Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2024

«Τ' αγνάντεμα» - διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιμάντη

       Επάνω στον βράχο της ερήμου ακτής, από παλαιούς λησμονημένους χρόνους ευρίσκετο κτισμένον το εξωκκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας. Όλον τον χειμώνα παππάς δεν ήρχετο να λειτουργήση. Ο βορρηάς μαίνεται και βρυχάται ανά το πέλαγος το απλωμένον μαυρογάλανον και βαθύ, το κύμα λυσσά και αφρίζει εναντίον του βράχου. Κι’ ο βράχος υψώνει την πλάτην του γίγας ακλόνητος, στοιχειό ριζωμένον βαθειά στην γην, και το ερημοκκλήσι λευκόν και γλαρόν, ως φωλιά θαλασσαετού, στεφανώνει την κορυφήν του. Όλον τον χρόνον παππάς δεν εφαίνετο και καλόγηρος δεν ήρχετο να δοξολογήση. Μόνον την ημέραν των Φώτων κατέβαινεν από το ύψος του βραχώδους βουνού, από το λευκόν μοναστηράκι του Αγίου Χαραλάμπους, σεβάσμιος, με φτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιά και κυματίζοντα βαθειά γένεια, ένας γέρων ιερεύς, «ως νεοττός της άνω καλιάς των Αγγέλων», διά να λειτουργήση το παλαιόν λησμονημένον ερημοκκλήσι. Εκεί ήρχοντο τρεις-τέσσαρες βοσκοί, βουνίσιοι, αλειτούργητοι, ήρχοντο με της φαμίλιες των της ανέβγαλτες και άπραχτες, με τα βοσκόπουλά των τ’ αχτένιστα και άνιφτα, που δεν είξευραν να κάνουν το σταυρό τους, διά ν’ αγιασθούν και να λειτουργηθούν εκεί· και εις την απόλυσιν της λειτουργίας ο γηραιός παππάς με τους πτερυγίζοντας βοστρύχους εις το φύσημα του βορρά, και την βαθείαν κυμαινομένην γενειάδα, κατέβαινε κάτω εις τον μέγαν απλωτόν αιγιαλόν ανάμεσα εις αγρίους θαλασσοπλήκτονς βράχους, διά να φωτίση κι’ αγιάση τ’ αφώτιστα κύματα. Τον άλλον καιρόν ήρχοντο, συνήθως την άνοιξιν, γυναίκες ναυτικών και θυγατέρες, κάτω από την χώραν, με σκοπόν ν’ ανάψουν τα κανδήλια, και παρακαλέσουν την Παναγίαν την Κατευοδώτραν να οδηγήση και κατευοδώση τους θαλασσοδαρμένους συζύγους και τους πατέρας των. Ωραίες κοπέλλες με υποκάμισα κόκκινα μεταξωτά, με τραχηλιαίς ψηλοκεντημέναις, με τους χυτούς βραχίονας και τα στήθη τα γλαφυρά, ήρχοντο να ικετεύσουν διά τα αδελφάκια των που εθαλασσοπνίγοντο δι’ αυτάς, διά να της φέρουν προικιά από την Πόλιν, στολίδια από την Βενετιάν, κειμήλια από την Αλεξάνδρειαν. «Πάντα νάρχωνται, πάντα να φέρνουν». Βοϊδάκια λογικά που ώργωναν αντί της ξηράς την θάλασσαν, φρόνιμα όπως τα δύο εκείνα τέκνα της ιερείας της Δήμητρος, τα μακαρισθέντα. Νεαραί γυναίκες ρεμβάζουσαι και μητέρες συλλογισμέναι ήρχοντο διά να καθήσουν και αγναντέψουν.
        Άμα είχαν φωτισθή τα νερά, η οψιμώτερα, αφού είχαν περάσει κ’ αι Απόκρεω, συνήθως περί την δευτέραν εβδομάδα των Νηστειών, αφού είχαν γευθή πλέον αχινούς και στρείδια αρκετά, οι ναυτικοί μας επέβαιναν εις τα βρίκια, εις της σκούναις των, και εμίσευαν· επήγαιναν να ταξειδέψουν. Τον καιρόν εκείνον καράβια και γολέτταις «έδεναν» μεσούντος του φθινοπώρου. Οι θαλασσινοί μας αγαπούσαν πολύ της εστίας την θαλπωρήν, τον καπνόν του μελάθρου και το θάλπος της αγκάλης. Και όταν επανήρχετο η άνοιξις εις την γην, τότε αυτοί επέστρεφαν εις την θάλασσαν. Εσηκώνοντο στα πανιά τα αιμωδιασμένα και ναρκωμένα από την μακράν ραστώνην σκάφη ανά δύο ή τρία την αυτήν ημέραν, και η σκούνα έφερνε βόλταις εις τον λιμένα εάν ήτο ενάντιος, ή και ούριος, αν ήτο ο άνεμος. Η βάρκα επερίμενε διπλαρωμένη έξω εις την προκυμαίαν. Ο καπετάνιος δεν ετελείωνε τους αποχαιρετισμούς εις την οικίαν και ο λοστρόμος εμάκρυνε της πανετάδες εις τα καπηλειά. Κ’ η βάρκα επερίμενε. Και ο μούτσος έχασκεν επάνω εις το κεφαλόσκαλον. Και ο νεαρός ναύτης, όστις είχεν έλθει με τον μούτσον τώρα από την σκούναν, που ήταν στα πανιά, εγίνετο άφαντος. Δύο άλλοι σύντροφοι, περασμένοι στα χαρτιά, ναυτολογημένοι, έλειπαν. Κανείς δεν είξευρε πού ήσαν. Και μέσα εις το πλοίον όπου έφερνε βόλταις-βόλταις, κ’ εστρέφετο ως δεμένον περί κέντρον αόρατον — το κέντρον ήτο μέσα εις τας καρδίας και εις τας εστίας των ναυτικών — άλλος δεν ήτο ειμή ο πηδαλιούχος, ο μάγειρος, κ’ ένας επιβάτης, ξένος κ’ έρημος, εις τον οποίον είχαν ειπεί «τώρα, στη στιγμή, να, τώρα-τώρα θα φύγωμε» κ’ είχε μπαρκάρει, ο άνθρωπος, από δώδεκα ώρας πριν.
        Ο πλοίαρχος έπρεπε να βάλη εμπρός την καπετάνισσαν· αυτή ώφειλε να προπορευθή, επειδή ήτον τυχερή, βέβαια· κ’ έτσι απεφάσιζε να μπαρκάρη. Τέλος εσυμμαζεύετο ο λοστρόμος, ανεκαλύπτοντο οι δύο απόντες σύντροφοι, εξεκολλούσεν ο πλοίαρχος, έπεφταν τρομπώνια αρκετά, τρομπώνια από το πλοίον, τρομπώνια έξω από την πόλιν έκοφταν, εψαλλίδιζαν της βόλταις ταχύτερα, συντομώτερα ως να εσφίγγοντο διά να κόψουν την αόρατον εκείνην κλωστήν, το λεπτόν ισχυρόν νήμα, ως μίαν τρίχα ξανθήν μακράς κυματιζούσης κόμης, και το σκάφος έβαλλε πλώρην προς βορράν.
        Την ημέραν εκείνην και τας άλλας ημέρας της αρχής του έαρος, καραβάνια γυναικών, ασκέρια, φουσάτα γυναικών, ανείρπον, ανέβαιναν, ανήρχοντο, επάνω στην ρεμματιάν, το ρέμμα-ρέμμα, τον ελικοειδή δρομίσκον, όστις διαχαράσσεται ανά τους λόφους τους τερπνούς με τας χιλιάδας των ελαιοδένδρων, τον αειθαλή πρασινόφαιον στολισμόν της μεγάλης κοιλάδος με τας ράχεις, με τας κορυφάς, με τας εσοχάς και εξοχάς, ανετώτερον από την κυματίζουσαν ποδιάν της βοσκοπούλας του βουνού, πολυπτυχώτερον από την χρυσοκέντητον εσθήτα της νύμφης. Επάνω εις τον βράχον της ερήμου βορεινής ακτής, πλησίον εις το λησμονημένον παρεκκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας, εκεί εγίνετο το μαζεμμα των γυναικών, η σύναξις η μεγάλη.
        Τότε έλαμπον με μεγάλαις φωτιαίς τα κανδήλια της Παναγίας της Κατευοδώτρας. Η γραία Μαλαμίτσα, η κλησάρισσα του αγίου Νικολάου, έβαλλε της φωναίς· έκανε το κακό. . . εμάλλωνε με όλαις της γυναίκες. Αυτή επήρε το καλαθάκι της, την ρόκαν της, τ’ αδράχτι της, και ήλθεν από τον Άγιον Νικόλαον επίτηδες, κατά παραγγελίαν του κυρ-Αγγελή του επιτρόπου. . . διά να μαλλώση της ευλαβητικαίς (αλλοίμονον! η ευλάβειά μας είνε για το συμφέρον, έλεγε σείουσα την κεφαλήν), να μην το παρακάνουν και χύνουν λάδια πολλά και λαδώνουν το έδαφος του ναού, και τα στασίδια και το αναλόγι, και τα δύο-τρία παμπάλαια βιβλία που ήσαν εκεί, και τα μανάλια και τον τοίχον, και τα τέμπλον, και της ποδιαίς και αυτάς τας αγίας εικόνας. Αλλ’ η γυναίκες δεν την άκουαν. Τι χρειάζουνται τόσαις φωτιαίς, σαν πυροφάνια, εφώναζεν η γρηά Μαλαμίτσα. Αυτή είχε μάθει από τον γέροντά της τον παππα-Γεράσιμον, ότι η φωτιαίς των κανδηλιών πρέπει να είνε μικραίς, τόσαις δα, σαν λαμπυρίδες. Του κάκου. Κανείς δεν την ήκουεν.
        Οι ορμαθοί των γυναικών, ομάδες-ομάδες, συγγενολόγι. . . . διεσπείροντο εις μικρούς όχθους, εις πτυχάς του βράχου, ανάμεσα εις θάμνους και χαμόκλαδα, εις μέρη υψηλά και εις μέρη υπήνεμα, ήρχοντο με τα καλαθάκια τους, με τα μαχαιρίδιά τους. . . διότι πολλαί εξ αυτών ησχολούντο να βγάλουν αγριολάχανα. . . με τα προγεύματά τους, τα σαρακοστιανά, και αφού είχαν ανάψει τα κανδήλια της Παναγίας, αφού είχαν κάνει μετάνοιες πολλαίς στρωταίς, κ’ είχαν κολλήσει αφιερώματα εις την εικόνα, κ’ είχαν χορτάσει τ’ αυτιά τους από τας νουθεσίας της γρηά-Μαλαμίτσας, εστρώνοντο εκεί εις την δροσεράν χλόην κι’ αγνάντευαν κατά τα πέλαγος. Τα βοσκόπουλα εκείνα τ’ άγρια κι’ αχτένιστα κι’ απλοϊκά, που της έβλεπαν από μακράν σαν σκιασμένα, απορούσαν κ’ έλεγαν:
        — Κύττα της! στα μάτια έκαμαν.
        Ως τόσον αι γυναίκες των θαλασσινών αγνάντευαν.
        Ιδού το βρίκι του καπετάν-Λιμπέριου του Λιμνηού· είχε σηκωθή στα πανιά αργά την νύκτα· με το απόγειο της νυκτός ηύρε το ρέμμα και απεμακρύνθη κ’ εχώνεψε. Κατευόδιο καλό! Η προσευχή των μικρών παιδίων του ας είνε ως πνοή στα πανιά, στα ξάρτια του καραβιού σας. . . στο καλό, στο καλό!
        Ιδού το καράβι του καπετάν-Σταμάτη του Σύρραχου. Υπερήφανα, καμαρωμένα, αδελφωμένα τα δυο, αυτό κι’ ο πλοίαρχός του, πάνε να μας φέρουν καλά, να μας φέρουν στολίδια. Στο καλό πουλί μου, στο καλό!
        Ιδού και η γολέττα του καπετάν-Μανώλη του Χατζηχάνου. . . Η ψυχή μου, η πνοή μου να είνε πάντα στα πανιά σου, ωσάν λαμπάδα του Επιταφίου, να διώχνη τα μαύρα, τα κατακόκκινα τελώνια, πριν προφτάσουν να κατακαθίσουν στα πανιά σου. Σύρε, πουλί μου, στο καλό και στην καλή την ώρα! Στο καλό!
        Νά κ’ η σκούνα του καπετάν-Αποστόλη του Βιδελνή, καινούργιο σκαρί, η τετάρτη ή πέμπτη, την οποίαν κατορθώνει εντός δεκαετίας να σκαρώση, μ’ όλην της τύχης την καταδρομήν. Έπεσε πολύ γιαλό, δεν την ηύρε καλά το απόγειο, κι’ άργησε. Διακρίνεται το πλήρωμα, οι άνθρωποι σαν ψύλλοι, που πηδούν εμπρός κι’ οπίσω στην κουβέρτα. Δούλευέ τα, καπετάνιο μου! Παναγιά, μπροστά σας! Στο καλό, στο καλό!
        — Παιδιά μου, κορίτσια μου, αρχίζει να ομιλή η γριά-Συρραχίνα, παλαιά καπετάνισσα με το ραβδάκι της και με το καλαθάκι της στο χέρι, με τα ογδόντα χρόνια στην πλάτη της, που μπόρεσε κι’ ανέβη τον ανήφορον διά να καμαρώση, ίσως διά τελευταίαν φοράν, το καράβι του γυιου της που έφευγε. Ξέρετε τι μεγάλη χάρι έχει, και πόσο καλό έκαμε στους θαλασσινούς αυτό το εκκλησιδάκι της Μεγαλόχαρης.
        — Πώς δεν το ξέρουμε, είπαν αι άλλαι· ας έχη δόξα το όνομά της.
        — Το εξωκκλήσι αυτό άγιασε και μέρωσε όλο το άγριο κύμα· πρωτήτερα είχε κατάρα όλος αυτός ο γιαλός.
        — Γιατί;
        — Βλέπετε κείνον τον βράχο, κάτω στο κύμα που ξεχωρίζει απ’ το γιαλό;. . . που φαίνεται σαν άνθρωπος με κεφάλι και με στήθια . . . που μοιάζει σαν γυναίκα; Εκείνη είνε το Φλανδρώ.
        — Ναι, το Φλανδρώ, είπεν η υπερεξηκοντούτις Χατζηχάναινα. Κάτι έχω ακουστά μου. Εσύ θα το ξέρης καλλίτερα, θεια-Φλωρού.
        — Το βλέπετε κ’ είνε ξέρα, είπεν η Φλωρού η Συρραχίνα· μια φορά κ’ έναν καιρό ήτον άνθρωπος.
        — Άνθρωπος;
        — Άνθρωπος καθώς εμείς. Γυναίκα. Αι άλλαι ήκουον με απορίαν. Η γρηά-Συρραχίνα ήρχισε να διηγήται.
        — Στον καιρό των παλαιών Ελλήνων, ήτον μία κόρη αρχοντοπούλα, που την έλεγαν Φλάνδρα ή Φλανδρώ. Η Φλανδρώ είχε νοματιστή έτσι — καθώς μούπε ο πνεμματικός απάνω στον Άι-Χαράλαμπον όσον τον θυμούμαι, μακαρία η ψυχή του. Ήμουν μικρό κορίτσι, δώδεκα χρονών, και μ’ επήγε η μάννα μου να ξαγορευτώ τη Μεγάλη Τετράδη. . . τι να ξαγορευτώ, εγώ τίποτα δεν είξερα, τα ξεράματά μου. . . το τι μώλεε ο πνεμματικός δεν αγροικούσα, φωτιά που μ’ έ!. . . Το νόημά του δεν το καταλάβαινα, τα λόγια τα θυμούμουν, κ’ ύστερ’ από χρόνια. . . το κορίτσι πρέπει νάνε φρόνιμο και ντροπαλό, νάνε υπάκοο, να μην κυττάζη τους νειους, ν’ αγαπά τον κύρη του και την μανούλα του· και σαν μεγαλώση, και δώση ο Θεός και παντρευτή με την ευχή των γονιών της, άλλον να μην αγαπά από τον άνδρα της.
        Μώφερε το παράδειγμα των παλαιών Ελλήνων. . . Οι παληοί Έλληνες, που προσκυνούσαν τα είδωλα. . . Κείνον τον καιρό ήτον μια που την έλεγαν Φλάνδρα, ή Φλανδρώ. Φλανδρώ θα πη Φιλανδρώ. Φιλανδρώ θα πη μια που αγαπά τον άνδρα της. Φλανδρώ την είπαν, Φλανδρώ βγήκε. Αγάπησε ολόψυχα τον άνδρα της, όσο που έχασε τ’ αγαθά του κόσμου, και έγεινε πέτρα γι’ αυτό. Τον καιρόν εκείνον ήτον ένας καραβοκύρης, ώμορφο παλληκάρι, κι’ αγάπησε το Φλανδρώ και την εγύρεψε, και της έδωσε αρραβώνα. Σαν της έδωσε αρραβώνα, εσκάρωσε καινούργιο καράβι, και σαν εσκάρωσε το καράβι, έγεινε κι’ ο γάμος· και σαν έγεινε ο γάμος, έρριξε το καράβι στο γιαλό, κ’ εμπαρκάρησε και πήγε να ταξειδεύη.
        Τότε το Φλανδρώ ήλθε ν’ αγναντέψη, σαν καλή ώρα, ‘ς αυτόν τον έρμο το γιαλό. Ξεκολλούσεν η ψυχή της, που έφευγεν ο άνδρας της· δεν μπορούσε να το βαστάξη, να στηλώση την καρδιά της. Αγνάντεψε το καράβι που έφευγε, κ’ έκλαψε πικρά κ’ εφαρμακώθηκαν, και θύμωσαν, κι’ αγρίεψαν κ’ εθέριεψαν. . . και στο δρόμο τους που ηύραν το καράβι, έπνιξαν τον άνδρα της Φλανδρώς, κ’ έγεινε αγυρισιά του. . . Και το Φλανδρώ ήρθε και ξαναήρθε σ’ αυτόν τον έρμο γιαλό κ’ εκύτταζε κι’ αγνάντευε. . . κ’ επερίμενε, κ’ εκαρτερούσε κι’ απάντεχε. . . Πέρασαν μήνες, πέρασε χρόνος, πέρασαν δύο χρόνια, πέρασαν τρία. . . και το καράβι πουθενά δεν εφάνηκε. . . και το Φλανδρώ έκλαψε, και καταράστηκε την θάλασσα, και τα μάτια της εστέγνωσαν, και δεν είχε πλεια δάκρυ να χύση. . . και παρακάλεσε τους θεούς της που ήταν είδωλα, πέτραις, να της κάμουν τη χάρι να γείνη κι’ αυτή είδωλο, βράχος, πέτρα. . . και το ζήτημά της έγεινε και την έκαμαν βράχο, ξέρα. . . με το σκήμα τ’ ανθρωπινό, που τρίβηκε κ’ εφθάρηκε απ’ τα κύματα ύστερ’ από χιλιάδες χρόνια· και το ανθρωπινό σκήμα φαίνεται ακόμα, και νά ο βράχος εκεί, η πέτρα που θαλασσοδέρνεται και χτυπά και βογγά απάνω της το κύμα. . . κ’ η φωνή της, το βογγητό της, γίνεται ένα με το βογγητό της θάλασσας . . . Νά η ξέρα εκεί. Αυτή ‘νε η Φλανδρώ. Ύστερα με χρόνια πολλά, σαν ήρθε ο Χριστός ν’ αγιάση τα νερά, για να βαπτιστή η πλάσι, μια χριστιανή αρχόντισσα, η Χατζηγιάνναινα, που είχαν σκαρώσει τα παιδιά της δύο καράβια, έταξε στην Παναγία, κ’ έχτισε αυτό το παρακκλήσι, για το καλό κατευόδιο των παιδίων της. . . Ας δώσ’ η Παναγία και σήμερα νάνε καλό κατευόδιο στους άνδρες σας, στ’ αδέρφια σας, και στους γονιούς σας.

       — Φχαριστούμε· ομοίως και στα παιδάκια σου, θεια-Φλωρού!
       
       Ο ήλιος εχαμήλωσε κατά το βουνόν, τα πρώτα πλοία είχαν γείνει άφαντα προ ώρας· και η τελευταία γολέττα μικρόν κατά μικρόν εχώνευεν εις το μέγα πέλαγος. Τα συγγενολόγια και τα φουσάτα των γυναικών, με τα καλαθάκια και τα μαχαιράκια τους, διεσπάρησαν ανά τους λόφους, κ’ έβγαζαν καυκαλήθραις και μυρόνια, κ’ έκοφταν φτέραις κ’ αγριομάραθα. Σιγά-σιγά κατέβη ο ήλιος εις το βουνόν και αυταί κατήλθον εις την πολίχνην. Η νυκτερινή αύρα εσύριζεν εις τα δένδρα, και οι λογισμοί των γυναικών επετούσαν μαζί της, κ’ έστελλαν πολλάς ευχάς εις τα κατάρτια, εις τα πανιά και εις τα εξάρτια των καραβιών. Και βαθειά, εις την σιωπήν της νυκτός, τίποτε άλλο δεν ηκούσθη ειμή το λάλημα του νυκτερινού πουλιού, και το άσμα μιας τελευταίας συντροφιάς ναυτικών, μελλόντων ν’ αναχωρήσωσιν αύριον : «Σύρε, πουλί μου στο καλό και στην καλή την ώραν!»

(Από τη σελίδα http://dromospoihshs.gr/)

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2024

«Ένα σκιερό σύννεφο από σιωπή» - ποίημα

Ζυγώνει ένα σκιερό σύννεφο από σιωπή
Και ασφαλή απουσία
Και λουλουδάκια που πάντα θα μαζεύουν τα παιδιά
Όταν θα τρέχουν σε πέλαγα από μέλλον
Και παιδικές χαρές από αυτές που δε ζήσαμε
Με κούνιες από αγνό μετάξι
Και θύελλες από σφιγμένα πρόσωπα
Και ποταμούς χρυσούς γεμάτους από μάτια
Που θα κοιτάζουν στιγμιαία προς τα εδώ
Και θα κυλούν διαβάζοντας καινούριες ψυχές
Καινούριες στιγμές
Και θ’ απαγγέλλουν καινούριες απουσίες.

      **Από τη συλλογή μου Μακρινό τραγούδι (2023)

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2024

Λορέντζος Μαβίλης

Λορέντζος Μαβίλης (1860-1912, σαν σήμερα)

«Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει. Υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι, και υπάρχουσι πολλοί χυδαίοι άνθρωποι ομιλούντες την καθαρεύουσαν».

Αυτό έλεγε στη Βουλή των Ελλήνων (ως βουλευτής Κέρκυρας) τον Φεβρουάριο του 1911 ο μεγάλος ποιητής Λορέντζος Μαβίλης, υπερασπιζόμενος την πολύπαθη δημοτική γλώσσα απέναντι στους καθαρευουσιάνους που θεωρούσαν "κατώτερη" και "χυδαία" τη γλώσσα του λαού. Ο ποιητής που δεν δίστασε να στρατευτεί στα 52 του χρόνια στους Βαλκανικούς πολέμους και να πέσει στη μάχη του Δρίσκου κοντά στα Γιάννενα στις 28 Νοεμβρίου 1912.

Ο Μαβίλης σπούδασε φιλοσοφία στην Αθήνα, στο Μόναχο και στο Φράιμπουργκ, καθώς επίσης φιλολογία και αρχαιολογία, και έγινε διδάκτορας με θέμα της διδακτορικής του διατριβής το «Δύο βιεννέζικα χειρόγραφα του Ιωάννη Σκυλίτζη». Ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία του Νίτσε, του Καντ και του Σοπενάουερ, και μετέφρασε ένα μέρος από το ινδικό έπος Μαχαμπχαράτα.

Πολύπλευρος και πολυτάλαντος, αγάπησε το σκάκι κι έγινε ούτε λίγο ούτε πολύ ο ισχυρότερος Έλληνας σκακιστής του 19ου αιώνα, πρωταθλητής μάλιστα Βαυαρίας το 1890! Μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ήταν η ισοπαλία με τον μεγάλο Εμάνουελ Λάσκερ, πριν ο τελευταίος γίνει ο δεύτερος στη σειρά παγκόσμιος πρωταθλητής! Επίσης ήταν και σημαντικός συνθέτης σκακιστικών προβλημάτων, πολλά από τα οποία είναι δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής.

Το σονέτο του "Λήθη" είναι πασίγνωστο, αλλά η δύναμή του είναι τέτοια που αξίζει τον κόπο να το ξαναδούμε (με την ορθογραφία της εποχής):

      Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
      την πίκρια της ζωής. Όντας βυθήση
      ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,
      μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να 'ναι.

      Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
      στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·
      μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίση,
      α' στάξη γι' αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

      Κι αν πιούν θολό νερό ξαναθυμούνται,
      διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι,
      πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται...

      A' δε μπορής παρά να κλαις το δείλι,
      τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
      θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Κι ένα πολύ γνωστό σκακιστικό πρόβλημα του Μαβίλη, το οποίο δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 1893 στο γερμανικό περιοδικό Akademisches Monatsheft für Schach. Τα Λευκά παίζουν και κάνουν ματ σε 3 κινήσεις.

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2024

«Η ώρα περνούσε» - ποίημα

Η ώρα περνούσε.

Στα γύρω μπαλκόνια σκορπιζόταν ένας χείμαρρος από ψιθυρίσματα, που σιγά σιγά γινόταν ποτάμι, κι έπειτα ρυάκι που κυλούσε ανέμελα και γλυκά.

Η ώρα περνούσε.

Κοίταξα ένα απομεινάρι ήλιου πέρα στη δύση που το ρουφούσε η κορυφογραμμή αργά και ηδονικά.

Η ώρα περνούσε.

Ήρθες και στάθηκες διακριτικά ανάμεσα στα νυχτολούλουδα.

Η ώρα περνούσε.

Εσύ ήσουν μια μοναδική κι απρόσμενη νυχτερινή ύπαρξη σε ένα περιβάλλον σιωπής.

Τότε ήρθε το άρωμα της νύχτας.

Οι φωνές πια δεν ακούγονταν, μάλλον είχαν πετάξει σβήνοντας πάνω απ’ τις ταράτσες και πετούσαν προς τ’ αστέρια. Έσβησες κι εσύ μαζί τους και δεν σε πρόλαβα.

Ο αέρας μύρισε φθινόπωρο.

Έπλυνα τα πιάτα, μάζεψα το πλυντήριο, άπλωσα τα ρούχα κι ένοιωσα πάλι πως ούτε η μητέρα μου ήταν πια εδώ.

           (Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal)

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2024

Νέα κυκλοφορία - «Ποιήματα 2003-2023» του Τάκη Π. Πιερράκου

Κυκλοφόρησε το Μάρτιο του τρέχοντος έτους 2024 από τις εκδόσεις Οδός Πανός, η συγκεντρωτική έκδοση των δημοσιευμένων ποιημάτων του ποιητή Τάκη Π. Πιερράκου.

Συγγραφέας: Τάκης Π. Πιερράκος
Τίτλος πρωτοτύπου: Ποιήματα 2003-2023
Είδος έργου: Ποίηση
Αριθμός σελίδων: 128
ISBN: 9789604771448
Επιμέλεια: Κωνσταντίνα Πιερράκου
Εκδόσεις: Οδός Πανός
Έτος έκδοσης: 2024

Το βιβλίο περιέχει τις συλλογές: «Απώλεια Βεβαιότητας» (Εκδόσεις Οδός Πανός, 2010), «Η Σκιερή Πλευρά των Πραγμάτων» (Εκδόσεις Οδός Πανός, 2012), «Ανάποδες Συγχορδίες», (Οδός Πανός, 2014), «Σε Ρόδινο Μισόφωτο Γραμμένη (25 Ερωτικά)», (Εκδόσεις Περισπωμένη, 1019), «Ο Μέγας Πιστός», (Εκδόσεις Περισπωμένη, 2023). Ο ποιητής ανιχνεύει με επιτυχία ζητήματα έρωτα, πόνου, αγάπης, πίστης, αφοσίωσης, ευζωίας, προσέγγισης του θείου, εσωτερικής πληρότητας, διαχείρισης της καθημερινότητας, αυθεντικότητας της ύπαρξης, φυσικής παρακμής, θανάτου κ.α. μέσα από εκατόν εβδομήντα τέσσερεις (174) ποιητικές διαδρομές, οι οποίες προσφέρονται στους εραστές της καλής νεοελληνικής ποίησης για ανάγνωση, αισθητική απόλαυση και γόνιμο προβληματισμό.

Πηγή: Μονόκλ

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2024

Δυο λόγια για τον Γεώργιο Σουρή

Σαν σήμερα το 1919 έφυγε από τη ζωή ο μεγαλύτερος σύγχρονος σατιρικός ποιητής Γεώργιος Σουρής.

Στοιχεία για τη ζωή του επιφυλάσσομαι να γράψω σε μελλοντική ανάρτηση. Προς το παρόν περιορίζομαι σε μια διασκεδαστική ιστοριούλα: Κάποτε η εφημερίδα "Το Άστυ" ζήτησε τη γνώμη του Σουρή για τους λόγιους της εποχής του. Κι αυτός, όπως συνήθιζε, απάντησε με τον μοναδικό του έμμετρο αιχμηρό τρόπο. Τώρα τι θα γινόταν σε ανάλογη περίπτωση σήμερα, ούτε που μπορώ να το φανταστώ.

Δροσίνης γλαφυρότατος, με πνεύμα δροσερό
αλλά προφέρει πάντοτε πολύ ψευδά το ρο.

Πολέμης λιγυρότατος και πολυχαϊδεμένος,
αλλά πειράζεται πολύ, για κρίσεις, ο καημένος.

Ο Προβελέγγιος λαμπρός στα δράματα και σ’ όλα,
μα δύο γλώσσες παίζουνε στο νου του καραμπόλα.

Ο Παλαμάς βαθύτατος, με ποίηση ζοφώδη,
αλλά φρενιάζει σαν του πεις κακό για τη δημώδη.

Παράσχος μέγας ποιητής, συνάδελφος εν Μούση,
που τα μαλλιά του τα ‘κοψε μα όχι και το μούσι.

Λασκαράτος
γέρος γάτος!

Ο Μαρκοράς Γεράσιμος
κι επίσημος και άσημος.

Βλέπω πυρ εις τον Στρατήγη, του Αβέρωφ τον κολλήγα,
που στην Αίγυπτον επήγε, σαβουρώσας ουκ ολίγα.

Ο Βλάχος μέγας κριτικός, τον έχω και κουμπάρο,
αλλά ποτέ μου δε μπορώ στο σκάκι να τον πάρω.

Ο Ροΐδης ή Τσουρίδης, φιλολόγος ξεβαμμένος,
αγελαίος κατά Κόντον και πολύ γεγανωμένος.

Ο Άννινος θαυμάσιος, με καλαμπούρια πρώτης,
ωσάν κι εμένα πλούσιος, μα του Σταυρού Ιππότης.

Δαμβέργης φίνος συγγραφεύς κι αυτός γεμάτος φώτα
και κρητικός τρικούβερτος με ήτα και με γιώτα.

Ξενόπουλος πολυ κομψός, μα χωρατά δε δέχεται,
εις δε το μάους πάντοτε απ’ όλους κατατρέχεται.

Βικέλας, Λάρας δηλαδή, με μάθηση και κρίση,
απ’ το Παρίσι έρχεται και πάει στο ...Παρίσι.

Πολύ τιμάται παρ’ εμού και ο Παπαδιαμάντης,
που είναι πάντ’ a quatres epingles και φαίνεται γαλάντης.

Ο Πολυλάς
σοφός μπελάς.

Εγώ μεγάλως εκτιμώ κι αυτόν τον Καρκαβίτσα,
που ‘ναι γιατρός στ’ ατμόπλοια με λιάρα και με γκλίτσα.

Τι σου λέει ο Ψυχάρης,
κάβο δε μπορείς να πάρεις.

Κουρτίδης εμβριθέστατος, με γράμματα περίσσια,
μα κάνει τον ρομαντικό και μένει στα Πατήσια.

Ο Καλοσγούρος κριτικός, αλλ’ όμως δε τον ξέρω,
γι’ αυτά που δεν εδιάβασα εκ μέσης τον συγχαίρω.

Γαβριηλίδης ο πολύς, με κύρος κι αυθεντίαν,
που βγάζει πότε Χαλιμάν και πότε Λαυρεντίαν.

Σάββατο 17 Αυγούστου 2024

«Ρωγμή στον τοίχο» της Μαρίας Δριμή

Πρόκειται για ένα ευφάνταστο και πρωτότυπο βιβλίο, που δεν έχει καθόλου προβλέψιμη πλοκή, συμπυκνώνει με θαυμαστή οικονομία λόγου την αξία της τέχνης εν γένει, αλλά και της συγγραφικής τέχνης ειδικότερα, την ικανότητα των ανθρώπων να επουλώνουν τις ψυχικές τους πληγές μέσω της ανθρώπινης επαφής και των ανθρωπίνων σχέσεων, ακόμη και σε πείσμα της καραντίνας λόγω επιδημίας, την αγάπη για την ιατρική ως μια επιστήμη προσφοράς προς το συνάνθρωπο που δοκιμάζεται από μια ατυχία της φύσης. (Από το ιστολόγιο Αναγνώσεις βιβλίων)

Συγγραφέας: Μαρία Δριμή
Τίτλος πρωτοτύπου: Ρωγμή στον τοίχο
Είδος έργου: Νουβέλα
Αριθμός σελίδων: 112
ISBN: 9789606400773
Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης
Εκδόσεις: Ιωλκός
Έτος έκδοσης: 2022

Τι κρύβει ο τοίχος του γείτονα;

Μια ρωγμή που εμφανίζεται ξαφνικά στο διαμέρισμα του Μάρκου Σελαβή, γίνεται αφορμή συνάντησης με τους παράξενους γείτονες της διπλανής πολυκατοικίας. Η γνωριμία μαζί τους και η αλήθεια πίσω από τους καθημερινούς τους καυγάδες στο μπαλκόνι, θα αλλάξει αναπάντεχα τη ζωή του, τόσο ώστε να νιώσει την ανάγκη να την αφηγηθεί σε μια σύντομη νουβέλα.

Η Ρωγμή στον τοίχο είναι μια ιστορία της διπλανής πόρτας για τις δύσκολες ανθρώπινες σχέσεις.

Τα γεγονότα, που ίσως φανούν αφύσικα στον αναγνώστη, δεν είναι περισσότερο περίεργα από όσα θα συναντήσει κανείς παρατηρώντας γύρω του.

      (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2024

«Πανωλεθρίαμβος» του Κωνσταντίνου Τζούμα

Το τρίτο μέρος της αυτοβιογραφίας-ποταμός του ηθοποιού Κωνσταντίνου Τζούμα (1944-2022).

Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Τζούμας
Τίτλος πρωτοτύπου: Πανωλεθρίαμβος
Είδος έργου: Αυτοβιογραφία
Αριθμός σελίδων: 624
ISBN: 978-960-03-5088-3
Επιμέλεια: Αλέκα Πλακονούρη
Εκδόσεις: Καστανιώτης
Έτος έκδοσης: 2010

Απ’ το 1975 μέχρι το 2005. Απ’ το Χάππυ Νταίη έως το Εγώ δεν..., με την επιθυμία κάτι να γίνει.

Τι όνειρα και τι πολλά κι εκείνα τα δάση με τους κορμούς των ανθρώπων που πυρπολούνται από διάθεση για αλλαγή μέσα από σκέψεις του κακού αλλά πράξεις του καλού, τι καρκίνωμα η ευτυχία, πόσο δύσκολη η συνεργασία, τι γελοιότης η διασημότητα και τι κατάρα να σε επισκέπτεται όταν δεν σε αφορά, γιατί εν τω μεταξύ η πολύτιμη ρουτίνα έγινε ο μεγάλος σιγαστήρας που σβήνει τον κρότο απ’ τη λεηλασία του χρόνου, αυτή την ανθρώπινη επινόηση, το χρόνο, που έχει το θράσος να καταπιέζει χοροπηδώντας απ’ το θρίαμβο της σχετικότητάς του.

Και τι πανωλεθρίαμβος όταν επιτέλους γλιστράνε από πάνω σου τα παραφερνάλια της εικόνας που ’χουν οι άλλοι για σένα, εσύ για τον εαυτό σου, οι άλλοι για τον εαυτό τους, εσύ για τους άλλους... Τι έλεγα; Δεν μπορώ να συνεχίσω.

«Ποτέ δεν είπα πως είμαι βαθύς, αλλά είμαι βαθύτατα ρηχός», τραγουδάει ο Τζάρβις Κόκερ.

      (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

«Η θάλασσα δεν είναι μπλε» της Πέλας Σουλτάτου

Συγγραφέας: Πέλα Σουλτάτου
Τίτλος πρωτοτύπου: Η θάλασσα δεν είναι μπλε
Είδος έργου: Συλλογή διηγημάτων
Αριθμός σελίδων: 200
ISBN: 978-960-03-6871-0
Εκδόσεις: Καστανιώτης
Έτος έκδοσης: 2021

Το πτερύγιο ενός καρχαρία διασχίζει τα γαλήνια νερά της λουτρόπολης όπου παραθερίζουν ανάπηροι πολέμου. Τάρανδοι ξεπηδούν από το πορτ-μπαγκάζ παραμονή Πρωτοχρονιάς κι ένας παπάς μπεκρουλιάζει τραγουδώντας λαϊκά. Ο Ερμής φανερώνει την ανεπίδοτη επιστολή της Καλυψώς προς τον πατέρα των θεών κι ένας αρχαίος ραψωδός εμφανίζεται στο κέντρο του Μεγάλου Κάστρου. Ο κόσμος του αγοροκόριτσου σείεται καθώς ματώνει κι ακούει τη μαμά να λέει «τώρα μπορείς να κάνεις παιδιά». Στη χαράδρα καταβαραθρώνονται όσοι βρίσκονται πολύ ψηλά. Ο ερωτοχτυπημένος γιος του γαιοκτήμονα και οι μπιστικοί του πάνε για καντάδα την Πρωταπριλιά του '38. Ένα εξωτικό πλάσμα διασχίζει τη διάβαση πεζών κι ένα άλλο τη διάβαση ποιητών. Την τελευταία νύχτα της οικουμένης, τα ανθρώπινα σπλάχνα γίνονται διάφανα και φέγγει εντός τους μια φλόγα, ο ουρανός διαυγάζει, οι πλανήτες τώρα καθρεφτίζονται στη θάλασσα, μα δεν έμεινε πια κανείς να κολυμπάει ανάμεσα στα είδωλά τους.

Μια φαντασμαγορία μύθων, τεράτων και αποκαλύψεων.

      (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Διαβάστε περισσότερα εδώ.

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2024

«Αυτός, ο κάτω ουρανός» του Γιάννη Αντιόχου

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ 2020

Συγγραφέας: Γιάννης Αντιόχου
Τίτλος πρωτοτύπου: Αυτός, ο κάτω ουρανός
Είδος έργου: Ποίηση
Αριθμός σελίδων: 104
ISBN: 978-960-572-273-9
Εκδόσεις: Ίκαρος
Έτος έκδοσης: 2019








Οι ασυχώρετοι

Η αλήθεια μου είναι
μια σκοτεινή χοάνη
π' απλώνω το χέρι
ν' αγγίξω τα μαλλιά σου
πάντα μια στιγμή
πριν πεθάνεις

Η αλήθεια σου είναι
μια βίαιη σιωπή
που με βυθίζει στον λυγμό σου
και με πνίγει

Έγειρα στο πλάι

-πάντα ψηλά κι απελπισμένα
είναι τα κυπαρίσσια απέναντι-

κι είδα
τη σκιά σου να επιστρέφει
τον νεκρό που δεν έθαψα
και την ακίνητη νύχτα
με τ' αγκάθια στα μάγουλα
που γδέρνει

Έγειρες δίπλα μου
είχες λάσπη
και μαύρο αίμα

Ήμασταν ξαπλωμένοι
μοσχοβολούσες νύχτα

Η αλήθεια μας
είναι μεγαλύτερη
μα δεν ήρθε
η ώρα της
ακόμη

-πάντα ψηλές κι απελπισμένες
είναι οι σκιές των κυπαρισσιών
στο νεκροταφείο απέναντι-

κι εμείς
ασυχώρετοι
λάμπουμε εκεί

στον κάτω ουρανό.

Τρίτη 6 Αυγούστου 2024

«Η καρδιά μας» - του Γιώργου Σαραντάρη (1908-1941)

Η καρδιά μας είναι ένα κύμα που δεν σπάει στην ακρογιαλιά.
Ποιὸς μαντεύει τη θάλασσα, άπ᾿ όπου βγαίνει η καρδιά μας;
Αλλά είναι η καρδιά μας ένα κύμα μυστικό, χωρίς αφρό. Βουβά πιάνει μία στεριά.
Και αθόρυβα σκαλίζει το ανάγλυφο ενός πόθου,
που δεν ξέρει απογοήτευση και αγνοεί την ησυχία.

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2024

«Αθήνα» - ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη

Ὥρα γλυκιά. Ξαπλώνει ὡραῖα δομένη
ἡ Ἀθήνα στὸν Ἀπρίλη σὰν ἑταίρα.
Εἶναι ἡδονὲς τὰ μύρα στὸν αἰθέρα,
καὶ τίποτε ἡ ψυχὴ πιὰ δὲν προσμένει.

Στὰ σπίτια σκύβει ἀπάνω καὶ βαραίνει
τὸ ἀσῆμι τοῦ βλεφάρου της ἡ ἑσπέρα.
Βασίλισσα ἡ Ἀκρόπολη ἐκεῖ πέρα
πορφύρα ἔχει τὴ δύση φορεμένη.

Φιλὶ φωτὸς καὶ σκάει τὸ πρωταστέρι.
Στὸν Ἰλισσὸ ἐρωτεύεται τ᾿ ἀγέρι
ροδονυφοῦλες δάφνες ποὺ ριγοῦνε.

Ὥρα γλυκιὰ χαρᾶς καὶ ἀγάπης, ὄντας
πουλάκια τὸ ἕνα τ᾿ ἄλλο κυνηγοῦνε
τ᾿ Ὀλύμπιου Δία μία στήλη ἀεροχτυπώντας...

Κυριακή 4 Αυγούστου 2024

Ένα ποίημα της Τζένης Μαστοράκη (1949-2024)

Τον εραστή των φαντασμάτων, των ταξιδευτών, κι όσων
εφύγαν πάρωρα, αυτόν καλούσε,

μες στο σκοτάδι που διαβαίνει μοναχός, στις ερημιές που
διάβαινε ωραίος, απ’ τον καιρό λιωμένος, σέρνοντας τη
λύπη του, χλομό κοράσι.

Και σιγανά τού κρένει, και δεν άκουγε, πού περπατείς,
ψιθύριζε, και δεν τον φτάνει, στις ρεματιές δροσίζεται,
στο αγκαθινό, σε κλίνη ανεσκαμμένη απ’ άκρη σ’ άκρη,
και στα λινά μιας παραδείσου, τού ψιθύριζε, ήσουν καλός,
και δεν ακούς, και μη λυπάσαι, όνειρο ήταν και περνά,
μη σκιάζεσαι,

εκεί που νυχτοπερπατείς σε ξένους ύπνους.

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2024

«Στοχασμοί» του Ανδρέα Λασκαράτου

Συγγραφέας: Ανδρέας Λασκαράτος
Τίτλος πρωτοτύπου: Στοχασμοί
Αριθμός σελίδων: 128
ISBN: 9789602692004
Εισαγωγή - Σχόλια: Νικόλαος Καλοσπύρος
Επιμέλεια: Αιμίλιος Καλιακάτσος
Εκδόσεις: Στιγμή
Έτος έκδοσης: 2007 (1η έκδοση, Γανιάρης και Σία, 1921)

«Ἡ τσουχτερὴ σάτιρα, ὁ καυτερὸς σαρκασμός, μὲ τ’ ὁλόδροσο χιοῦμορ, τὸ ξεχωριστὸ γνώρισμα τοῦ Λασκαράτου, ἀνακατωμένα ὅλ’ αὐτὰ μὲ μιὰ βαθιὰ παρατηρητικότητα στὰ διάφορα παράξενα, καὶ κάποτε καὶ ἀνήθικα, τῆς γύρω του κοινωνικῆς ζωῆς, στολίζουν τοὺς “Στοχασμοὺς” αὐτούς, ποὺ μερικοὶ ἔχουν μιὰ συντομία καὶ μιὰ δύναμη ποὺ σοῦ παρουσιάζονται σὰν ἀρχαῖα ἐπιγράμματα σὲ πρόζα». (Δ. Π. Ταγκόπουλος)

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2024

Νέα κυκλοφορία - «Το ίζημα που άφησε ο χρόνος» του Γιώργου Γκανέλη

Συγγραφέας: Γιώργος Γκανέλης
Τίτλος πρωτοτύπου: Το ίζημα που άφησε ο χρόνος
Είδος έργου: Ποίηση
Αριθμός σελίδων: 124
ISBN: 9786185845117
Επιμέλεια: Μιχάλης Κατσιμίτσης
Εκδόσεις: ΑΩ
Έτος έκδοσης: 2024







Deus sive natura

Όταν μετά από πολλά χρόνια
τα χρυσόψαρα σπάσουν τη γυάλα
ένα κορίτσι θα παίζει τυφλόμυγα
κι ένα αγόρι θα κυλάει το τσέρκι
ο δρόμος γεμάτος ψαροκόκαλα
η στέγη μου ξεδοντιασμένη.

Απόπειρα να πρασινίσει η ερημιά
και να γονατίσουν οι θάλασσες
κι ο κάλυκας στο δίπλα οικόπεδο
θα γυροφέρνει μια μυρμηγκοφωλιά
αγριομέλισσες σε παράταξη μάχης
ανάσκελα στο χορτάρι ο Spinoza
κοιτώντας με κιάλια τον Θεό.

Κι εγώ θ' αμολάω το μαύρο σκυλί
να ρεγουλάρει την κατάσταση.


Τετάρτη 24 Ιουλίου 2024

«Εγώ το χάιδεψα» - διήγημα

«Εγώ το χάιδεψα» είπε ο αέρας «κι είναι τώρα ο ψίθυρος που ακούγεται μέσα στα δάση όταν ξαποσταίνω κι όλα τα άλλα ησυχάζουν».

«Εγώ το τράβηξα μέσα μου απαλά» είπε η θάλασσα «κι είναι τώρα ένα όμορφο νησάκι μέσα στο πέλαγο που δεν το ξέρει κανείς».

«Εγώ το έθρεψα» είπε το χώμα «κι είναι τώρα ένα μοναχικό δέντρο σε μια γόνιμη γη που δεν την βλέπετε».

«Εγώ το ζέστανα» είπε η φωτιά «κι είναι τώρα ένα χρώμα εξαίσιο για να ζωγραφίζουν τα παιδιά την ομορφιά».

«Κι εγώ το ξέκανα» είπε ο άνθρωπος «και δεν θα ξανακούσετε την καρδιά του να χτυπάει, δεν θα το δείτε ποτέ να ξεπροβάλλει πανώριο, δεν θα το δείτε ποτέ ν’ ανθίζει κι ούτε κανένα άλλο χέρι παιδικό δεν θα ζωγραφίσει αυτό που θα ζωγράφιζε εκείνο το παιδί».

      Ηλίας Οικονομόπουλος

(Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal)

Τρίτη 23 Ιουλίου 2024

«Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα» - ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Και στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
στ' ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Ηλεκτρισμένη από φιλήματα
θα 'λεγες την ατμόσφαιρα.
Η σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.

Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες,
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.

(Από τη συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες, 1927)

Τρίτη 16 Ιουλίου 2024

«Τα ποιήματα» της Μαρίας Πολυδούρη

Συγγραφέας: Μαρία Πολυδούρη
Τίτλος έκδοσης: Τα ποιήματα
Είδος έργου: Ποίηση
Αριθμός σελίδων: 189
ISBN: 9789603296041
Εκδόσεις: Γράμματα
Έτος έκδοσης: 2001








Και τώρα κλείστε ερμητικά τις θύρες. Τελειώσαν
όλα. Να φύγουν κι οι στερνοί, να μείνω μοναχή μου.
Όλα δικά μου ήταν εδώ μέσα κι όλα μου λείψαν
κι έμεινε τόσο απίστευτα μοναχική η ψυχή μου.

Να φύγουν όλοι! Ακάλεστοι κι ας ήρθανε με δώρα.
Τίποτε δεν εταίριασε στην εξαίσια γυμνότη
που με τριγύριζε λαμπρή. Μεγαλειώδεις πλάνες,
που εμπρός τους με ταπείνωσαν, ικέτη και δεσμώτη.

Τώρα προφητικά σημαίνει η μυστική καμπάνα
του "Δείπνου". Ο Μέγας Φίλος μου μηνά τη θέλησή του
να 'ρθεί. Κι αν πάντοτε έλειπεν, όμως μες στην καρδιά μου,
άξια της πίστης μου, έφεγγε τρισάξια η θύμησή του.

Για τη μεγάλη αναμονήν ετοιμασία θ' αρχίσω.
Ζωντάνεψε στις φλέβες μου η ευγενική γενιά μου.
Τα χέρια μου της προσευχής, έτοιμα να συντρίψουν.
Φραγγέλιο η ασυμβίβαστη, περήφανη απονιά μου.

Κι έτσι θα νιώσω, με σεμνά χαμηλωμένα μάτια,
να πέφτει από το βάθρο του κι ένας θεός ωραίος,
που εύκολα με ψαλμούς λατρείας βασίλεψε, και μένει
ακόμα λαμπροστέφανος κι ανύποπτα μοιραίος.

Έρχεται! Ακούω που χτυπά πιο βιαστικά η καμπάνα.
Είμαι έτοιμη. Μονάχη της το τέλος αντικρίζει
πιο γρήγορα στον πόθο της η τραγική ψυχή μου,
αμφίβολη αν την πίστεψεν Αυτός που την γνωρίζει.

      (Από την Ηχώ στο χάος, 1929)

Περιεχόμενα:

Μικρό χρονολόγιο
Οι Τρίλιες που Σβήνουν
Hxώ στο Χάος
Aνέκδοτα Ποιήματα
Mεταφράσεις

Κυριακή 7 Ιουλίου 2024

Νέα κυκλοφορία - «Κυκλαδοσύνη» της Μαριανίνας Βεντούρη

Συγγραφέας: Μαριανίνα Βεντούρη
Τίτλος πρωτοτύπου: Κυκλαδοσύνη
Είδος έργου: Ποίηση
Αριθμός σελίδων: 56
ISBN: 9789606946257
Εκδόσεις: Δρόμων
Έτος έκδοσης: 2024








ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Πέτρινη και ξερική
Ξωτάρικη και στεγαδίσια
Σπαρτή κι αγριόφερνη
Ασπρισμένη με παχύ ασβέστη
Πηγαδινή
Κυματόεσσα αφρούσσα
Πάντα στο ανθρώπινο μέτρο
Αμίμητη στους αιώνες Κυκλαδοσύνη
Αμήν.


ΕΞΟΧΗ

Δίπλα μου άσπρο μάρμαρο
Κόρφος που μοσχοβόλησε
Της Αθηνάς Καρθαίας

Τα ξωκλήσια ξεκλείδωτα
-κανείς δεν το ξέρει-
Κι οι γκρεμνοί ολοκάθετοι

Γύρω οι πέτρες δρακόνυχα
Και τα δέντρα στοιχειά
Που αγαπήσαν παράφορα

Πα' στο τέλος η θάλασσα
Τ' ουρανού το ζωνάρι
Και στρίφωμα.

Τρίτη 18 Ιουνίου 2024

"Νυκτουρία" - Διήγημα



"Σκάκι των τεσσάρων εποχών ή 'Τετρεποχικό' σκάκι"
Από το Libro de los Juegos (Βιβλίο των Παιγνίων)
του Αλφόνσου Ι' του Σοφού
(Πηγή φωτογραφίας)

****Αναδημοσίευση από το ιστολόγιό μου Galería hispánica μιας παλιάς εξαιρετικής συνεργασίας του φίλου που υπογράφει με το ψευδώνυμο "Καλοπροαίρετος", για την οποία τον ευχαριστούμε και πάλι.

Νυκτουρία

- Πάλι;

- Πάλι. Ρολόι το άτιμο.

- Θα σηκωθείς;

- Όχι, θα ξεξυπνήσω για τα καλά• επιτόπου, στην κοιτωνίδα. Θα με πάει άλλη μία σε είκοσι λεπτά, και μετά τέλος, θα με αφήσει ήσυχο μέχρι το πρωί.

- Κι εγώ λαγοκοιμάμαι, μη νομίζεις• το 'βρασα με τη σιέστα. Θέλεις να παίξουμε ένα προφορικό τετρεποχικό, να ξεγελάσουμε την ώρα;

- Μπα• ύστερα από τριάντα χρόνια γάμου, έχουμε μάθει απέξω και ανακατωτά ο ένας τα κόλπα και τα στρατηγήματα του άλλου, δεν υπάρχει παρτίδα που να μην έχουμε ξαναπαίξει. Αν είναι, λίγη κουβεντούλα, να μου έρθουν και τα τελευταία, και να ξανακοιμηθώ.

- Θέλεις να παραβγούμε στην ποίηση;

- Γιατί όχι; Μόνο Μανρίκε μην πιάσεις, είναι βαρύς για δύο τα χαράματα• καμιά σερανίγια ή κανένα ρομανθέρο, μέχρι εκεί. Ξεκινώ: Μια σταλιά είν' η καρδερίνα και τ' αηδόνι μια σταλιά...

- ....κι όμως πιο γλυκά λαλούνε κι απ' τα πιο τρανά πουλιά(1) Αρχιερέας Ρούιθ. Εύκολο. Σειρά μου: Σε πανέμορφη κοιλάδα ροδολούλουδα γεμάτη...

- ...είδα τρεις καλοκυράδες που γυρεύαν την αγάπη(2) Μαρκήσιος ντε Σαντιλιάνα. Αφελείς κοινοτοπίες• με μουσική υπόκρουση κάτι πάει κι έρχεται, ξεροσφύρι όμως δεν πάνε κάτω με τίποτα.

- Έπη δεν παίζουν;

- Ιππότες και ανδραγαθήματα θέλει η κουτσούνα μου; Τέτοια να σου φτιάξω εγώ στο γόνατο όσα θέλεις. Λοιπόν, άκου:

Η μεγαλοθυμία του Καπιτάν Γκονθάλο Φερνάντεθ της Κόρδοβα

Ο δον Γκονθάλο κίνησε να πάρει τη Γρανάδα.
Σύναξε και αρμάτωσε πιστούς στο βασιλέα,
δυο πήχες λάβαρο έσιαξε για τον μπαϊρακτάρη,
και σάλπιγγα βροντόφωνη του μπουραζάνη ορίζει.

Καβάλησε τον ρούσσο του, στον κάμπο ροβολάει.
Άστραφτ' η πανοπλία του σαν το κρουστό μπακίρι.

Πέμπει μπροστά βηματιστή, αντάμα κι ιχνηλάτη,
δρόμο κρυφό να εύρουνε, στην πλάτη να τους βγούνε.

Πήγανε, βάλανε ντορό και μυστικά σημάδια,
γυρίσαν, και του Καπιτάν μηνύσαν το χαμπέρι.

Ξεκίνησαν οι Χριστιανοί σαν έπεσε το δείλι,
στον ύπνο να τους πιάσουνε τους άπιστους τους Μόρους.
Ατός του στρατηλάταγε στο άτι του απάνω,
κι έδινε θάρρος του μιανού, εγκάρδιωνε τον άλλο.

Εκεί προς τα μεσάνυχτα, είχανε πια ζυγώσει,
χαμένο βρίσκουν τον ντορό, άφαντα τα σημάδια.
Στη στράτα εξεσείρισαν, αλλόγυρους εκάναν.
Αντάρα ξεσηκώθηκε, τον φταίχτη για να βρούνε.

- Αρχόντοι και κοντόσταυλοι, σκούταροι και πεόνες,
δεν φταίει ο βηματιστής, μήτε ο ιχνηλάτης.
Σημάδια βάλανε σωστά, ντορό καλό εφτιάξαν.
Αέρηδες τα σάρωσαν, νεροσυρμές τα ήπιαν.

Σπολλάτη σου, βηματιστή, άφεριμ, ιχνηλάτη.
Παινέματα σάς πρέπουνε και όχι κατηγόριες.
Στο δείπνο που θα στρώσουμε σαν διώξουμε τους Μόρους,
δίπλα μου θα καθήσετε στο γιορτινό τραπέζι.

- Μμμ, δεν είναι κακό...

- ...αλλά δεν είναι και καλό. Εντάξει, καλό είναι, αν λογαριάσεις ότι το ταίριαξα από μνήμης σε λίγα λεπτά• και κάλλιστο, αν το συγκρίνεις με τα πιλάφια της Ανθολογίας του Μπαένα. Παρατήρησες κάτι;

- Εξέταση μού κάνεις; Προφανές: ιστορεί σημερινά γεγονότα, με τη γλώσσα και την τεχνοτροπία του Άσματος του μίο Θιδ, τρεις αιώνες πίσω.

- Πάντα έλεγα ότι έχεις αντίληψη.

- Τίποτα καινούργιο πες. Σήκω να το γράψεις, θα το ξεχάσεις. Να σου ανάψω το καντηλέρι στο σεκρετάριο;

- Ούτε σηκώνομαι, ούτε φώτα θέλω• δεν θα με παίρνει μετά ο ύπνος. Κι έπειτα, σιγά τη νέα Αινειάδα. Να είχε κάποια πρωτοτυπία, να ήταν, ας πούμε, αφηγητής το σπαθί τού Καπιτάν Γκονθάλο, ή να προχωρούσε η διήγηση με ανάποδη χρονική σειρά, να το συζητούσαμε.

- Πρωτοποριακές συλλήψεις, δεν νομίζω ότι ο κόσμος είναι έτοιμος να τις δεχτεί και να τις καταλάβει. Το άλλο, προχωράει;

- Ποιο, εκείνη η ραψωδία για τα ταξίδια του Γενουάτη που σκαρώνω; Κοντεύω, στο χτένισμα είμαι τώρα, στην δέκατη ωδή βρίσκομαι, δώδεκα έχει συνολικά. Ό,τι αξίζει όμως είναι η καινοτόμα μετρική του: έχω εξελίξει την τέρτσα ρίμα του Δάντη, ώστε να απομνημονεύεται και στη συνέχεια να απαγγέλλεται ή και να τραγουδιέται ευκολότερα. Όταν το τελειώσω, θα το σπρώξω τεχνηέντως σε κανένα τροβαδούρο της αυλής, να του βάλει μουσική και να το παρουσιάσει για δικό του. Αλλά γιά στάσου, εσύ πού τα ξέρεις αυτά; Κατάλαβα, σκάλιζες τα συρτάρια μου. Ποιος σου έβγαλε αντικλείδι; Μη μου πεις, ο οπλουργός• καλά τον είχα υποπτευθεί εγώ.

- Ποια ραψωδία και ποιος οπλουργός, χριστιανέ μου; Ιδέα δεν έχω γι' αυτά, πρώτη φορά τ' ακούω. Για τη γιεσερία των κιόνων στην αίθουσα των κατόπτρων έλεγα αν προχωράει• έχουμε δεξίωση μεθαύριο, και η σάλα είναι τίγκα στο ροκανίδι.

- Τι, μόνος μου καρφώθηκα; Πάλι τὸν καῦκον ἔπιες, πάλιν τὸν νοῦν ἀπώλεσας, γέρο μου. Τσιμουδιά εσύ, έτσι; Αν μάθουν οι υπήκοοί μας ότι ο βασιλιάς τους δεν είναι ένας αποφασιστικός πολέμαρχος, αλλά ένας αιθεροβάμων ποετάστρος, να ξέρεις, θα προφτάσω κι εγώ στον εξομολογητή σου ότι διασκεδάζεις με παίγνια αυτών των ανθρωποφάγων• και τότε... τσίκνα μού μυρίζει.

- Δεν ανησυχώ• ακόμα και αν με έβλεπε ο Φράυ Φρανθίσκο, θα έκανε τα στραβά μάτια: τον κρατάμε στα γερά, σου θυμίζω.

- Θα τα αρνηθεί όλα, ο έκφυλος εσχατόγηρος.

- Ας ανοίξει αυτός το θέμα, και θα δούμε τίνος είν' το πάνω πάνω. Αν είναι κατακριτέα μια καθ΄όλα ευσεβής και ελεήμων βασίλισσα που παίζει πατόλλι, τότε τι είναι ένας ανώτατος ιερωμένος που, εκτός του ότι έχει καταπατήσει κατάφωρα τον όρκο του για πενία και ακτημοσύνη, πασπατεύει, δήθεν πατρικά, την υπ...

- Πάψε.

- Όχι, δεν παύω. Και, σαν να μην έφτανε αυτό, τον έχεις ξανοίξει πώς κοιτάει σαν ξελιγωμένος τον...

- Πάψε, είπα• το απαιτώ εγώ, ο κύρης και αφέντης σου.

- Κύρη έχουν τα καράβια, και αφέντη τα σκυλιά• και, για την περίπτωση που το ξέχασες, Tanto monta, monta tanto, Isabel como Fernando.

- Να τα, μου ήρθαν και τα τελευταία.

- Α, ώστε αλλάζουμε κουβέντα όταν δεν μας συμφέρει, ε;

- Πώς μου αρέσει ο ήχος της πορσελάνης...

- Και με ζητάγανε καν και καν. Παστρέψου τουλάχιστον λίγο• όχι στο μεταξωτό σεντόνι, ανεπρόκοπε!

- Τι σου έλεγα; Ρολόι• όπου να 'ναι αλλάζει και η φρουρά.

- Με γεια τ' αυτιά, μόλις άλλαξαν• δεν άκουσες τις κλαγγές από τις αλαβάρδες; Όλο και κουφαίνεσαι, μου φαίνεται.

- Κι εγώ σ' αγαπώ. Ύπνον ελαφρύ.

Οι στίχοι στο πρωτότυπο:

(1) Chica es la calandrina, et chico el ruysennor, / pero más dulçe canta que otra ave mayor, από το De las propiedades que las duennas chicas han (Για τα καλά που έχουν οι κοντές γυναίκες), του Αρθιπρέστε Χουάν Ρούιθ (1283-1350), μετάφραση Ηλίας Ματθαίου.

(2) Por una gentil floresta / de lindas flores e rosas, / vide tres damas fermosas / que de amores han requesta, από το Villancico que hizo el Marqués a tres hijas suyas (Βιλιανθίκο σε τρεις από τις κόρες του), του Μαρκήσιου ντε Σαντιλιάνα (1398-1458), μετάφραση Ηλίας Ματθαίου.