Κυριακή 13 Μαρτίου 2022

Ο ζωγράφος Παναγιώτης Δοξαράς και το θεωρητικό του έργο (β' μέρος)

Κάντε κλικ εδώ για να διαβάσετε το πρώτο μέρος.
Το θεωρητικό έργο του Παναγιώτη Δοξαρά

Ο Δοξαράς ασχολήθηκε με τη ζωγραφική όχι μόνο σε πρακτικό επίπεδο, αλλά και σε θεωρητικό, αφενός με μεταφράσεις κι αφετέρου με μια πραγματεία. Το έργο αυτό σώζεται σήμερα σε τρία χειρόγραφα: Το πρώτο ανήκει στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας, είναι γνωστό ως Τέχνη Ζωγραφίας 1720 και τα κείμενά του είναι μεταφράσεις από την έκδοση του Dufresne του 1651 του έργου του Λεονάρντο ντα Βίντσι Trattato della Pittura, του Leone Battista Alberti Tre Libri della Pittura και του Andrea Pozzo Breve istruttione per dipingere a fresco. Το χειρόγραφο αυτό έχει αποδειχθεί ότι δεν γράφτηκε από το χέρι του ίδιου του Παναγιώτη Δοξαρά, αλλά από το χέρι του γιου του Νικολάου, πράγμα που αποδεικνύει επίσης τη σχέση και τη συνεργασία ανάμεσα στους δύο ζωγράφους. Το δεύτερο χειρόγραφο ανήκει στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, είναι γνωστό με τον τίτλο Τέχνη Ζωγραφίας 1724 και είναι πληρέστερο κατά πολλές απόψεις από το προηγούμενο. Το τρίτο χειρόγραφο ανήκει στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία και φέρει τον τίτλο Περί Ζωγραφίας κατά το 1726. Αυτό το χειρόγραφο για πολλά χρόνια θεωρείται ότι είναι το πρώτο σύγγραμμα μιας νεοελληνικής θεωρίας και κριτικής της τέχνης. Σε αυτό το έργο, το οποίο θεωρείται το πιο σημαντικό απ’ όλα, ο Δοξαράς υμνεί την ιταλική Αναγέννηση, αναδεικνύει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της τέχνης του καθενός από τους μεγάλους Ιταλούς δασκάλους (Τιντορέττο, Τισιανού, Μιχαήλ Αγγέλου, Βερονέζε, κ.ά.), ζητάει πίσω τα δικαιώματα της φυσικής αναπαράστασης των μορφών από τη βυζαντινή σχηματοποίηση και αυστηρότητα, και δίνει συμβουλές για το σχέδιο, τον χρωματισμό, το στήσιμο του πίνακα, τη χρήση άλλων τεχνών, όπως πχ. της γλυπτικής, στο θεωρητικό οπλοστάσιο ενός ζωγράφου, τις φωτοσκιάσεις, την προετοιμασία των βερνικιών και πολλά άλλα. Απόλυτη αρχή το «νατουράλε», κι από την άποψη αυτή δεν παρεξέκλινε ποτέ:

«Πλην καλλίτερον από κάθε άλλῳ είναι να δουλεύετε από το φυσικόν και αληθινόν, το οποίον τυχένη να το έχεις αενάως κατ’ έμπροσθεν εις τα όμματα, ωσάν υπόδειγμα πρωτότυπον και βέβαιον Διδάσκαλον. Στοχαζόμενος ότι ουχί όλα τα σχέδια είναι καλά, αλλά μόνον εκείνα όπου είναι συμμετριμένα και καλά συνθεμένα από την φύσιν.»

Το έργο αυτό αποτελείται από τα εξής τέσσερα μέρη, τα οποία δείχνουν ότι δεν υπήρξε πλευρά της ζωγραφικής τέχνης που να μην τον απασχόλησε: 1) «Κοινή διδασκαλία εις τας τρεις περίστασαις οπού περιέχει η ζωγραφία, δηλονότι σχέδιον, χρωματισμόν και εφεύρεσιν...»· 2) «Νουθεσία εις τους νέους όταν προάγονται εις το σχέδιον»· 3) «Ερμηνεία εις τα διάφορα βερνίκια» και 4) «Ερμηνεία εις το επιχείρημα του χρυσώματος».

Η μεγάλη σημασία της Επτανησιακής σχολής είναι η διαφοροποίηση των κριτηρίων, κι ο Δοξαράς είναι άνθρωπος της εποχής του. Έχουν υπάρξει πρόσφατες μελέτες που αμφισβητούν το ότι το Περί Ζωγραφίας είναι έργο πρωτότυπο, και θεωρούν ότι πρόκειται για μια ανθολογία κειμένων μεταφρασμένων από ιταλικές εκδόσεις του 17ου και των αρχών του 18ου αιώνα, και συγκεκριμένα για αποσπάσματα από τη μελέτη του Marco Boschini Le ricche minere della pittura veneziana, που εκδόθηκε στη Βενετία το 1674, και από μια σύγχρονη στον Δοξαρά έκδοση της εγκυκλοπαίδειας της τέχνης L’ Abecedario Pittorico, που εκδόθηκε στη Μπολόνια από τον καρμελίτη μοναχό Pellegrino Antonio Orlandi. Ο Δοξαράς λοιπόν, είτε έγραψε πρωτότυπη εργασία είτε όχι, στην ουσία κωδικοποίησε για τους καλλιτέχνες των υπό βενετική κυριαρχία νησιών της εποχής του αυτό που ήδη ήταν κοινός τόπος στη Δύση, αλλά παράλληλα και κάπως γνωστό ήδη στον ελληνικό χώρο. Τα κείμενά του έχουν όλα διδακτικό χαρακτήρα και απευθύνονται στους νεαρούς σπουδαστές της τέχνης της ζωγραφικής, απηχώντας τον ενθουσιασμό και τον θαυμασμό που υπήρχε στα Επτάνησα για την τέχνη της Γαληνοτάτης. Είναι γνωστό άλλωστε πως νέοι καλλιτέχνες πήγαιναν για σπουδές στη Βενετία ακόμη και πολύν καιρό πριν από την εποχή του Δοξαρά, ενώ και στους ορθόδοξους ζωγράφους είχε δημιουργηθεί η αντίληψη πως έπρεπε να «βελτιώσουν» τον βυζαντινό τρόπο έκφρασης, απαλύνοντάς τον κάπως από την «ξηρότητα» που τον διακατείχε και την υπερβατική αποξένωση που προκαλούσαν οι μορφές του.

Η αντιπαράθεση που δημιουργήθηκε την εποχή εκείνη με την κατεστημένη παράδοση βρήκε και θεωρητικό υπόβαθρο με τη συγγραφή την ίδια περίπου εποχή από τον Αγιορείτη ιερομόναχο Διονύσιο του εκ Φουρνά των Αγράφων του έργου Ερμηνεία των Ζωγράφων, στο οποίο διδάσκεται η προσήλωση στην ορθόδοξη βυζαντινή παράδοση και η μέσω προσευχής διαφώτιση του ζωγράφου. Στο έργο του ο Διονύσιος προτείνει ως υπόδειγμα της ζωγραφικής τέχνης τον καλλιτέχνη του 4ου αιώνα Μιχαήλ Πανσέληνο. Όμως και ο Διονύσιος αποδέχεται δειλά κάποιες από τις μεταρρυθμίσεις που εισήγαγαν οι ζωγράφοι της Κρητικής σχολής, ίσως εξαναγκασμένος από ένα συγκαλυμμένο νατουραλιστικό αίσθημα.

Όπως και να έχει, το έργο του Δοξαρά στο σύνολό του δημιούργησε αντιδράσεις και πολεμικές, είτε υπέρ είτε κατά.

Βιβλιογραφία

- Αλεβίζου, Ντενίζ-Χλόη. «Νεότερα στοιχεία για τα μεταφραστικά έργα του Παναγιώτη Δοξαρά». Μνήμων 22 (2000): 259-267.
- Αλεβίζου, Ντενίζ-Χλόη. “Subversive Evidence Regarding the Birth of Neohellenic Painting”. North Street Review: Arts and Visual Culture Vol 9 (2004): 1-6.
- Δοξαράς, Παναγιώτης. Περί Ζωγραφίας. Αθήνα: Εκάτη, 2001.
- Λυδάκης, Στέλιος. «Η Κρητική Σχολή του 16ου-17ου αιώνα και η Επτανησιακή Σχολή». Έλληνες Ζωγράφοι. τ. Γ΄. Αθήνα: Μέλισσα, 1976. 20-61.
- Μουστοξύδης, Ανδρέας. Ελληνομνήμων ή σύμμεικτα ελληνικά. Αρ. 1. Αθήνα, 1843. 17-40.

           Ηλίας Οικονομόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου