Παρασκευή 29 Ιουλίου 2022

«Η μπαλαφάρα των τεσσάρων» - Μέρος 5ο

Διαβάστε το 1ο μέρος: https://olaeinailexeis.blogspot.com/2022/07/1.html
Διαβάστε το 2ο μέρος: https://olaeinailexeis.blogspot.com/2022/07/2.html
Διαβάστε το 3ο μέρος: https://olaeinailexeis.blogspot.com/2022/07/3.html
Διαβάστε το 4ο μέρος: https://olaeinailexeis.blogspot.com/2022/07/4.html
Η μπαλαφάρα των τεσσάρων - Μέρος 5ο

**Γράφει ο Παναγιώτης Κονιδάρης

      Τα αργόσυρτα μεταλλικά ρεύματα της Αλεξάνδρας διαδήλωναν την αέναη περιφορά τους με κακόηχα κορναρίσματα σα θυμωμένα ουροβόρα φίδια. Ο ουρανός είχε βαρύνει και είχε σκύψει επικίνδυνα πάνω από το Λεκανοπέδιο. Σε λίγο θα ξεσπούσε βροχή. Ο αστυνόμος έκλεισε το παράθυρο και τράβηξε την κουρτίνα. Ίσα που προλάβαινε να κάνει μια δυο ερωτήσεις στον Οικονόμου, το σκακιστή, πριν αναγκαστεί να υποδεχθεί στο γραφείο του τον υπουργό Τύπου.
      «Η πίσω πόρτα του συλλόγου που οδηγεί;» ρώτησε με ψιλοαδιάφορο ύφος κοιτώντας ταυτόχρονα τη σκακιέρα που είχε στήσει μπροστά του με τη θέση της επίμαχης σκακιέρας της δολοφονίας.
      «Στη σκάλα υπηρεσίας. Δεν τη χρησιμοποιούμε σχεδόν ποτέ. Βγάζει σε ένα σκοτεινό παράδρομο και από κει σε μια αλάνα» εξήγησε ο σκακιστής χωρίς να διστάσει.
      «Μάλιστα. Τα βράδια κλειδώνει;» επέμεινε ο Μπουλαξίζης.
      «Μα, φυσικά… Δεν είμαστε και ξέφραγο αμπέλι. Εντάξει, δεν έχουμε και τίποτε πολύτιμο στο σύλλογο να μας κλέψουν, εκτός ίσως από τη σεπτή εικόνα του Κασπάροβ και μερικά ρολόγια, αλλά κι αυτά τα κλειδώνουμε στην ντουλάπα. Υπάρχει πάντως μόνιμα ένα κλειδί στο πίσω μέρος της. Ο τελευταίος κλειδώνει. Ο τελευταίος που το θυμάται τουλάχιστον».
      «Κασπαροβικός, ε;» ενδιαφέρθηκε ο Πητ Μπουλ, μα πριν προλάβει ο άλλος να απαντήσει μπήκε στο γραφείο φουριόζος ο υπαστυνόμος Γεωργίου για να προαναγγείλει την έλευση του υπουργού.
      Το μέλος της κυβέρνησης σε λίγο καθόταν απέναντι από τον αστυνόμο έχοντας ακουμπήσει στο στενό γραφείο του Μπουλαξίζη, δίπλα στη σκακιέρα, ένα σαμσονάιτ, δύο βιαστικές φιλοφρονήσεις και τρία υποτιμητικά βλέμματα. Οι φουσκωτοί του Ρωσίδη περίμεναν απέξω. Ευτυχώς, διότι το γραφείο ήταν πράγματι στενό.
      «Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος, κύριε υπουργέ;» ρώτησε ο αστυνόμος με σοβαρό ύφος. Στην πραγματικότητα είχε απολαύσει κάθε λέξη. Ο υπουργός έριξε μια λοξή ματιά στο πλάι γεμάτη νόημα. Στο σημείο που κατέληγε η ματιά καθόταν, σχεδόν χωρίς να αναπνέει, ο Γεωργίου.
      «Ο υπαστυνόμος είναι έμπιστός μου, άρα και δικός σας κύριε υπουργέ. Ο Γεωργίου είναι πιο εχέμυθος κι από τον ηγούμενο της μονής Γατοπεδίου μετά από εξομολόγηση» τον καθησύχασε ο Μπουλαξίζης με το ίδιο σοβαρό ύφος.
      «Ας είναι. Καταλαβαίνετε τη λεπτότητα της θέσης μου. Δε θέλω επουδενί να μαθευτεί το παραμικρό. Αρκετά μπλεξίματα έχω μέχρι σήμερα, καταλαβαίνετε…»
      «Καταλαβαίνω, καταλαβαίνω. Αν και… η έλευσή σας χωρίς την παρέμβαση του προϊστάμενού μου με κάνει να πιστεύω ότι δεν είναι μόνο οι φόβοι της δημοσιότητας αυτό που σας ταλανίζει, έτσι δεν είναι, κύριε υπουργέ;»
      Ο Ρωσίδης τον κοίταξε με ένα διαπεραστικό βλέμμα, προσπαθώντας να διαγνώσει την ικανότητα του συνομιλητή του και το πόσο θα μπορούσε να τον εμπιστευτεί. Στο τέλος έβγαλε το κινητό του, πάτησε ορισμένα πλήκτρα και έστρεψε την οθόνη προς τον αστυνόμο. Ο Πητ Μπουλ διάβασε το μήνυμα: «DANGER-PALAMID-64». Έδωσε το κινητό πίσω στον υπουργό αφού σημείωσε το νούμερο απ’ όπου είχε σταλεί το μήνυμα.
      «Είναι δικό της; Μάλιστα. Έτσι εξηγείται το πώς τη βρήκαμε γρήγορα τη…» (ο Μπουλαξίζης συμβουλεύτηκε τα χαρτιά του λες και δε θυμόταν το όνομα) «…την κυρία Νόρα Σέτσινγκ, μισή Γερμανίδα και μισή Ολλανδέζα, γεννηθείσα μια βραδιά στο Λεβερκούζεν, κάτοικο Ελλάδας τα τέσσερα τελευταία χρόνια, συγκεκριμένα στην Καλλιθέα, μεζονέτα, Σκρα 38, και συνοδό κυρίων στο επάγγελμα, σωστά;» κάρφωσε τη ματιά του στον υπουργό.
      «Φαντάζομαι ότι έτσι θα είναι. Τη γνώρισα σε ένα γκαλά. Μου τη σύστησε ο υπουργός Υγείας, αν καταλαβαίνετε. Δεν ξέρω πάρα πολλά, τη συναντούσα περίπου μία φορά τη βδομάδα, συνήθως σε ένα εξοχικό φίλου στην Εκάλη».
      Ο Μπουλαξίζης καταλάβαινε και με το παραπάνω. Ποιος μπορεί να αρνηθεί μια σύσταση του ίδιου του υπουργού Υγείας; Καλύτερο και από Ω3, σκέφτηκε, μα δεν το είπε στον υπουργό. Προτίμησε να ρωτήσει κάτι άλλο, λιγότερο υγιεινό.
      «Ήταν μπλεγμένη κάπου, κύριε υπουργέ; Έχετε λόγους να πιστεύετε κάτι τέτοιο;»
      Ο Ρωσίδης φάνηκε να κομπιάζει. Ο Πητ Μπουλ ήταν έμπειρος σε τέτοια.
      «Η… συχωρεμένη υπήρξε χρήστης;» επέμεινε ο αστυνόμος και η σιγή που ακολούθησε είχε κάτι από το κλίμα της Αρκτικής. Ο υπουργός, που κοιτούσε πια με θαυμασμό τον πενηντάρη μπάτσο με τα αποφασιστικά και έξυπνα μάτια, έσπασε τον πάγο αναστενάζοντας.
      «Ναι… δηλαδή… κάποιες φορές την είχα δει να κάνει χρήση… Της μιλούσα συχνά γι’ αυτό, όλο μου υποσχόταν ότι θα το κόψει, μα…»
      «Κοκαΐνη;» ρώτησε ο αστυνόμος, αν και το ερωτηματικό του φάνηκε περιττό. Ο άντρας ένευσε καταφατικά.
      «Ευχαριστώ, κύριε υπουργέ, για τη βοήθειά σας», σηκώθηκε πρώτος ο Μπουλαξίζης, που δεν καταλάβαινε και πολλά από τύπους και ιεραρχίες και που είχε καταφέρει να μετατρέψει μια εισβολή ανωτέρου σε ανάκριση. «Μπορείτε να κοιμάστε ήσυχος. Η Ελληνική Αστυνομία βρίσκεται σε καλό δρόμο. Αν χρειαστώ κάποια συμπληρωματική πληροφορία θα σας ενοχλήσω όσο πιο διακριτικά γίνεται. Χαιρετισμούς στη γυναίκα σας, κύριε υπουργέ».
      Ο Μπουλαξίζης, αμέσως μετά που έκλεισε η πόρτα, πήγε προς το παράθυρο αμίλητος. Η βροχή είχε ξεσπάσει πριν λίγα λεπτά και τώρα έπαιρνε να δυναμώνει. Μια γυναίκα έτρεχε στο δρόμο βάζοντας ένα βιβλίο πάνω από το κεφάλι της. Ένας σκύλος με την ουρά στα σκέλια χωνόταν κάτω από ένα φορτηγό με αναμμένα αλάρμ. Δύο οδηγοί είχαν σταματήσει τα αυτοκίνητά τους αντικριστά και βρίζονταν με τα κεφάλια έξω από το παράθυρο, στη βροχή. Το οδόστρωμα είχε γίνει γλιστερό και στις άκρες του έτρεχαν βρώμικα ρυάκια. Πιο βρώμικα από αυτά που κυλούσαν συνήθως στους δρόμους και στις ζωές των ανθρώπων στην ακοίμητη πόλη.
      Ο άντρας στον τρίτο όροφο της ΓΑΔΑ δε φαινόταν να τα προσέχει όλα αυτά. Κοιτούσε μα δεν έβλεπε. Το μυαλό του επεξεργαζόταν στοιχεία και προσπαθούσε να τα αναλύσει και να τα συνθέσει ξανά όπως κάθε καλός σκακιστής. Ο υπαστυνόμος Γεωργίου είχε πια συνηθίσει αυτά τα νοητικά βυθίσματα του Μπουλαξίζη και προτιμούσε να μην τον διακόπτει. Άφησε να κυλήσει έτσι μισή ώρα και μετά ξερόβηξε.
      «Τι συμπέρασμα βγαίνει απ’ όλα αυτά, αστυνόμε;»
      Ο Μπουλαξίζης τρεμόπαιξε τα βλέφαρα σα να ξυπνούσε απότομα και στράφηκε προς το βοηθό του με απροθυμία. Πάντα απολάμβανε τη διαδικασία της σκέψης. Την προτιμούσε από το να τρέχει πίσω από Πλύμουθ με δανεικά Ιβέκο ή από το να γίνεται τσιμπούρι σε ξεχασμένους από το χρόνο οπαδούς ομάδων και θρησκειών. Κάθισε αργά στο γραφείο του.
      «Υπάρχουν σημεία που έχουν ξεκαθαρίσει και άλλα που παραμένουν σκοτεινά» είπε στο τέλος σιβυλλικά.
      «Αστυνόμε, αυτό θα μπορούσε να το έχει πει κι ο Βούδας, με την ίδια επιτυχία. Κάτι πιο κατανοητό;»
      «Φοβόταν. Η γκόμενα λέω, φοβόταν. Αυτό είναι φανερό. Να, τσέκαρε και τον αριθμό του τηλεφώνου, μα δεν έχω αμφιβολία για το ότι είναι δικός της. Για να φοβάται κανείς, είτε έχει κάνει κάτι κακό ή έχει κακό συναπάντημα. Ή και τα δύο. Ωραία μέχρι εδώ. Αυτή σκάκι δεν ήξερε. Τουλάχιστον έτσι φαίνεται να πιστεύει ο Ρωσίδης. Τότε τι δουλειά είχε σε σκακιστικό σύλλογο; Προφανώς την οδήγησε εκεί κάποιος ή κάποιοι που είχαν σχέση με το σύλλογο, αφού ήξεραν πως θα μπορούσαν να αφήσουν ξεκλείδωτη την πίσω πόρτα και να μπουν το βράδυ ανενόχλητοι».
      «Θα μπορούσαν ακόμα και να έχουν βγάλει αντικλείδι, αν ήταν άτομα του σκακιστικού συλλόγου» προσπάθησε να συμβάλει στη συλλογιστική ο Γεωργίου.
      «Το θεωρώ λιγότερο πιθανό, γιατί θα μπορούσε κάποιος να καταλάβει ότι το κλειδί έλειπε από τη μόνιμη θέση του πίσω από την πόρτα, αλλά ακόμα κι έτσι καταλαβαίνουμε πως έχουμε σκακιστή ή σκακιστές μπλεγμένους. Μπήκαν λοιπόν από την πίσω πόρτα, αλλά κουβαλούσαν και ένα πιστόλι με σιγαστήρα. Κανείς δεν άκουσε μπαμ στη γειτονιά. Ποιος πάει σε ραντεβού με μια πανέμορφη Ολλανδέζα και κουβαλάει πιστόλι; Και ποιος έχει σιγαστήρα στο πιστόλι του, εκτός από τον αποφασισμένο για το πώς θα το χρησιμοποιήσει;»
      Ο αστυνόμος συνοφρυωμένος έκανε παύση και άπλωσε το χέρι του να πιάσει το πακέτο με τα τσιγάρα. Θυμήθηκε πως το είχε κόψει -μαχαίρι, από τα τρία πακέτα- πριν ένα μήνα και συμμάζεψε το χέρι και τις σκέψεις του ξανά. Ο υπαστυνόμος Γεωργίου τον παρακολουθούσε με ενδιαφέρον.
      «Πάμε τώρα στο θέμα της σκακιέρας. Τα κομμάτια ήταν ανακατεμένα. Η παρτίδα δεν έμοιαζε με κανονική, αυτό το διαπίστωσα από την αρχή. Τι ήταν όμως;» έδειξε πάνω στο γραφείο του ο Πητ Μπουλ. Ο Γεωργίου πλησίασε.
      «Δες, άσπρα και μαύρα κομμάτια ανάκατα, σχεδόν χωρίς να λείπει τίποτε, εκτός από το μαύρο βασιλιά και το πιόνι. Σκέφτηκα αρχικά κάποιες εκκεντρικές εκδοχές του παιχνιδιού όπως τη μανσούβα, μα καμιά από αυτές δε συνάδει με τη θέση. Θα μπορούσε βέβαια να είναι μια κατασκευασμένη θέση, ένα πρόβλημα…»
      «Τι εννοείς πρόβλημα;» απόρησε ο Γεωργίου που οι γνώσεις του στα επιτραπέζια δεν είχαν ταξιδέψει έξω από τα σύνορα της Μονόπολυ.
      «Άσκηση σκακιστική, πώς να στο πω; Σαν γρίφος για να τον λύσεις. Κατάλαβες; Ωραία. Όμως κι αυτό ακόμα μου φαινόταν απίθανο. Εξάλλου όλα αυτά θα προϋπέθεταν η Νόρα Σέτσινγκ να ήξερε σκάκι και να δεχόταν τα μαύρα μεσάνυχτα να λύσει ένα πρόβλημα. Φοβάμαι πως αποτελούσε η ίδια πρόβλημα για κάποιον κι αυτός την έβγαλε από τη μέση».
      «Εννοείς κάτι σαν να μην είχε να πληρώσει τη δόση της; Και τότε πάλι, τα κομμάτια στη σκακιέρα τι ρόλο έπαιζαν; Ήταν κάτι τυχαίο;»
      «Φοβάμαι ότι ήταν ακριβώς αυτό: Τυχαίο!» είπε θριαμβικά ο Μπουλαξίζης.
      «Δηλαδή;»
      «Τα κομμάτια τοποθετήθηκαν εκεί όχι αναπαριστώντας τις κινήσεις στην σκακιέρα, μα επειδή κάποιος απλά τα σήκωνε και τα μετακινούσε, έτσι, χωρίς σχέδιο».
      «Αστυνόμε, με το συμπάθιο, μα εξακολουθώ να μην το καταλαβαίνω αυτό το παιχνίδι».
      Ο Μπουλαξίζης τότε πήρε δύο πιόνια από τη σκακιέρα και τα έδωσε στον υπαστυνόμο. Αυτός τα κράτησε με απορία, ένα στο κάθε χέρι.
      «Πώς σου φαίνονται;» ρώτησε με χαμόγελο ο Πητ Μπουλ.
      «Ξέρω ’γω; Μάλλον ίδια. Ολόιδια θα έλεγα».
      Τότε ο αστυνόμος τράβηξε από τη μέσα τσέπη του σακακιού του ένα σακουλάκι. Ο Γεωργίου γούρλωσε τα μάτια του καθώς αναγνώρισε αμέσως το πιόνι που είχε μαζέψει ο αστυνόμος από τη σφιχτή γροθιά του πτώματος.
      «Μα… αυτό είναι… Δεν το δώσατε στη Σήμανση;» έφριξε ο καθώς πρέπει μπάτσος.
      «Χαλάρωσε, Γεωργίου, θα μου πάθεις τίποτε. Θα το πας εσύ στη Σήμανση σε λίγο. Απλά ήθελα να έχω το χρόνο να το επεξεργαστώ με την ησυχία μου. Και όπως βλέπεις το κάνω μπροστά σου. Πιάσε μου ένα ζευγάρι πλαστικά γάντια. Έτσι μπράβο! Για να δούμε τι θα δούμε, που έλεγε κι ο μπάρμπα-Μυτούσης ή κάποιος τέτοιος τέλος πάντων…»
      Ο Μπουλαξίζης περιεργάστηκε το εύρημα με προσοχή, το περιέστρεψε, το ζύγισε στο χέρι του και στο τέλος το έδωσε στον υπαστυνόμο. Αυτός φόρεσε ένα ζευγάρι γάντια και το έπιασε προσεκτικά. Το σύγκρινε με ένα από τα άλλα πιόνια όπως του υπέδειξε ο προϊστάμενός του.
      «Έχετε δίκιο, αστυνόμε, είναι λίγο πιο βαρύ τούτο το πιόνι» δήλωσε εντέλει κατηγορηματικά επιστρέφοντας το.
      Ο Μπουλαξίζης το πήρε και άρχισε να το σφίγγει ανάμεσα στα δάχτυλά του. Έμοιαζε να πιέζει το κάτω μέρος του πιονιού, το οποίο έδειχνε όμοιο με όλα τα άλλα.
      «Γι’ αυτό τα μετακινούσαν…» έλεγε καθώς συνέχιζε την προσπάθεια «…για να δουν πιο είναι το βαρύ, όχι για να κάνουν κινήσεις στη σκακιέρα».
      Ένα «πουκ» ακούστηκε και ο αστυνομικός σταμάτησε την προσπάθεια. Χωρίς να αφήσει το πιόνι από τα χέρια του, τράβηξε με τον αγκώνα του μια καθαρή σελίδα χαρτί. Ο Γεωργίου έσκυψε πάνω από τον ώμο του καθώς η περιέργειά του είχε εκτοξευτεί σε δυσθεώρητα ύψη. Ο Μπουλαξίζης έγειρε προσεκτικά τον πάτο του πιονιού, που είχε πια ανοίξει για τα καλά, και άφησε να κυλήσει στο λευκό χαρτί λίγη ποσότητα από μια, ακόμα πιο λευκή, σκόνη. Ο Γεωργίου πλησίασε κι άλλο με μισάνοιχτο από την έκπληξη στόμα.
      «Σκοπεύεις να κάνεις μυτιά;» του πέταξε πάνω απ’ τον ώμο του ο Πητ Μπουλ κι εκείνος συμμαζεύτηκε άρδην.
      «Δηλαδή, την καθάρισαν για την κόκα;»
      «Εκεί που πας να τα ξεκαθαρίσεις στο μυαλό σου, εκεί ακριβώς μου τα μπερδεύεις. Την κόκα την έπαιρνε η κυρία γκομε-Νόρα. Αν ενδιέφερε το δολοφόνο η σκόνη, λες να την άφηνε να βουτήξει το πιόνι στο χεράκι της και να το κρατάει ζηλότυπα μέχρι να καταφθάσει το ιππικό; Στην ανάγκη θα της έκοβε και το χεράκι μαζί. Όχι, το παιχνίδι ήταν πιο μεγάλο. Εξάλλου, λείπει και ο βασιλιάς. Ο μαύρος βασιλιάς. Κι αυτός χωράει μεγαλύτερη ποσότητα. Ανταλλαγή, Γιάννη! Η γκόμενα κάτι έφερνε και την πλήρωναν με τη δόση της».
      «Σαν τι δηλαδή;»
      «Σαν αυτό δηλαδή» είπε ο Μπουλαξίζης και, τινάζοντας μια τελευταία φορά το πιόνι, κάθισε πάνω στη θίνα του ναρκωτικού ένα λαμπερό κομμάτι γυαλί.
      «Τι… Τι ’ν’ τούτο;»
      «Άνθρακας ο θησαυρός. Αλλά άνθρακας με τη σωστή διάταξη των κρυστάλλων του και τη σωστή φροντίδα από έναν αδαμαντογλύφο» είπε ο Μπουλαξίζης και σήκωσε ψηλά το διαμάντι, που το ισχνό βρεγμένο φως που έμπαινε από το δακρυσμένο τζάμι τού στερούσε κάμποση από τη δόξα του.
………………………………………………………………
      Ο Στέλιος, αυτός που κάποιοι αρέσκονταν να ονομάζουν «μπεκρή», ήταν χρόνια καρφί της αστυνομίας. Ποιος θα υποψιαζόταν ποτέ έναν κακόμοιρο ρακοσυλλέκτη με έφεση σε κάθε υγρό που μετράται σε βαθμούς αλκοόλης, για ρουφιάνο; Τη βροχερή εκείνη μέρα ο Στέλιος ήταν σε διατεταγμένη υπηρεσία, απέναντι από το καφενείο «Εθνικός 1924». Έπρεπε να κόβει κίνηση και να κοζάρει αν θα διάβαιναν το κατώφλι του δύο τύποι που του είχαν δείξει τα σκίτσα τους και που ο εργοδότης του, ο υπαστυνόμος Γεωργίου, ονόμαζε -κατά περίεργο τρόπο- Διόσκουρους. Δεδομένου ότι ο Στέλιος πληρωνόταν προκαταβολικά, το μόνο πρόβλημα ήταν η κωλοβροχή, που δεν έλεγε να σταματήσει. Είχε βρει τελικά ένα χαρτοκιβώτιο για να το κάνει πρόχειρη σκέπη, όταν τους είδε. Προχωρούσαν δίπλα-δίπλα και έμοιαζαν πολύ σε αυτό που περίμενε. Μπήκαν στο καφενείο του Τουρκομένη και ο Στέλιος αποφάσισε να αφήσει να περάσουν λίγα λεπτά πριν μπουκάρει μέσα, για να μην καρφωθεί με το καλημέρα. Η βροχή σύντομα δυνάμωσε και ο ρακοσυλλέκτης ψυλλιάστηκε πως απέχει λίγο από την πνευμονία και ακόμα λιγότερο από το Τζάνειο και κίνησε να μπουκάρει στα ενδότερα βλαστημώντας το διάολο και την Κόλαση.
      Δύο δεύτερα αργότερα ο Σατανάς αυτοπροσώπως περνούσε από τη γειτονιά καθώς η εκκωφαντική έκρηξη και οι τερατώδεις γλώσσες φωτιάς που τινάχτηκαν από το καφενείο του Τουρκομένη ήταν σα να άνοιγε η πόρτα της Κόλασης στη φάτσα του Στέλιου, που ίσα και πρόλαβε να σωριαστεί ενδεής στο έδαφος.

(Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου