Η ώρα περνούσε.

Ήρθες και στάθηκες διακριτικά ανάμεσα στα νυχτολούλουδα.

Η ώρα περνούσε.

Εσύ ήσουν μια μοναδική κι απρόσμενη νυχτερινή ύπαρξη σε ένα περιβάλλον σιωπής.

Τότε ήρθε το άρωμα της νύχτας.

Οι φωνές πια δεν ακούγονταν, μάλλον είχαν πετάξει σβήνοντας πάνω απ’ τις ταράτσες και πετούσαν προς τ’ αστέρια. Έσβησες κι εσύ μαζί τους και δεν σε πρόλαβα.

Ο αέρας μύρισε φθινόπωρο.

Έπλυνα τα πιάτα, μάζεψα το πλυντήριο, άπλωσα τα ρούχα κι ένοιωσα πάλι πως ούτε η μητέρα μου ήταν πια εδώ.

           (Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal)

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2024

Παροιμίες από το προσωπικό μου αρχείο (Μέρος 2)

41. Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις.
42. Δε χωράνε δυο καρπούζια στην ίδια μασχάλη.
43. Δείξε μου το φίλο σου να σου πω ποιος είσαι.
44. Δεν είναι Γιάννης, είναι Γιαννάκης.
45. Δεν είναι κάθε μέρα τ’ Αη-Γιαννιού.
46. Δεν μιλάνε για σκοινί στο σπίτι του κρεμασμένου.
47. Δεν μπορείς να περάσεις δυο φορές από το ίδιο ποτάμι.
48. Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά.
49. Δούλεψε να φας και κλέψε να ‘χεις.
50. Δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένον αχυρώνα.
51. Δύο καρπούζια στην ίδια μασχάλη δε χωράνε.
52. Δύσκολα νιάτα, καλά γεράματα.
53. Δώσε θάρρος στο χωριάτη, να σ’ανέβει στο κρεββάτι.
54. Έβαλαν το λύκο να φυλάει τα πρόβατα.
55. Έβαλε το λύκο να φυλάει τα πρόβατα.
56. Εγώ τα λέω στο σκύλο μου κι ο σκύλος στην ουρά του.
57. Είπε κι ο Εβραίος να πάει στο παζάρι, κι ήταν ημέρα Σάββατο.
58. Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα.
59. Έκανε κι η μύγα κώλο κι έχεσε τον κόσμο όλο.
60. Εκύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι.
61. Έλα παππούλη μου να σου δείξω τ’ αμπελοχώραφά σου.
62. Ένα μήλο την ημέρα το γιατρό τον κάνει πέρα.
63. Ένας κούκος δεν φέρνει την Άνοιξη.
64. Ενός κακού μύρια έπονται.
65. Έχε τα πόδια σου ζεστά, την κεφαλή σου κρύα, τον στόμαχόν σου ελαφρύ, γιατρού δε θα ‘χεις χρεία.
66. Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι.
67. Η ανάγκη κάνει το παλικάρι.
68. Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός.
69. Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει.
70. Η γριά η κότα έχει το ζουμί.
71. Η γυναίκα του Καίσαρα δεν φτάνει να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται.
72. Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο.
73. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
74. Η καλή μέρα απ’ το πρωί φαίνεται.
75. Η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά.
76. Ή μικρός-μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου.
77. Η ομόνοια χτίζει σπίτι κι η διχόνοια το χαλάει.
78. Ή παπάς-παπάς ή ζευγάς-ζευγάς.
79. Η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη.
80. Η σιωπή είναι χρυσός.

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2024

«Διάχυτο φως» της Ντενίζ Όντε

Συγγραφέας: Deniz Ohde
Τίτλος πρωτοτύπου: Streulicht
Είδος έργου: Μυθιστόρημα
1η έκδοση στη γερμανική γλώσσα: Suhrkamp, Berlin 2020
Ελληνικός τίτλος: Διάχυτο φως
Αριθμός σελίδων: 331
ISBN: 978-960-01-2491-0
Μετάφραση: Άγγελος Αγγελίδης & Μαρία Αγγελίδου
Επιμέλεια: Γιάννης Μαμάης
Εκδόσεις: Gutenberg
Έτος έκδοσης: 2023

Εγώ ήθελα να φύγω. Ανάμεσα σ’ έμενα και την πόλη υψωνόταν ένας τοίχος αόρατος, ένας τοίχος που μ’ εμπόδιζε να ανήκω, όσο κι αν το ήθελα.

Η αφηγήτρια επιστρέφει στην εργατική συνοικία όπου μεγάλωσε για το γάμο δύο παλιών φίλων της. Εκεί την κατακλύζουν οι αναμνήσεις από τη ζωή της με τον αλκοολικό πατέρα της και τον τυφλό παππού της – Γερμανοί εργάτες που απεχθάνονταν κάθε είδους αλλαγή. Θυμάται επίσης τη μητέρα της, μετανάστρια από την Τουρκία που αναζήτησε μια καλύτερη τύχη και εγκλωβίστηκε σε ένα σιωπηλό σπίτι. Τέλος, συλλογίζεται τις δυσκολίες που την ανάγκασαν να αλλάξει σχολείο και βιώνει ξανά νοερά τον φόβο και την ντροπή των παιδικών της χρόνων, που κατάφερε να ξεπεράσει για να ξεκινήσει μια καινούργια ζωή.

      (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2024

«Στο δρόμο» του Τζακ Κέρουακ

«[...] αυτό είναι το νόημα του Στο δρόμο. Τι μας λέει ο αφηγητής του, ο Σαλ Παραντάιζ; "Οι μόνοι που αξίζουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν, να μιλήσουν, να σωθούν, που ποθούν τα πάντα την ίδια στιγμή, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριώνται ή δεν λένε κοινότοπα πράγματα, αλλά που καίγονται, καίγονται, καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά [...]". Αυτή η αναζήτηση φέρνει τον Σαλ στο δρόμο για το Ντένβερ και το Σαν Φρανσίσκο, το Λος Άντζελες, το Τέξας και το Μεξικό, άλλοτε με τον Ντιν, τον ήρωα-άγιο φίλο του, άλλοτε μονάχος του. [...] Υπάρχουν κομμάτια του Στο δρόμο όπου το γράψιμο έχει τόση ομορφιά που σχεδόν σου κόβεται η ανάσα. Υπάρχει η περιγραφή μιας τσάρκας μ' αυτοκίνητο μέσα απ' όλη τη χώρα που μοιάζει πολύ με μια τσάρκα πάνω σε τρένο που αφηγείται ο Τόμας Γουλφ στο Του καιρού και του ποταμού. Υπάρχουν λεπτομέρειες ενός ταξιδιού στο Μεξικό (κι ένα ιντερλούδιο σ' ένα μεξικάνικο μπορντέλο) που είναι μαζί τρομερές, τρυφερές και αστείες. Και, τελικά, υπάρχει μια περιγραφή τζαζ που δεν υπάρχει άλλη τέτοια στο αμερικάνικο μυθιστόρημα, είτε για τη διορατικότητά της είτε για το στυλ είτε για την αριστουργηματική τεχνική της. Το Στο δρόμο είναι ένα μεγάλο μυθιστόρημα!» (εφημ. New York Times για την πρώτη έκδοση)

Συγγραφέας: Jack Kerouac
Τίτλος πρωτοτύπου: On the Road
Είδος έργου: Μυθιστόρημα
1η έκδοση στην αγγλική γλώσσα: Viking Press, Νεα Υόρκη 1957
Ελληνικός τίτλος: Στο δρόμο
Αριθμός σελίδων: 408
ISBN: 9789603482642
Μετάφραση: Μιχάλης Λλιώτης
Εκδόσεις: Πλέθρον
Έτος έκδοσης: 2015

Τον Απρίλιο του 1951, σε τρεις εβδομάδες, ο Τζακ Κέρουακ έγραψε την πρώτη εκδοχή του Στο δρόμο - δακτυλογραφημένη με μονό διάστημα, χωρίς παραγράφους, σε οκτώ φύλλα λεπτού χαρτιού ιχνογραφίας, τα οποία στη συνέχεια κόλλησε μεταξύ τους ώστε να σχηματίσουν ένα ρολό. Το «ρολό» αποτελεί τη «χωρίς περικοπές» εκδοχή του αριστουργήματος του Κέρουακ -ακατέργαστο, άγριο και απροκάλυπτα σεξουαλικό, σε σχέση με την ξαναδουλεμένη εκδοχή που εκδόθηκε το 1957. Το αρχικό χειρόγραφο είναι το πιο χαρακτηριστικό επίτευγμα του Κέρουακ- και ένα από τα σημαντικότερα, γνωστότερα και πιο προκλητικά τεκμήρια στην ιστορία της αμερικανικής λογοτεχνίας.

      (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2024

«Η Κρητική λογοτεχνία και η εποχή της» του Στυλιανού Αλεξίου

Η αποκρυστάλλωση σωστών απόψεων για το χαρακτήρα και τη σημασία της κρητικής λογοτεχνίας είναι ένα από τα αιτήματα όχι μόνο της φιλολογικής επιστήμης, άλλα γενικότερα της πνευματικής ζωής στην Ελλάδα. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η σωστή ιστορική τοποθέτηση του φαινομένου, αυτή όμως, όπως πολλοί παρατήρησαν, δεν κατορθώθηκε ακόμη. Η παρακάτω εργασία μπορεί να θεωρηθεί ως μια συμβολή στην προσπάθεια αυτή. (Από την παρουσίαση της έκδοσης)

Συγγραφέας: Στυλιανός Αλεξίου
Τίτλος πρωτοτύπου: Η Κρητική λογοτεχνία και η εποχή της: Μελέτη φιλολογική και ιστορική
Είδος έργου: Δοκίμια φιλολογίας και ιστορίας
Αριθμός σελίδων: 96
ISBN: 9789602690734
Επιμέλεια: Αιμίλιος Καλιακάτσος
Εκδόσεις: Στιγμή
Έτος 3ης (παρούσας) έκδοσης: 2011 (1η έκδοση 1985)

Στη μελέτη αυτή, που πρωτοδημοσιεύτηκε στον Η' τόμο των "Κρητικών Χρονικών" (1954), μελετώνται για πρώτη φορά οι σχέσεις του πολιτισμού των αστικών κέντρων της βενετοκρατούμενης Κρήτης στον 16ο και 17ο αιώνα προς το βυζαντινό παρελθόν, τη δυτική Αναγέννηση και την ελληνική και λατινική αρχαιότητα. Επισημαίνονται οι αναγεννησιακές επιδράσεις που γονιμοποίησαν τις μεσαιωνικές και λαϊκές καταβολές στην Κρήτη, και που, με την παράλληλη καταξίωση του κρητικού ιδιώματος ως λογοτεχνικού οργάνου, δημιούργησαν την κρητική λογοτεχνία των χρόνων της ακμής, μια λογοτεχνία αναγεννησιακή και ευρωπαϊκή. (Στυλιανός Αλεξίου)

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2024

Παροιμίες από το προσωπικό μου αρχείο (Μέρος 1)

Άλλες γνωστές, άλλες λιγότερο, άλλες άγνωστες για πολλούς. Θα παρουσιάσω εδώ -σε συνέχειες- μια σειρά από παροιμίες, τυποποιημένες φράσεις και ρητά από το προσωπικό μου αρχείο, ελπίζοντας πως θα έχουν κάποιο ενδιαφέρον. Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να μου στείλει επιπλέον υλικό.

1. (Αυτός είναι) τρεις λαλούν και δυο χορεύουν.
2. Αγάλι-αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι.
3. Αγάλι-αγάλι το φιλί, να ‘χει και νοστιμάδα.
4. Αγάπα τον φίλο σου με τα ελαττώματά του.
5. Αγαπάει ο Θεός τον κλέφτη, αλλά αγαπάει και το νοικοκύρη.
6. Αγάπη δίχως πείσματα δεν έχει νοστιμάδα.
7. Ακαμάτης νέος, γέρος διακονιάρης.
8. Ακόμα δεν τον είδαμε, Γιάννη τον εβγάλαμε.
9. Άκουσε γέρου συμβουλή και παιδευμένου γνώση.
10. Άλλα λεν στη θειά μου κι άλλα ακούν τ’ αυτιά μου.
11. Άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς.
12. Άλλη η δουλειά του ναύτη, κι άλλη του καντηλανάφτη.
13. Άλλη καμιά δε γέννησε, μόν’ η Μαριώ το Γιάννο.
14. Άλλοι σπέρνουν και θερίζουν κι άλλοι τρών' και μαγαρίζουν.
15. Άλλος έχει τ’ όνομα κι άλλος τη χάρη.
16. Αλλού ο παπάς κι αλλού τα ράσα του.
17. Αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες.
18. Αλλού το όνειρο και αλλού το θαύμα.
19. Άμα σε πίνει να μην το πίνεις.
20. Αν δεν έχεις νύχια να ξυστείς, μην περιμένεις να σε ξύσουν οι άλλοι.
21. Αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει.
22. Αν είσαι και παπάς, με την αράδα σου θα πας.
23. Αν έχεις τύχη διάβαινε, και ριζικό περπάτει.
24. Αν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, τύφλα να ‘χει ο πεθερός.
25. Αν ρίξει Απρίλης δυο νερά κι ο Μάρτης άλλο ένα, χαρά ‘στονε το γεωργό που ‘χει πολλά σπαρμένα.
26. Ανεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα.
27. Άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο.
28. Ανύπαντρος προξενητής, για λόγου του γυρεύει.
29. Απ’ το μπίτι, καλή είν’ κι η Αφροδίτη.
30. Απ’ το ρόδο βγαίνει αγκάθι κι απ’ αγκάθι βγαίνει ρόδο.
31. Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια.
32. Από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα.
33. Από πίτα που δεν τρως, τι σε μέλλει κι αν καεί;
34. Από τ’ ολότελα, καλή είν’ κι η Παναγιώταινα.
35. Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα.
36. Αργία μήτηρ πάσης κακίας.
37. Αύγουστε καλέ μου μήνα, να ‘σουν δυο φορές το χρόνο.
38. Βαράει το σαμάρι να τ’ ακούσει το γαϊδούρι.
39. Βασιλικός κι αν μαραθεί, το άρωμά του μένει.
40. Βρήκε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του.

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2024

«Το κόσμημα» - ποίημα του Τζέημς Ράιτ (1927-1980)

Υπάρχει αυτή η σπηλιά
στον αέρα πίσω απ’ το σώμα μου
που κανείς δεν πρόκειται ν’ αγγίξει:
ένα μοναστήρι, μια σιωπή,
που κλείνει γύρω απ’ ένα άνθος φωτιάς.
Όταν στέκομαι όρθιος στον άνεμο
τα κόκκαλά μου μεταμορφώνονται σε σκοτεινά σμαράγδια.


      (Από το βιβλίο Σύγχρονοι Αμερικανοί ποιητές, μετ. Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, εκδ. Ύψιλον 1983)

      Πίνακας: Edward Hopper, Early Sunday Morning (1930)

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2024

Νέα κυκλοφορία - «Ο δρόμος που διανύθηκε» της Μαρία Παβλικόφσκα-Γιασνοζέφσκα

Η Maria Pawlikowska-Jasnorzewska γεννήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1891 στο Krakau της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, στη σημερινή Κρακοβία της Πολωνίας. Το έργο της είναι αντιπροσωπευτικό της σύγχρονης λυρικής ποίησης. Ξεχωρίζει δε, ιδιαίτερα για την αστική ευαισθησία των ποιημάτων της.

Συγγραφέας: Maria Pawlikowska - Jasnorzewska​
Τίτλος ελληνικής έκδοσης: Ο δρόμος που διανύθηκε
Είδος έργου: Ποίηση
Αριθμός σελίδων: 108
ISBN: 978-618-5763-20-6
Μετάφραση: Κώστας Μαντζάκος
Επιμέλεια: Γεώργιος Χουδαλάκης
Εκδόσεις: Συρτάρι
Έτος έκδοσης: 2024

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 η Maria Pawlikowska Jasnorzewska ήταν γνωστή στους λογοτεχνικούς κύκλους ως «Πολωνή Σαπφώ». Πλέον θεωρείται παγκοσμίως μια από τις πιο μοντέρνες ποιήτριες της Πολωνίας. ?ε συνέβαινε όμως αυτό όσο ζούσε, αφού η τέχνη της υπήρξε αρκετά αμφιλεγόμενη. Αρχικά ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, γεννημένη καθώς ήταν σε αριστοκρατική οικογένεια εικαστικών το 1891, οι οποίοι ήταν ιδιαίτερα γνωστοί για τα στρατιωτικά θέματα και τις πολεμικές σκηνές που απεικόνιζαν. Η νεαρή Μαρία, πασιφίστρια από τότε, επιλέγει τον έρωτα και τη φύση, δοσμένα μέσα από μια προσωπική φαντασία. Σε πολλά από τα ποιήματά της, η Pawlikowska έβλεπε το πέρασμα του χρόνου σαν μια προσωπική τραγωδία. Η προσωπική της ενασχόληση με τη νεότητα και τις συνέπειες των γηρατειών, πριν καν η ποιήτρια φτάσει στα 30, σηματοδοτούν το έργο της που είναι γεμάτο φόβους για τον θάνατο και την αγάπη, μα και θαυμασμό για τους αέναους κύκλους της φύσης. Η Pawlikowska είχε δημιουργήσει μια φήμη σκανδαλώδη στους συντηρητικούς κύκλους, τόσο για την αντισυμβατική προσωπική της ζωή (παντρεύτηκε τρεις φορές) όσο και για την καινοτόμο, γεμάτη ερωτισμό, ποίησή της, καθώς επίσης και για τα αντισυμβατικά θεατρικά της έργα που πραγματεύονταν θέματα-ταμπού, όπως το δικαίωμα της γυναίκας στην έκτρωση. Με το ξέσπασμα του πολέμου μια νέα θεματογραφία κάνει την εμφάνισή της στα έργα της. Ήδη από το 1937 είχε γράψει, κατηγορώντας τον εαυτό της, επειδή ήταν πολιτικά αδιάφορη: Πώς τόλμησες να γράψεις για τριαντάφυλλα, όταν η ιστορία έκαιγε σαν δάσος στην κάψα του καλοκαιριού; Στη θλίψη της προστέθηκαν η αυτοεξορία στην Αγγλία, ο θάνατος των δικών της και η ραγδαία επιδείνωση της υγείας της. Η Maria Pawlikowska- Jasnorzewska πέθανε από καρκίνο στο Μάντσεστερ της Αγγλίας το1945. Οι μαρξιστές κριτικοί λογοτεχνίας στην μεταπολεμική Πολωνία αγνόησαν το έργο της, λόγω της υποκειμενικής και απαισιόδοξης φύσης του. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ωστόσο, άρχισε να επαναξιολογείται και έκτοτε η λογοτεχνική της κληρονομιά γνώρισε μια αναγέννηση με επανεκδόσεις, μεταφράσεις και μελοποιήσεις.

      (Από την έκδοση)

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2024

Κινεζική ποίηση - ένα ποίημα του Γουέι Γινγκ Γου

Νύχτα

Το φως, πού πάει;
Και το σκοτάδι έρχεται από πού;
Ξέρω μονάχα, πως απ' τη ζωή μου που περνάει
χρόνο το χρόνο
έφυγε βιαστική η μισή για κει.

      (Ποίηση του Γουέι Γινγκ Γου (π.737-π.792), από το βιβλίο Κινέζοι ποιητές, μετ. Σωκράτης Σκαρτσής, εκδ. Καστανιώτη 1988)

      Πίνακας: Ανοιξιάτικη έξοδος της Αυλής των Τανγκ, έργο του Τζανγκ Σιέν (713-755), ζωγράφου της εποχής της Δυναστείας των Τανγκ

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2024

Από το διήγημα «Ο μύθος του Άουλο Τζέλλιο» του Αντρέα Καμιλλέρι

«Σερβίρετε;» ρώτησε διστακτικά ο αστυνόμος.
Ο Φιλίππο δεν κουνήθηκε από τη θέση του, ούτε γύρισε να τον κοιτάξει, μόνο μουρμούρισε:
«Καθίστε όπου θέλετε».
Ο Μονταλμπάνο έβγαλε το δερμάτινο που φορούσε και πήγε να καθίσει στο τραπέζι που ήταν κοντά στην ξυλόσομπα. Έπειτα από πέντε λεπτά και επειδή ο άντρας συνέχιζε να παρακολουθεί την ταινία στην τηλεόραση, ο αστυνόμος σηκώθηκε, πήγε στον μπουφέ, πήρε ένα καλαθάκι με ψωμί, ένα μπουκάλι κρασί και γύρισε στη θέση του. Τελικά, ύστερα από δέκα λεπτά, στην οθόνη της τηλεόρασης φάνηκε η επιγραφή «Τέλος του πρώτου μέρους» και ο Φιλίππο, από άγαλμα που ήταν μπροστά στην τηλεόραση, ξανάγινε άνθρωπος. Πλησίασε στο τραπέζι όπου καθόταν ο Μονταλμπάνο και ρώτησε:
«Τι θέλετε να φάτε;»
«Μου είπαν ότι μαγειρεύετε πολύ ωραία χταπόδι αλά ναπολετάνα».
«Είναι αλήθεια».
«Θα ήθελα να το δοκιμάσω».
«Να δοκιμάσετε ή να φάτε;»
«Να φάω. Βάζετε και ελιές από την Γκαέτα;»
Οι μαύρες ελιές από την Γκαέτα είναι από τα βασικά συστατικά για να έχει σωστή γεύση το φαγητό.
Ο Φιλίππο τον κοίταξε περιφρονητικά για την ερώτηση που του έκανε.
«Βέβαια, βάζω και κάπαρη».
Α! Η κάπαρη σ’ αυτή τη συνταγή μπορεί να ήταν επικίνδυνη –δεν είχε ακούσει ποτέ να λένε ότι βάζουν κάπαρη στο χταπόδι αλά ναπολετάνα.
«Κάπαρη από την Παντελλερία» είπε ακριβολογώντας ο Φιλίππο.
Ο Μονταλμπάνο άρχισε ν’ αλλάζει γνώμη. Η κάπαρη της Παντελλερία είναι ξινούτσικη και πολύ γευστική, μπορεί και να έδενε η γεύση της με το φαγητό ή, στη χειρότερη περίπτωση, δε θα το χαλούσε.
Πριν πάει προς την κουζίνα, ο Φιλίππο κοίταξε στα μάτια τον αστυνόμο κι αυτός δέχτηκε την πρόκληση. Ανάμεσα σ’ αυτόν και στον Φιλίππο, ήταν φανερό, είχε αρχίσει μια μονομαχία. Κάποιος που δεν ξέρει από μαγειρική θα μπορούσε να μείνει κατάπληκτος: Τι χρειάζεται για να μαγειρέψεις χταπόδι αλά ναπολετάνα; Σκόρδο, λάδι, ντομάτα, αλάτι, πιπέρι, κουκουνάρι, μαύρες ελιές από την Γκαέτα, σταφίδα σουλτανίνα, μαϊντανό, φέτες τηγανισμένο ψωμί και το φαγητό είναι έτοιμο. Τι γίνεται όμως με τις αναλογίες; Το ένστικτο είναι που σε οδηγεί να βάλεις την κατάλληλη ποσότητα αλατιού και τη σωστή δόση σκόρδου;
Η φανταστική λογομαχία του αστυνόμου διακόπηκε απότομα από την πόρτα που άνοιξε ξαφνικά και χτύπησε με θόρυβο στον τοίχο.
Ο αέρας, σκέφτηκε ο Μονταλμπάνο, αλλά δεν πρόλαβε να σηκωθεί για να την κλείσει.
Μπήκαν δυο άντρες, φορούσαν σκούφους που άφηναν μόνο τα μάτια τους να φαίνονται και στα χέρια τους κρατούσαν πιστόλια.
[...]


Η συνέχεια στο ωραιότατο και πολύ έξυπνο (και ορεκτικό, όπως όλα) διήγημα του Αντρέα Καμιλλέρι «Ο μύθος του Άουλο Τζέλλιο», που βρίσκεται στη συλλογή διηγημάτων του Τριάντα ημέρες με τον επιθεωρητή Μονταλμπάνο.
Ο Αντρέα Καμιλλέρι (1925-2019), συγγραφέας, σκηνοθέτης, δάσκαλος θεάτρου και πολλά άλλα, γεννήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου.

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2024

Αναφορά στον Αττίκ

Στις 29 Αυγούστου 1944 ο Κλέων Τριανταφύλλου, που όλοι γνωρίζουν με το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο "Αττίκ", ο σπουδαίος συνθέτης που μαθήτευσε στο Ωδείο του Παρισιού, περνάει στην αιωνιότητα παίρνοντας μια γερή δόση βερονάλ, αποτέλεσμα της κατάθλιψης που τον βασάνιζε. Αφήνει πίσω του μια μεγάλη σειρά σπουδαίων τραγουδιών και την ανάμνηση ενός βαθιά ερωτικού κι ευαίσθητου ανθρώπου, καθώς κι ενός μαικήνα της προπολεμικής μουσικής, στη λεγόμενη "Μάντρα" του οποίου πέρασαν μια σειρά από καλλιτέχνιδες και καλλιτέχνες που άφησαν το στίγμα τους για πάρα πολλά χρόνια.

Υπάρχει μια ιστορία για το πώς γράφτηκε το θρυλικό του τραγούδι "Ζητάτε να σας πω", που θα ήταν πολύ ελκυστικό να ήταν αληθινή, αλλά δεν το ξέρουμε. Λέει η ιστορία αυτή ότι κάποιο βράδυ η ηθοποιός Μαρίκα Φιλιππίδου, πρώην σύζυγος του Αττίκ και καλλονή της εποχής, εμφανίστηκε στη Μάντρα με τον νέο σύζυγό της, και το κοινό, ίσως περιπαιχτικά, ίσως αφελώς, άρχισε να ζητά από τον Αττίκ να παίξει το "Είδα μάτια", που ο συνθέτης είχε γράψει πολλά χρόνια πριν για την ίδια. Ο Αττίκ αποσύρθηκε πικραμένος στο καμαρίνι του, και μετά από δέκα μόλις λεπτά, αφού αυτοσχεδίασε, επέστρεψε και έπαιξε το "Ζητάτε να σας πω" ως απάντηση.

Δεν ξέρουμε αν ισχύει. Αυτό που σίγουρα ισχύει είναι ότι πρόκειται για ένα από τα ωραιότερα, συγκινητικότερα και δραματικότερα ερωτικά τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ.

Ζητάτε να σας πω
τον πρώτο μου σκοπό
τα περασμένα μου γινάτια
ζητάτε "είδα μάτια"
με σκίζετε κομμάτια.

Σε μια παλιά πληγή
που ακόμα αιμορραγεί
μη μου γυρνάτε το μαχαίρι
αφού ο καθένας ξέρει
τι πόνο θα μου φέρει.

Είναι πολύ σκληρό
να σου ζητούν να τραγουδήσεις
έναν παλιό σκοπό
που προσπαθείς να λησμονήσεις.

Στο γλέντι σας αυτό
δε θα ‘τανε σωστό
αντί για άλλο πιοτό
να πιω εγώ φαρμάκι
μ’ ένα τέτοιο τραγουδάκι.

Γελάτε ειρωνικά
και λέτε μυστικά
ίσως με κάποια καταφρόνια
μια και περάσαν χρόνια
εσύ τι κλαις αιώνια.

Γιατί βαρυγκωμείς
δεν είδαμε και μεις
μια ομορφιά σ’ αυτή τη ζήση
δεν πήραμε απ’ τη φύση
καρδιά για ν’ αγαπήσει.

Αχ, δεν είν’ οι καρδιές
όλες το ίδιο καμωμένες
ούτε κι οι ομορφιές
στον κόσμο δίκαια μοιρασμένες.

Και μες στη συντροφιά
σε κάθε ρουφηξιά
ξεχνώ μιαν ομορφιά
που γέμιζε μεράκι
το παλιό μου τραγουδάκι.


      Η υπέροχη από κάθε άποψη Στέλλα Γκρέκα, στο παρακάτω βίντεο, δίνει τη δική της εκδοχή για την ιστορία και μας προσφέρει στα 92 της χρόνια μια εξαίσια ερμηνεία.

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2024

Αναμνήσεις από τον Μπόρχες (και όχι μόνο)

Θα 'μουν γύρω στα 20 όταν πρωτογνώρισα τον Μπόρχες ως συγγραφέα. Τότε, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του '80, οι εξορμήσεις μου στα βιβλιοπωλεία των Αμπελοκήπων, στη Σύγχρονη Εποχή, στον Ελευθερουδάκη της οδού Νίκης, στον Ρεϋμόνδο της οδού Βουκουρεστίου, στον Παντελίδη, στον Κάουφμαν και -λίγο αργότερα- στην Πρωτοπορία, στα Εξάρχεια, κατέληγαν σε μια απελπιστική εξάντληση του χαρτζιλικιού και των αποταμιεύσεών μου, και σε μια συγκομιδή ιστορίας, φιλοσοφίας, σκακιού, ψυχολογίας, επιστημονικής φαντασίας, μεθόδων εκμάθησης ξένων γλωσσών, Κορδάτου, Ρεμπώ, Βιάν, Μπουκόφσκι, Ίψεν, Ντοστογιέφσκι, Τουργκένιεφ, ανθολογιών ποίησης, βιβλίων ιστορίας της τέχνης, τι να πρωτοθυμηθώ...
Θα έλεγε κανείς ότι με όλα όσα είχα διαβάσει θα ήμουν προετοιμασμένος για τα πάντα. Όμως ο Μπόρχες ήταν το κάτι άλλο. Το πρώτο βιβλίο του που έπεσε στα χέρια μου ήταν η Ιστορία της Αιωνιότητας. Και συγκλονίστηκα! Δεν κάνω πλάκα, έτσι ένιωσα. Ό,τι κι αν είχα διαβάσει μέχρι τότε δεν με είχε προετοιμάσει για να καταλάβω με τον τρόπο που ήθελα εκείνο τον απίστευτο κόσμο που ανοιγόταν μπροστά μου. Ο χρόνος του Πλάτωνα και του Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, ο χρόνος του Πλωτίνου και του Σοπενάουερ, ο χρόνος του ιερού Αυγουστίνου και του Ράσελ, οι ισλανδικές σάγκες και οι 1001 Νύχτες.

Το διάβασα και το ξαναδιάβασα. Σιγά σιγά έπαιρνε μέσα μου μορφή ο συγγραφέας του και το υπόβαθρό του. Και τότε αναζήτησα και άλλα έργα του. Πήρα τα πάντα: Ο Δημιουργός, Το εγκώμιο της σκιάς, Το Άλεφ, Σύντομες και παράξενες ιστορίες, Διερευνήσεις, Έξι προβλήματα για τον Δον Ισίδρο Παρόδι, Εφτά Νύχτες, Μυθοπλασίες, οτιδήποτε κυκλοφορούσε στην ελληνική αγορά. Κατόπιν πολλά από αυτά τα αγόρασα στα ισπανικά. Και πολύ γρήγορα με γέμισε το σύμπαν των συμβόλων και μόνιμων μοτίβων του Αργεντινού συγγραφέα: οι λαβύρινθοι, οι αιωνιότητες, οι καθρέφτες, ο απατηλός χαρακτήρας της πραγματικότητας, ο κόσμος ως όνειρο κάποιου, η μνήμη και η λήθη, οι αναφορές στην ίδια τη λογοτεχνία, η ποίηση, οι τίγρεις, τα καθημερινά αντικείμενα που επιζούν μετά από εμάς...
Ηλίας Οικονομόπουλος

Νέα κυκλοφορία - «Ποιήματα 2003-2023» του Τάκη Π. Πιερράκου

Κυκλοφόρησε το Μάρτιο του τρέχοντος έτους 2024 από τις εκδόσεις Οδός Πανός, η συγκεντρωτική έκδοση των δημοσιευμένων ποιημάτων του ποιητή Τάκη Π. Πιερράκου.

Συγγραφέας: Τάκης Π. Πιερράκος
Τίτλος πρωτοτύπου: Ποιήματα 2003-2023
Είδος έργου: Ποίηση
Αριθμός σελίδων: 128
ISBN: 9789604771448
Επιμέλεια: Κωνσταντίνα Πιερράκου
Εκδόσεις: Οδός Πανός
Έτος έκδοσης: 2024

Το βιβλίο περιέχει τις συλλογές: «Απώλεια Βεβαιότητας» (Εκδόσεις Οδός Πανός, 2010), «Η Σκιερή Πλευρά των Πραγμάτων» (Εκδόσεις Οδός Πανός, 2012), «Ανάποδες Συγχορδίες», (Οδός Πανός, 2014), «Σε Ρόδινο Μισόφωτο Γραμμένη (25 Ερωτικά)», (Εκδόσεις Περισπωμένη, 1019), «Ο Μέγας Πιστός», (Εκδόσεις Περισπωμένη, 2023). Ο ποιητής ανιχνεύει με επιτυχία ζητήματα έρωτα, πόνου, αγάπης, πίστης, αφοσίωσης, ευζωίας, προσέγγισης του θείου, εσωτερικής πληρότητας, διαχείρισης της καθημερινότητας, αυθεντικότητας της ύπαρξης, φυσικής παρακμής, θανάτου κ.α. μέσα από εκατόν εβδομήντα τέσσερεις (174) ποιητικές διαδρομές, οι οποίες προσφέρονται στους εραστές της καλής νεοελληνικής ποίησης για ανάγνωση, αισθητική απόλαυση και γόνιμο προβληματισμό.

Πηγή: Μονόκλ

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2024

52ο Φεστιβάλ Βιβλίου στο Πεδίον του Άρεως (6-22/9/2024)

Το καθιερωμένο ραντεβού των βιβλιόφιλων είναι και πάλι εδώ για ακόμη μία χρονιά.

Αν αγαπάτε το βιβλίο τότε δεν έχετε παρά να επισκεφθείτε το Πεδίον του Άρεως, όπου θα λάβει χώρα το 52ο Φεστιβάλ Βιβλίου. Ο Σύνδεσμος Εκδοτών Βιβλίου μας καλεί από τις 6 έως τις 22 Σεπτεμβρίου να ανακαλύψουμε εκδοτικούς οίκους αλλά και να συμμετάσχουμε στις εκδηλώσεις που ετοιμάζονται.

Μετά το περσινό κεντρικό αφιέρωμα «Γυναίκα – πολυσύνθετο ανάγνωσμα», σειρά έχει για φέτος το θέμα «Νεολαία και ανάγνωση», που έχει ως υπότιτλο έναν στίχο του Ελύτη από τον «Μικρό Ναυτίλο»: Από σένα η άνοιξη εξαρτάται.

Η μεγαλύτερη γιορτή του βιβλίου θα λειτουργεί από Δευτέρα έως Πέμπτη (6 μ.μ.-10.30 μ.μ.), αλλά και την Παρασκευή και το Σάββατο (6 μ.μ.-11 μ.μ.) και την Κυριακή (10.30 π.μ.-3 μ.μ. και 6 μ.μ.-10.30 μ.μ.).

Πηγές: https://www.greek-language.gr/ και https://www.bookia.gr/

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2024

Δυο λόγια για τον Γεώργιο Σουρή

Σαν σήμερα το 1919 έφυγε από τη ζωή ο μεγαλύτερος σύγχρονος σατιρικός ποιητής Γεώργιος Σουρής.

Στοιχεία για τη ζωή του επιφυλάσσομαι να γράψω σε μελλοντική ανάρτηση. Προς το παρόν περιορίζομαι σε μια διασκεδαστική ιστοριούλα: Κάποτε η εφημερίδα "Το Άστυ" ζήτησε τη γνώμη του Σουρή για τους λόγιους της εποχής του. Κι αυτός, όπως συνήθιζε, απάντησε με τον μοναδικό του έμμετρο αιχμηρό τρόπο. Τώρα τι θα γινόταν σε ανάλογη περίπτωση σήμερα, ούτε που μπορώ να το φανταστώ.

Δροσίνης γλαφυρότατος, με πνεύμα δροσερό
αλλά προφέρει πάντοτε πολύ ψευδά το ρο.

Πολέμης λιγυρότατος και πολυχαϊδεμένος,
αλλά πειράζεται πολύ, για κρίσεις, ο καημένος.

Ο Προβελέγγιος λαμπρός στα δράματα και σ’ όλα,
μα δύο γλώσσες παίζουνε στο νου του καραμπόλα.

Ο Παλαμάς βαθύτατος, με ποίηση ζοφώδη,
αλλά φρενιάζει σαν του πεις κακό για τη δημώδη.

Παράσχος μέγας ποιητής, συνάδελφος εν Μούση,
που τα μαλλιά του τα ‘κοψε μα όχι και το μούσι.

Λασκαράτος
γέρος γάτος!

Ο Μαρκοράς Γεράσιμος
κι επίσημος και άσημος.

Βλέπω πυρ εις τον Στρατήγη, του Αβέρωφ τον κολλήγα,
που στην Αίγυπτον επήγε, σαβουρώσας ουκ ολίγα.

Ο Βλάχος μέγας κριτικός, τον έχω και κουμπάρο,
αλλά ποτέ μου δε μπορώ στο σκάκι να τον πάρω.

Ο Ροΐδης ή Τσουρίδης, φιλολόγος ξεβαμμένος,
αγελαίος κατά Κόντον και πολύ γεγανωμένος.

Ο Άννινος θαυμάσιος, με καλαμπούρια πρώτης,
ωσάν κι εμένα πλούσιος, μα του Σταυρού Ιππότης.

Δαμβέργης φίνος συγγραφεύς κι αυτός γεμάτος φώτα
και κρητικός τρικούβερτος με ήτα και με γιώτα.

Ξενόπουλος πολυ κομψός, μα χωρατά δε δέχεται,
εις δε το μάους πάντοτε απ’ όλους κατατρέχεται.

Βικέλας, Λάρας δηλαδή, με μάθηση και κρίση,
απ’ το Παρίσι έρχεται και πάει στο ...Παρίσι.

Πολύ τιμάται παρ’ εμού και ο Παπαδιαμάντης,
που είναι πάντ’ a quatres epingles και φαίνεται γαλάντης.

Ο Πολυλάς
σοφός μπελάς.

Εγώ μεγάλως εκτιμώ κι αυτόν τον Καρκαβίτσα,
που ‘ναι γιατρός στ’ ατμόπλοια με λιάρα και με γκλίτσα.

Τι σου λέει ο Ψυχάρης,
κάβο δε μπορείς να πάρεις.

Κουρτίδης εμβριθέστατος, με γράμματα περίσσια,
μα κάνει τον ρομαντικό και μένει στα Πατήσια.

Ο Καλοσγούρος κριτικός, αλλ’ όμως δε τον ξέρω,
γι’ αυτά που δεν εδιάβασα εκ μέσης τον συγχαίρω.

Γαβριηλίδης ο πολύς, με κύρος κι αυθεντίαν,
που βγάζει πότε Χαλιμάν και πότε Λαυρεντίαν.

Κυριακή 25 Αυγούστου 2024

Από τη συλλογή «Ο Αριθμός» (1981) του Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Ενύπνιον

Σε κάποιον τόπο έρημο του Ιράν, είναι ένας πέτρινος πύργος όχι και πολύ ψηλός, χωρίς πόρτα ούτε παράθυρο. Στο μοναδικό του δωμάτιο (με χώμα στο πάτωμα και σχήμα κυκλικό) υπάρχει ένα ξύλινο τραπέζι κι ένας πάγκος. Σ' αυτό το κυκλικό κελί, ένας άνθρωπος που μου μοιάζει γράφει με μια γραφή ακατανόητη ένα μακρύ ποίημα για κάποιον που σ' ένα άλλο κυκλικό κελί γράφει ένα ποίημα για κάποιον που σ' ένα άλλο κυκλικό κελί... Αυτή η ιστορία δεν τελειώνει πουθενά και κανένας δεν θα μπορέσει να διαβάσει τι γράφουν οι έγκλειστοι.


      (Απόσπασμα από το βιβλίο Η ιστορία της νύχτας και άλλα ποιήματα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, μετ. Δημήτρης Καλοκύρης, εκδ. Ύψιλον, 1988)

Το παραπάνω βιβλίο, που περιλαμβάνει ποιήματα από διάφορες συλλογές του Αργεντινού συγγραφέα, το έχουμε παρουσιάσει εδώ.

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2024

Από τα «Μαθήματα λογοτεχνίας» του Χούλιο Κορτάσαρ

«Αν η λογοτεχνία περιέχει την πραγματικότητα, υπάρχουν πραγματικότητες που κάνουν ό,τι μπορούν για να διώξουν τη λογοτεχνία· και τότε είναι που η λογοτεχνία, η καλύτερη εκδοχή της, εκείνη που δεν είναι συνεργός ή απολογήτρια ή ευνοούμενη αυτής της κατάστασης των πραγμάτων, σηκώνει το γάντι, καταγγέλλει αυτή την πραγματικότητα περιγράφοντάς την, και το μήνυμά της φτάνει πάντα στον προορισμό του· οι μποτίλιες συλλέγονται και ανοίγονται από αναγνώστες που όχι μόνο καταλαβαίνουν αλλά και, πολλές φορές, παίρνουν θέση και μετατρέπουν αυτή τη λογοτεχνία σε κάτι περισσότερο από μια αισθητική απόλαυση ή μια ώρα ψυχαγωγίας».

      (Απόσπασμα από το βιβλίο Μαθήματα λογοτεχνίας του Χούλιο Κορτάσαρ, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Opera, 2021)

Αναφορά στο πολύτιμο αυτό βιβλίο του σημαντικού Αργεντινού συγγραφέα έχουμε κάνει εδώ.

Κυριακή 18 Αυγούστου 2024

Όλα είναι λέξεις, αλλά κι όλα είναι αριθμοί

Το λεγόμενο Τελευταίο Θεώρημα του Φερμά

Μαθηματικός δεν είμαι, ούτε θα μπορούσα ποτέ να ήμουν. Ας όψεται η Χημεία, από την οποία δεν καταλάβαινα τίποτε κι έτσι δεν ήταν δυνατόν να δώσω στο Μαθηματικό γιατί θα αποτύγχανα πανηγυρικά. Εκείνη την εποχή με μισή Φυσική και ανύπαρκτη Χημεία δεν έμπαινες όχι στο Μαθηματικό, ούτε σε ανθυποΤΕΙ δεν έμπαινες.
Όμως το πάθος που είχα με τα Μαθηματικά ήταν (και είναι) άσβεστο. Μαθητής της Α' Λυκείου ακόμη έτρεχα να αγοράσω τον Ευκλείδη (το περιοδικό της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρείας) για να βρω ό,τι ακριβώς δεν διδασκόμασταν στο σχολείο, π.χ. τις λύσεις της τριτοβάθμιας και τεταρτοβάθμιας εξίσωσης. Οι υπερκύβοι, οι επιπλέον διαστάσεις και οι άκαρπες προσπάθειες των μαθηματικών να βρουν έναν γενικό τύπο παραγωγής Πρώτων Αριθμών, ήταν αυτά που διάβαζα αντί να ξεστραβωθώ να μάθω τις οργανικές ενώσεις για να μη χρειαστεί να κάνω κοπάνες από το μάθημα της Χημείας. Τα μαθηματικά παράδοξα τα λάτρευα. Υπολόγιζα την απόσταση Γης-Άλφα του Κενταύρου σε τσιγάρα. Το Τελευταίο Θεώρημα του Φερμά το κοιτούσα σχεδόν με την ίδια λατρεία που κοιτούσα εκείνο το κορίτσι από το Μαράσλειο. Είχα γράψει ένα ποίημα δικό μου για να θυμάμαι τα πρώτα εκατό νούμερα του π (χάθηκε το ποίημα, αλλά έτσι κι αλλιώς με είχαν προλάβει άλλοι). Διάβαζα (και διαβάζω) όποιο εκλαϊκευμένο βιβλίο μπορούσα να βρω.

Έδωσα και μπήκα χαλαρά στο Οικονομικό της Νομικής και τελικά έγινα καθηγητής ισπανικών...
Ένας υπερκύβος ανεπτυγμένος στην τρίτη διάσταση

Ο γενικός τύπος για τη λύση της τριτοβάθμιας εξίσωσης

           Ηλίας Οικονομόπουλος