Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκπαίδευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκπαίδευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Μαΐου 2024

Νέα κυκλοφορία - «Διδάσκοντας και μαθαίνοντας γλώσσα με το ChatGPT» της Ζωής Γαβριηλίδου

Συγγραφέας: Ζωή Γαβριηλίδου
Τίτλος πρωτοτύπου: Διδάσκοντας και μαθαίνοντας γλώσσα με το ChatGPT
Αριθμός σελίδων: 128
ISBN: 9789605864798
Πρόλογος: Γιώργος Μικρός
Εκδόσεις: Κριτική
Έτος έκδοσης: 2024

Το βιβλίο αυτό σας καλωσορίζει σε ένα συναρπαστικό ταξίδι στον κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης και της εκπαίδευσης. Απευθύνεται σε εκπαιδευτικούς που επιθυμούν να αξιοποιήσουν την καινοτόμο τεχνολογία του ChatGPT για να εμπλουτίσουν τα μαθήματά τους και να βελτιώσουν τις γλωσσικές δεξιότητες των μαθητών τους. Παράλληλα, προσφέρει στους αυτοδίδακτους μια δωρεάν, ευχάριστη και αξιόπιστη μέθοδο για την εκμάθηση γλωσσών με ευκολία.

Ανακαλύψτε πώς να ενσωματώσετε το ChatGPT στη διδασκαλία, να δημιουργήσετε μαθήματα, να αναπτύξετε λεξιλόγιο και να βελτιώσετε τις γραπτές και προφορικές δεξιότητές σας (εάν είστε αυτοδίδακτος) ή εκείνες των μαθητών σας (εάν είστε εκπαιδευτικός). Εξερευνήστε τη δυνατότητα να προσφέρετε πιο προσβάσιμα μαθήματα σε μαθητές με διάφορα μαθησιακά προφίλ. Το βιβλίο προσφέρει πρακτικές κατευθυντήριες αρχές, παραδείγματα και αναστοχαστικές δραστηριότητες που θα σας βοηθήσουν να αξιοποιήσετε το ChatGPT με επιτυχία.

Είτε είστε εκπαιδευτικός που επιθυμεί να ανανεώσει τη διδασκαλία του, είτε αυτοδίδακτος που επιζητά αποτελεσματικούς τρόπους για την εκμάθηση, αυτό το βιβλίο είναι το κλειδί για νέες εκπαιδευτικές διαδρομές στον κόσμο της γλώσσας και της τεχνητής νοημοσύνης.

      (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Τρίτη 27 Ιουνίου 2023

«Από τη Μία στην Άλλη Πλευρά του Αιγαίου: Η Εγκατάσταση των Μικρασιατών Προσφύγων στην Ελλάδα μέσα από τη Λογοτεχνία» - Δωρεάν πρόγραμμα E-Learning

Το Πρόγραμμα Συμπληρωματικής εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης (E-Learning) του ΕΚΠΑ τιμά την 100ή επέτειο από την τραγωδία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας με ένα δωρεάν 2μηνο εκπαιδευτικό πρόγραμμα που προσφέρεται στο ευρύ κοινό με στόχο να προβάλει τον αγώνα της περίθαλψης και της εγκατάστασής τους στην Ελλάδα, τη σταδιακή ενσωμάτωσή τους και τη σημαντική συμβολή τους στην πνευματική, κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική και οικονομική ζωή της χώρας.

Το πρόγραμμα έχει τον τίτλο «Από τη Μία στην Άλλη Πλευρά του Αιγαίου: Η Εγκατάσταση των Μικρασιατών Προσφύγων στην Ελλάδα μέσα από τη Λογοτεχνία».

Εισηγήτρια και Ακαδημαϊκή Υπεύθυνη είναι η Ομότιμη Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, Σταυροπούλου Ερασμία.

Το πλούσιο υλικό (ιστορίες, εικόνες, πληροφορίες, κρίσεις) έχει αντληθεί και αξιοποιηθεί από τη νεοελληνική λογοτεχνία, με τεκμηρίωση από ιστορικά κείμενα και προσωπικές μαρτυρίες. Άλλωστε, ένας μεγάλος αριθμός λογοτεχνών ήρθαν από τη Μικρά Ασία, όπως ο Γιώργος Σεφέρης, ο Ηλίας Βενέζης, ο Φώτης Κόντογλου, ο Στρατής Δούκας, η Διδώ Σωτηρίου, ο Τάσος Αθανασιάδης κ.ά.

Είναι γνωστό, και στους συγγραφείς και στους αναγνώστες, ότι η λογοτεχνία έχει τη δύναμη να ψυχαγωγεί, να ενημερώνει, να διδάσκει, να προβάλλει νέες ιδέες, να προκαλεί, να συγκινεί, με τρόπο ευχάριστο και όχι κουραστικό. Όταν ένα ιστορικό γεγονός γίνεται θέμα λογοτεχνικής αφήγησης, εντυπώνεται στο νου πολύ πιο έντονα από ότι μέσω μιας απλής παράθεσης των σχετικών στοιχείων. Το θέμα λοιπόν των «Χαμένων Πατρίδων» αναπτύχθηκε αρχικά, μέσα σε ένα συγκεκριμένο και παγιωμένο πλαίσιο, όπως επέβαλε η πρόσφατη τότε εμπειρία, ενώ σταδιακά το βιωματικό και ιστορικό υλικό που έδινε αφορμή κυρίως για έργα μαρτυρίας μετασχηματίστηκε σε έναν από τους σημαντικότερους λογοτεχνικούς μύθους του νεότερου Eλληνισμού.

Περισσότερες πληροφορίες για τη δομή του προγράμματος μπορείτε να βρείτε μέσω του οδηγού σπουδών (pdf).

Αίτηση συμμετοχής μπορούν να υποβάλλουν όσοι είναι άνω των 18 ετών από τις 8/5/2023 μέχρι και τις 6/9/2023. Τα μαθήματα ξεκινάνε στις 18/9/2023.

Η ολοκλήρωση του Προγράμματος οδηγεί σε Βεβαίωση Παρακολούθησης.

Περισσότερες πληροφορίες και αίτηση συμμετοχής στην ιστοσελίδα: https://elearningekpa.gr/

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2021

«Βία στο σχολείο, βία του σχολείου» - Συλλογικό έργο

Συγγραφέας: συλλογικό έργο
Τίτλος πρωτοτύπου: Βία στο σχολείο, βία του σχολείου
Επιμέλεια: Λουκία Μπεζέ
Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα
Έτος έκδοσης: 1998









Το γεγονός ότι δεν δίνουμε σημασία σε αυτούς που βρίσκονται «εκτός κανόνα», το γεγονός ότι δεν θέλουμε να τους βλέπουμε, δεν θέλουμε να τους ακούμε, ισοδυναμεί με πραγματικό δράμα, το οποίο δεν είναι άλλο από τον «κοινωνικό θάνατο» ενός μέρους των περιθωριακών, των απροσάρμοστων, των ατόμων με ειδικές ανάγκες. Όλων αυτών στους οποίους η σιωπηλή αδιαφορία συντηρεί ένα τραύμα ταπείνωσης του ναρκισσισμού της. Το «βρικολάκιασμα», ως μεταφορική έκφραση, θα μας χρησιμεύσει για να αναδείξουμε αυτόν τον λίγο-πολύ συνειδητό μηχανισμό, που τίθεται σε λειτουργία όταν δεν θέλουμε να καθρεφτίσουμε κάτι που μας ενοχλεί. Γνωρίζετε ότι ο βρικόλακας έχει το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, ότι όχι μόνον τρέφεται με το αίμα των θυμάτων του, αλλά, επιπλέον, όταν ένα «βρικολακιασμένο» υποκείμενο περνάει μπροστά από έναν καθρέφτη, δεν αντικατοπτρίζεται σε αυτόν. Έτσι, λοιπόν, με το να μην αντικατοπτρίζουμε τους διαφορετικούς, τους απροσάρμοστους, με το να μην θέλουμε να δούμε τη διαφορετικότητά τους, τις ανάγκες τους, τους μετατρέπουμε σε βρικόλακες. Αρνούμαστε την ύπαρξή τους και, κατά συνέπεια, τους οδηγούμε σε «κοινωνικό θάνατο».

(Από την παρουσίαση του βιβλίου στο οπισθόφυλλο)

Τα άρθρα

- Jacques Selosse: "Βία (προέλευση, σενάρια, πρότυπα) και μη προσαρμογή", "Αυτονομήστε με", "Συντροφεύω"
- Victor Courtecuisse: "Αλληλεπίδραση ασκούμενης βίας και υφιστάμενης βίας στην εφηβεία"
- Jacques Pain: "Για τη θεσμική βία στο σχολικό περιβάλλον"
- Λουκία Μπεζέ: "Βία στο σχολείο και βία του σχολείου"
- Jacques Fortin: "Κατάρτιση των εκπαιδευτικών στην πρόληψη των καταστάσεων βίας"

Τρίτη 3 Αυγούστου 2021

«Εισαγωγή στην κλασική φιλολογία» του Γκέρχαρντ Γιέγκερ

Συγγραφέας: Gerhard Jäger
Τίτλος πρωτοτύπου: Einführung in die Klassische Philologie
Είδος έργου: Κλασική φιλολογία
1η έκδοση στη γερμανική γλώσσα: Μόναχο 1975
Ελληνικός τίτλος: Εισαγωγή στην κλασική φιλολογία
Μετάφραση: Δανιήλ Ιακώβ & Μιλτιάδης Πεχλιβάνος
Εκδόσεις: Παπαδήμας
Έτος 5ης (παρούσας) έκδοσης: 2010 (1η έκδοση 1987)





Το βιβλίο αυτό σκοπεύει στην εξοικείωση του αναγνώστη με τα αντικείμενα και τα προβλήματα, τις μεθόδους και τα βοηθήματα της κλασικής φιλολογίας. Απευθύνεται κυρίως, στον τελειόφοιτο μαθητή που αντιμετωπίζει πρόβλημα επιλογής επαγγέλματος και στο φοιτητή, μπορεί όμως να αποβεί χρήσιμο και για όποιον θα ήθελε να ασχοληθεί με τον ελληνορωμαϊκό κόσμο και τον πολιτισμό του.

https://www.papadimasbooks.gr/

Βρείτε το βιβλίο: https://www.politeianet.gr/

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2021

Το μέλλον των Αρχαίων Ελληνικών

Του Νίκου Δήμου
(Δημοσιεύεται με την άδεια του συγγραφέα. Πηγή: https://doncat.blogspot.com/ Πηγή φωτογραφίας: https://el.wikipedia.org/)

Κρίμα που οι φοιτητές του Πρίνσετον θα πάψουν να μαθαίνουν αρχαία Ελληνικά – διότι αυτοί τα μαθαίνανε σωστά. Αν επικρατήσει η μόδα αυτή και πάψουν να τα μαθαίνουν και στην Οξφόρδη ή την Σορβόννη, σε μερικά χρόνια θα ξεχαστούν τα αρχαία από όλο τον κόσμο! Ποιος θα επιμελείται πια τις κριτικές εκδόσεις των αρχαίων κειμένων από τις οποίες μελετούσαν και μελετούν οι φιλόλογοι;

Γιατί βέβαια στην χώρα των «κληρονόμων» τους, δυο αιώνες τώρα, δεν καταφέραμε να εκδώσουμε ούτε μία αξιόλογη κριτική έκδοση. Αν εξαιρέσει κανείς τις φιλότιμες προσπάθειες του Συκουτρή και του Γεωργούλη, όλες οι εκδόσεις των αρχαίων στην Ελλάδα ήταν αντιγραφές των αντίστοιχων του Teubner (Γερμανικές), της Οξφόρδης (Αγγλικές), Loeb (Αμερικάνικες) και Budé (Γαλλικές).

Παρά την αρχαιολατρία μας, αρχαία καλά ούτε μάθαμε ούτε διδάξαμε ποτέ σε αυτή τη χώρα. Έχω ξαναγράψει εδώ για το σοκ που έπαθα όταν γράφτηκα στην φιλοσοφική σχολή, στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Οι πρωτοετείς συμφοιτητές μου, μου έστελναν ραβασάκια γραμμένα σε τέλεια αρχαία ελληνικά, καμμιά φορά δε και σε έμμετρη μορφή. Με άψογο μέτρο (ίαμβοι, τροχαίοι, ανάπαιστοι, κλπ.) που σημαίνει πως ήξεραν αρχαία μετρική (μακρές και βραχείες συλλαβές) που ούτε Έλληνες πανεπιστημιακοί φιλόλογοι δεν γνώριζαν.

Και να πεις πως είχα κάποια δικαιολογία; Από φημισμένο Ελληνικό σχολείο είχα αποφοιτήσει, από κλασικό τμήμα και με άριστα 20 στα Αρχαία. Και οι απόφοιτοι Γερμανικών κλασικών λυκείων ήξεραν καλύτερα την αρχαία γλώσσα μου, από εμένα τον Έλληνα!

Το ίδιο πρόβλημα είχα και αργότερα με αρχαιομαθείς ξένους: Ιταλούς, Ισπανούς ακόμα και Σκανδιναβούς. Τα αρχαία τους ήταν ανώτερα από τα δικά μας.

Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί στην χώρα μας δεν μαθαίνουμε αρχαία Ελληνικά. Είναι η γλωσσική συγγένεια, που αντί να διευκολύνει, δυσχεραίνει την εκμάθηση; Είναι το σύστημα και οι μέθοδοι; Αν σκεφθεί κανείς ότι στα χρόνια μου είχαμε επί έξη χρόνια ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ μία ώρα αρχαία (ενώ με τις μισές και λιγότερες ώρες μαθαίναμε Αγγλικά ή Γαλλικά) θα απορήσει.

Είναι ένα ερώτημα που με βασανίζει χρόνια. Αλλά δεν έχω βρει την απάντηση – κι ούτε θα την βρω σε ένα άρθρο εφημερίδας. Άλλο είναι το πρόβλημα που θέλω να θέσω.

Αν η μόδα του Πρίνσετον επικρατήσει παγκόσμια, αν μία-μία οι εστίες της αρχαιογνωσίας αρχίσουν να σβήνουν (διότι από την στιγμή που δεν θα διδάσκουν πια τους φοιτητές, τι θα χρειάζονται οι καθηγητές;) δεν θα υπάρξει κίνδυνος για την γνώση και την καλλιέργεια των αρχαίων Ελληνικών; Δεν θα παρακμάσει η μελέτη τους και δεν θα υπάρξει ο φόβος για μια σταδιακή εξαφάνισή τους;

Μήπως θα πρέπει να κάνουμε κάτι; Μία Παγκόσμια Ακαδημία για την αρχαία Ελληνική γλώσσα, που να συγκεντρώσει κορυφαίους επιστήμονες από όλες τις χώρες και που να ασχολείται αποκλειστικά με την έρευνα, την μελέτη, την διδαχή και τις εκδόσεις της αρχαίας Ελληνικής; Για μία τέτοια Ακαδημία θα μπορούσαμε να βασιστούμε και σε δωρεές ατόμων ή οργανισμών που θα εκτιμούσαν την σημασία ενός τέτοιου εγχειρήματος. (Θα μπορούσαν να την ξεκινήσουν οι άνεργοι φιλόλογοι του Πρίνσετον…)

Με τον καιρό, η Ακαδημία αυτή θα αρχίσει να παράγει αποφοίτους που θα συνεχίσουν το έργο της. Όχι βέβαια σαν τον φιλόλογο που τυχαία ανακάλυψα πως μέσα στο σχολικό βιβλίο είχε και ένθετα αποκόμματα από την μεταφραστική «φυλλάδα»…

Οι Αρχαίοι Πρόγονοι έχουν κάνει πολλά για μας. Σε αυτούς βασικά οφείλουμε το γεγονός ότι γίναμε ανεξάρτητο κράτος. Μήπως ήρθε ο καιρός να ανταποδώσουμε;

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2021

«Lego, legis, legit: Βασικό Λεξιλόγιο της Λατινικής» των Ανδρέα και Χαρίλαου Μιχαλόπουλου

Άλλο ένα βιβλίο ελεύθερης διάθεσης, ένα χρήσιμο λεξιλόγιο της λατινικής γλώσσας, από τους καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθήνας και του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης αντίστοιχα, Ανδρέα και Χαρίλαο Μιχαλόπουλο.

Συγγραφείς: Ανδρέας και Χαρίλαος Μιχαλόπουλος
Τίτλος πρωτοτύπου: Lego, legis, legit: Βασικό Λεξιλόγιο της Λατινικής
Είδος έργου: Λεξικό
Επιμέλεια: Αθανασία Αναγνώστου & Μαρία Γεωργαντά
Εκδόσεις: Σαΐτα
Άδεια διανομής: Ελεύθερη διάθεση
Έτος έκδοσης: 2016







Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια συλλογή των πιο συχνά χρησιμοποιούμενων λέξεων στα κείμενα, πεζά και ποιητικά, της Λατινικής, κυρίως της κλασικής εποχής. Είναι μία εύχρηστη και εύκολα προσβάσιμη πηγή λεξιλογικής πληροφόρησης για όποιον διαβάζει ένα λατινικό κείμενο. Απευθύνεται πρωτίστως σε προπτυχιακούς και µεταπτυχιακούς φοιτητές, αλλά και σε εκείνους τους αναγνώστες που ενδιαφέρονται να μελετήσουν από το πρωτότυπο κείμενα της λατινικής γραμματείας. Επιπλέον, η δυνατότητα εύκολης και γρήγορης αναζήτησης που παρέχει η ηλεκτρονική μορφή καθιστά το παρόν λεξιλόγιο ιδιαίτερα εύχρηστο για όσους ασκούνται στο λεγόμενο «αντίστροφο», δηλαδή στη μετάφραση κειμένου από τη νέα ελληνική στη λατινική γλώσσα.

Περισσότερες πληροφορίες: http://www.saitapublications.gr/

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

«Παιδιά – Πτυσσόμενα Τηλεσκόπια» της Αφροδίτης Παπαδογεωργοπούλου

Συγγραφέας: Αφροδίτη Παπαδογεωργοπούλου
Τίτλος πρωτοτύπου: Παιδιά – Πτυσσόμενα Τηλεσκόπια
Είδος έργου: Παιδαγωγική και παιδοψυχολογία
Επιμέλεια - Διορθώσεις: Γεωργία Σολδάτου
Εκδόσεις: Κοντύλι
Έτος 1ης κδοσης: 2010









Από τη βικτοριανή Αλίκη του Lewis Carrol ή τη Γουέντι, σύντροφο του Πίτερ Παν στο μυθιστόρημα του James Mathew Barrie, μέχρι τη σύγχρονη «άψογη Ισαβέλλα» του Tony Ross, το μοντέλο του παιδιού που μεγάλωσε νωρίς φαίνεται να επαναλαμβάνεται στην παγκόσμια λογοτεχνία. Τόσο κλασικοί ήρωες, που συντρόφεψαν εκατομμύρια ανθρώπους στο δικό τους ταξίδι προς την ενηλικίωση κι έρχονται να εκδραματίσουν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, το τόσο συχνό παιχνίδι ακροβασίας ανάμεσα στο μικρό και το μεγάλο… Από τη χώρα των Λιλιπούτειων στη χώρα των Γιγάντων· και πίσω ξανά… Σα να πρόκειται για ανθρώπους — πτυσσόμενα τηλεσκόπια», όπως χαρακτηριστικά λέει η Αλίκη!

Η «Βέρα», η «Ινώ», ο «Στέλιος», η «Ελπίδα», η «Μαριαλένα» δεν είναι χάρτινοι ήρωες του Carrol, του Ross ή του Barrie. Είναι παιδιά απόντων σωματικά ή συναισθηματικά γονιών, οι οποίοι, λόγω των συναισθηματικών τους ελλειμμάτων, διάλεξαν να ταξιδέψουν στη δική τους Χώρα του Ποτέ Ποτέ εναποθέτοντας τις ευθύνες τους στις πλάτες των παιδιών τους. Το ερώτημα είναι αν μπορεί η Παιγνιοθεραπεία, χρησιμοποιώντας το φυσικό τρόπο έκφρασης κάθε παιδιού, το παιχνίδι, να διευκολύνει τα συγκεκριμένα παιδιά να εκφράσουν τα συναισθήματα τους και να επιτρέψουν στον εαυτό τους να «ξαναγίνουν παιδιά».

Το βιβλίο απευθύνεται σε ψυχοθεραπευτές, και γενικότερα σε εργαζόμενους φορείς ψυχικής υγείας, εκπαιδευτικούς, γονείς, αλλά και σε όποιον αισθάνεται ότι ο ίδιος παρασύρθηκε πρόωρα στην ενηλικίωση…

«[…] Πολύ ενδιαφέρουσα, πολύ συγκροτημένη και ευαίσθητη εργασία […] τολμηρή και αυθεντική […] Την προτείνω ως παράδειγμα διακεκριμένης ακαδημαϊκής δουλειάς, στην οποία μπoρoύν να αναφέρονται τόσο οι σπουδαστές όσο και οι επαγγελματίες του χώρου […]» Καθηγητής Mooli Lahad, PhD στην Ψυχολογία, PhD στη Δραματoθεραπεία

Πηγή: https://kondyli.gr/

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2021

«Η Άλφα Βήτα του νεοελληνιστή» του Δημήτρη Αγγελάτου

Συγγραφέας: Δημήτρης Αγγελάτος
Τίτλος πρωτοτύπου: Η Άλφα Βήτα του νεοελληνιστή
Είδος έργου: Εισαγωγή στην επιστήμη της φιλολογίας
Επιμέλεια έκδοσης: Γιάννης Μαμάης
Φιλολογική επιμέλεια - Διορθώσεις: Ειρήνη Δάγλα
Εκδόσεις: Gutenberg
Έτος έκδοσης: 2011








Ο ανά χείρας Οδηγός έχει ένα συγκεκριμένο στόχο και σχεδιάστηκε βάσει αυτού: να λειτουργήσει ως υποδομή για την εισαγωγή των νέων φιλολόγων στην επιστήμη της Νεοελληνικής Φιλολογίας μέσα από το συναφές, προβλεπόμενο σε πανεπιστημιακά προπτυχιακά προγράμματα φιλολογικών σπουδών, εισαγωγικό μάθημα. Συγκεντρώθηκε, ως εκ τούτου, σε μια κριτικά και εύληπτα επεξεργασμένη ενότητα, εκείνο το απαραίτητο υλικό που μπορεί να βοηθήσει πρωτοετείς φοιτητές και φοιτήτριες της Φιλολογίας να εξοικειωθούν με τη Νεοελληνική Φιλολογία και το επιστημονικό πνεύμα της, να κατακτήσουν γνωστικά τα θεμελιώδη απαιτούμενα για το σκοπό αυτό (εννοιολογικό σύστημα, αντικείμενο και μεθόδους) και να στραφούν επί της ουσίας στη γόνιμη απασχόληση με τα νεοελληνικά λογοτεχνικά κείμενα.

(Από την παρουσίαση του βιβλίου στο οπισθόφυλλο)

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2021

«Σκάκι και σύγχρονη κοινωνία» του Ηλία Κουρκουνάκη

Συγγραφέας: Ηλίας Κουρκουνάκης
Τίτλος πρωτοτύπου: Σκάκι και σύγχρονη κοινωνία
Διορθώσεις: Ευγενία Αλεξίου
Εικονογράφιση: Κώστας Νιάρχος
Εκδόσεις: Δελφίνι
Σειρά: Μελέτες
Έτος έκδοσης: 1995








Μια σειρά από πολύ ενδιαφέρουσες μελέτες που αναδεικνύουν τη σχέση του σημαντικότερου και παλαιότερου πνευματικού παιχνιδιού με το κοινωνικό γίγνεσθαι. Ο συγγραφέας, διεθνής μαιτρ στο σκάκι, πρώην πρωταθλητής Ελλάδας, προπονητής και, παράλληλα, πτυχιούχος ψυχολογίας, γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον το αντικείμενό του και μάς παρουσιάζει τέσσερις εξαιρετικές μελέτες πάνω στα εξής θέματα (κεφάλαια του βιβλίου):

- Η εκπαιδευτική αξία του σκακιού
- Το σκάκι ως επιστήμη, τέχνη και άθλημα
- Η ανισότητα των δύο φύλων στο σκάκι
- Σκάκι και ηλεκτρονικοί υπολογιστές

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2021

«Αγωγή του Λόγου» του Νίκου Παπακωνσταντίνου

Τίτλος πρωτοτύπου: Νίκος Δ. Παπακωνσταντίνου
Είδος έργου: Προφορικός λόγος και ορθοφωνία
Ελληνικός τίτλος: Αγωγή του Λόγου - Ορθοφωνία
Πρόλογος: Ηλίας Σιμόπουλος
Εκδόσεις: Δωδώνη
Έτος 2ης (παρούσας) έκδοσης: 1982 (1η έκδοση 1979)








Πρωτοποριακό έργο που καταπιάνεται με τον προφορικό λόγο και τη σωστή εκφορά του, και που δεν έχει χάσει την αξία του μέσα στα 40 χρόνια από τότε που πρωτοκυκλοφόρησε. Ο συγγραφέας Νίκος Παπακωνσταντίνου (1922-1993) υπήρξε σπουδαίος ηθοποιός του Εθνικού Θεάτρου, καθηγητής ορθοφωνίας, μεταφραστής και λογοτέχνης. Το βιβλίο του αντιπροσωπεύει μια ερευνητική δουλειά πολλών δεκαετιών πάνω στα φαινόμενα της φωνής ως φορέα του προφορικού λόγου, φαινόμενα τα οποία εξετάζει τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά, προσφέροντας μια πολύ μεγάλη ποικιλία πρακτικών ασκήσεων για τη βελτίωση της σωστής εκφοράς της γλώσσας. Διαθέτει επιπλέον ένα πολύ κατατοπιστικό ευρετήριο με κάθε πιθανό γλωσσικό φαινόμενο που σχετίζεται με τον προφορικό λόγο και μια πλούσια βιβλιογραφία στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά και ελληνικά.

Αναφέρουμε δειγματοληπτικά μερικά από τα γλωσσικά και παραγλωσσικά φαινόμενα τα οποία πραγματεύεται:
- Προφορικός λόγος
- Ακουστική αντίληψη
- Σχηματισμός της φωνής
- Αναπνοή
- Άρθρωση
- Προφορά
- Τονισμός
- Παύση
- Στίξη
- Ρυθμός
- Χρωματισμός
- Ύφος
- Υγιεινή της φωνής
- Φωνητικά σφάλματα

Το βιβλίο είναι δομημένο με αρτιότητα και είναι γραμμένο με απλό τρόπο, ώστε να γίνεται απόλυτα κατανοητό από τον μη ειδικό. Είναι ένα έργο πολύτιμο όχι μόνο για ηθοποιούς, δασκάλους, δικηγόρους, εκφωνητές και άλλους των οποίων το επάγγελμα είναι συνυφασμένο με τον προφορικό λόγο, αλλά για τον καθένα μας.

Η. Ο.

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2020

«Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα» του Νίκου Σαραντάκου

Συγγραφέας: Νίκος Σαραντάκος
Τίτλος πρωτοτύπου: Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα
Είδος έργου: Θέματα ελληνικής γλώσσας
Επιμέλεια - Διορθώσεις: Γεωργία Θάνου
Εκδόσεις: Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ)
Σειρά: 96 PLUS
Έτος 1ης έκδοσης: 2019







Έχασαν τα ελληνικά για μία ψήφο την ευκαιρία να είναι η επίσημη γλώσσα των ΗΠΑ; Τα κομπιούτερ προγραμματίζονται, με πρωτοβουλία του Μπιλ Γκέιτς, στα αρχαία ελληνικά; Η ινδοευρωπαϊκή θεωρία έχει άραγε ξεπεραστεί; Πώς βέλαζαν τα αρχαία πρόβατα; Είναι η ελληνική μητέρα όλων των γλωσσών; Διαθέτει πέντε εκατομμύρια λέξεις; Το τελικό ν οξυγονώνει άραγε τον εγκέφαλο; Ο άνθρωπος θρώσκει; Οι κεφτέδες είναι ελληνικοί;

Ο Νίκος Σαραντάκος παρουσιάζει είκοσι πέντε εξαιρετικά διαδεδομένους μύθους και πλάνες για την ελληνική γλώσσα, ανιχνεύει την προέλευση και τους λόγους της διάδοσής τους και τους ανασκευάζει. Όλα αυτά με τον γνώριμο, επιστημονικό αλλά και απολαυστικό τρόπο του, με ύφος παιγνιώδες, σαφές και ενίοτε σαρκαστικό.

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2020

«Δημοτικισμός και λογιωτατισμός» του Γιάνη Κορδάτου

Συγγραφέας: Γιάνης Κορδάτος
Τίτλος πρωτοτύπου: Δημοτικισμός και λογιωτατισμός - Ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος
Διορθώσεις: Χριστίνα Γιατζόγλου
Εκδόσεις: Μπουκουμάνης
Έτος 3ης (παρούσας) έκδοσης: 1974 (1η έκδοση 1927, 2η έκδοση 1943)








    [...] Κάτω από το σύνθημα ή καθομιλουμένη ή αρχαία υπήρχαν δύο αντίθετοι στις κοινωνικές αντιλήψεις κόσμοι, που συγκρούονταν πάνω σε ταξικά συμφέροντα.
    Αυτό είναι ολοφάνερο. Όποιος διαβάσει με προσοχή τούτο μου το βιβλίο, πιστεύω πως θα πειστεί πέρα για πέρα για την τέτοια θέση του ζητήματος. Εξάλλου κι αυτός ήταν ο σκοπός μου όταν το έγραφα. Προσπάθησα να γράψω όχι μια ξηρή ιστορία του γλωσσικού ζητήματος, μα μια ανάλυσή του κοινωνιολογική. Έδωσα όμως μαζί τη σχετική βιβλιογραφία και τις πηγές ώστε να βοηθήσω κι άλλους σε παράλληλες ή και συμπληρωματικές μελέτες, και ακόμα τα μέσα στον αναγνώστη, ώστε να μπορεί να ελέγξει τις πληροφορίες μου και τις πηγές μου.
    Κι έτσι από την άποψη αυτή το νομίζω πως το βιβλίο μου όχι μόνο είναι χρήσιμο, μα έρχεται σε κατάλληλη στιγμή, και προ πάντων έρχεται να συμπληρώσει κάποιο σπουδαίο κενό.


(Από τον πρόλογο του συγγραφέα)

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2020

«Παιδαγωγικά και εκπαιδευτικά ρεύματα από το 18ο αιώνα μέχρι σήμερα» του Μιχάλη Κασσωτάκη

 
   Συγγραφέας: Μιχάλης Κασωτάκης
   Τίτλος πρωτοτύπου: Παιδαγωγικά και εκπαιδευτικά ρεύματα από το 18ο αιώνα μέχρι σήμερα
   Είδος έργου: Ιστορία της Παιδαγωγικής
   Εκδόσεις: ιδιωτική έκδοση
   Έτος έκδοσης: 2006









Στην παρούσα εργασία εξετάζονται οι σημαντικότερες εξελίξεις της παιδαγωγικής σκέψης που σημειώθηκαν από τις αρχές του 18ου αιώνα μέχρι σήμερα. Αναλύονται, παράλληλα, τα κυριότερα ρεύματα που εμφανίστηκαν στον τομέα της εκπαίδευσης κατά την ίδια περίοδο. Ορισμένα από τα ρεύματα αυτά ήταν απόρροια της προσπάθειας εφαρμογής στη σχολική πράξη διαφόρων παιδαγωγικών θεωριών, οι οποίες προήλθαν από την πρόοδο της Παιδαγωγικής Επιστήμης. Υπήρξαν, όμως, και αλλαγές στο χώρο της εκπαίδευσης, οι οποίες δεν προήλθαν από παιδαγωγικές θεωρίες, αλλά ήταν αποτέλεσμα της επίδρασης στα εκπαιδευτικά συστήματα ποικίλων κοινωνικο-οικονομικών, πολιτικών τεχνολογικών και επιστημονικών μεταβολών.

(Από την εισαγωγή του βιβλίου)

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2020

Τύποι σχολείων στον ελλαδικό χώρο κατά τη διάρκεια της Βενετοκρατίας (δ' μέρος)

Κάντε κλικ εδώ για να διαβάσετε το πρώτο μέρος 

Κάντε κλικ εδώ για να διαβάσετε το δεύτερο μέρος 

Κάντε κλικ εδώ για να διαβάσετε το τρίτο μέρος

Παραδείγματα σχολείων 

ΚΡΗΤΗ 

ΣΧΟΛΕΣ 

«Κληροδότημα» Βησσαρίωνα, Χάνδακας 

Εκκλησιαστικό σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης που δημιουργήθηκε το 1462 από τον Βησσαρίωνα, ο οποίος ως καθολικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως έπεισε τον πάπα Πίο τον Β’ να θεσμοθετήσει από τα έσοδα του Πατριαρχείου ένα κληροδότημα για την οικονομική και ηθική υποστήριξη ορισμένων φιλενωτικών ελληνόφωνων ιερέων της Κρήτης. Το σχολείο αυτό λειτούργησε ολόκληρο τον 16ο αιώνα υπό τον έλεγχο των φιλενωτικών και η διδασκαλία σε αυτό ήταν δωρεάν. 

Η δημιουργία του σχολείου έχει γίνει αντικείμενο διιστάμενων απόψεων από τους μελετητές. Έχει αποδοθεί στο ενδιαφέρον του Βησσαρίωνα για τις ελληνόφωνες περιοχές, στην προσπάθειά του για την Ένωση των Εκκλησιών, αλλά και γενικότερα έχει θεωρηθεί δημιούργημα της θρησκευτικής πολιτικής της Βενετίας, η οποία ασκούσε προπαγάνδα υπέρ του καθολικισμού. Το συγκεκριμένο σχολείο ασκούσε όπως ήταν φυσικό φιλενωτική δράση. Γεγονός πάντως είναι ότι αντιμετωπίστηκε αρνητικά από τους περισσότερους ορθόδοξους κατοίκους του Χάνδακα. 

Θα πρέπει βέβαια να επισημάνουμε, έστω με επιφυλάξεις, το ότι η επί έναν και πλέον αιώνα λειτουργία του σχολείου δείχνει ότι η δίψα για μάθηση που υπήρχε, αλλά και η ποιότητα ενός τέτοιου κληροδοτήματος, ήταν δυνατόν να παραμερίσουν τις θρησκευτικές αναστολές. 

Σχολείο της καθολικής επισκοπής, Χάνδακας 

Δωρεάν εκκλησιαστικό σχολείο της επισκοπής, από το οποίο αποφοιτούσαν οι μέλλοντες ιερωμένοι της Καθολικής Εκκλησίας. 

Σχολείο της καθολικής επισκοπής Ρεθύμνης 

Σχολείο της καθολικής επισκοπής Χανίων 

Σχολεία εκκλησιαστικά, με δωρεάν εκπαίδευση και σκοπούς ανάλογους με το παραπάνω. 

Σχολείο της μονής του Αγίου Φραγκίσκου των Φραγκισκανών, Χάνδακας 

Εκκλησιαστικό δημόσιο σχολείο, ανάλογο με τα παραπάνω. Γνωρίζουμε ότι σε αυτό φοίτησε κατά τα μέσα του 14ου αιώνα ο Πέτρος Φιλάργης (1340-1410), μετέπειτα καθηγητής στα πανεπιστήμια του Παρισιού και της Παβίας, και πάπας με το όνομα Αλέξανδρος ο Ε’ από το 1409 ως το θάνατό του το 1410 κατά τη διάρκεια του δυτικού σχίσματος. 

Σχολείο της μονής του Αγίου Πέτρου των Δομινικανών, Χάνδακας 

Εκκλησιαστικό σχολείο των Δομινικανών, ανάλογο και αυτό με τα παραπάνω. 

Σχολείο της ορθόδοξης μονής της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, Χάνδακας 

Ορθόδοξο εκκλησιαστικό σχολείο με δωρεάν επίσης φοίτηση, στο οποίο αναφέρεται ότι είχαν φοιτήσει ο Κύριλλος Λούκαρις (1572-1638), πατριάρχης Αλεξανδρείας και Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και ο Μελέτιος Πηγάς (1550-1601), πατριάρχης Αλεξανδρείας και τοποτηρητής του Οικουμενικού Θρόνου. 

Σχολή εκκλησιαστικής δυτικής μουσικής στον Άγιο Τίτο, Χάνδακας 

Μουσικό σχολείο για κληρικούς, που λειτούργησε από το 1474 μέχρι το 1544. 

ΑΚΑΔΗΜΙΕΣ 

Πολλοί από τους Κρήτες που είχαν την ευκαιρία να σπουδάσουν στο εξωτερικό, κυρίως, όπως έχουμε πει, στα πανεπιστήμια της Ιταλίας, επιστρέφουν στο νησί και μεταφέρουν εκεί τα αγαθά του ιταλικού πολιτισμού, με ευεργετικές συνέπειες για την πνευματική πορεία του νησιού. Οι δραστηριότητες αυτών των Ακαδημιών βοήθησαν πολύ στην πολιτιστική προσέγγιση των δύο κοινοτήτων, τους Βενετούς και τους Έλληνες. 

Οι Ακαδημίες ήταν σχολές με την έμμεση σημασία της λέξης. Επρόκειτο για πνευματικούς συλλόγους κατά τα πρότυπα ανάλογων κύκλων της Δύσης, σκοπός των οποίων ήταν η καλλιέργεια των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, όπως επίσης η ενίσχυση και διάδοση της δραματικής τέχνης. 

Γνωρίζουμε τρεις Ακαδημίες: 

Ακαδημία των Stravaganti, Χάνδακας 

Ιδρύθηκε κατά το 1590 και έχει χαρακτηρισθεί από τον καθηγητή Νικόλαο Παναγιωτάκη ως «ένα από τα σημαντικότερα ιδρύματα του είδους στην Ευρώπη εκείνης της εποχής». Συγκεκριμένα μέλη της με πλούσιο λογοτεχνικό έργο ήταν ο ιδρυτής της Ανδρέας Κορνάρος, ο Δανιήλ Φουρλάνος, ο Giambattista Basile, ο Nicoló Bon, κ.ά., ενώ και πολλοί Έλληνες του Χάνδακα είχαν συμμετοχή στην Ακαδημία αυτή. Η Ακαδημία σχετίζεται με την ακμή της κρητικής λογοτεχνίας, καθώς και με τη θεατρική δραστηριότητα που είχαν αναπτύξει τα μέλη της. Γράφτηκαν από μέλη της θεατρικά και ποιητικά έργα στα ιταλικά, τα λατινικά και τα ελληνικά. 

Ακαδημία των Vivi, Ρέθυμνο 

Μια από τις παλαιότερες –ίσως η παλαιότερη– κρητικές Ακαδημίες. Ιδρύθηκε το 1562. Ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε γι’ αυτήν, με σημαντικότερα τον λόγο που εκφώνησε κατά την ίδρυσή της ο Βενετοκρητικός φιλόσοφος, λόγιος και μαθηματικός Francesco Barozzi (1537-1604), μια πολυσχιδής προσωπικότητα της Κρήτης, καθώς και το γεγονός ότι υπήρξε μια Ακαδημία βραχύβια. 

Ακαδημία των Sterili, Χανιά 

Ιδρύθηκε το 1637 ως σωματείο λογίων που είχαν σκοπό την καλλιέργεια των γραμμάτων. Είχε και αυτή βραχύβια δράση. 

ΙΔΙΩΤΕΣ ΔΑΣΚΑΛΟΙ 

Ιωάννης Συμεωνάκης (1402-1450) 

Πρωτοπαπάς του Χάνδακα, ιδιωτικός διδάσκαλος, αλλά και σημαντικός λόγιος και κωδικογράφος. Γι’ αυτόν ένας σημαντικός λόγιος της Αναγέννησης, ο Rinucio Aretino, γράφει ότι υπήρξε “vir nostrae aetatis literattisimus”, δηλαδή «ένας από τους πιο μορφωμένους ανθρώπους της εποχής μας. 

Ο Συμεωνάκης εκτός από τη διδασκαλία του είναι και ο ίδιος συγγραφέας και παράλληλα αντιγράφει αρχαία κείμενα, αλληλογραφεί με εξέχοντες λογίους της εποχής και έχει το χάρισμα να εμπνέει τους νέους. Είναι συμπαθής χαρακτήρας και ανθρωπιστής με κάθε έννοια της λέξης. 

Θωμάς Τριβιζάνος (16ος αιώνας) 

Κρητικός ευγενής, νομικός, απόφοιτος του Πανεπιστημίου της Πάδοβας. Αναφέρεται ότι δίδαξε ελληνικά, ανάμεσα σε άλλους και στον μητροπολίτη Φιλαδελφείας Γαβριήλ Σεβήρο και στον επίσκοπο Κυθήρων Μάξιμο Μαργούνιο. 

Gaspare Viviani ( -1605) 

Καθολικός επίσκοπος Σητείας και Ιεράπετρας. Δίδαξε λατινικά σε πολλούς επιφανείς λογίους της εποχής. 

ΚΕΡΚΥΡΑ 

ΣΧΟΛΕΣ 

«Κοινό φροντιστήριο», του Νικηφόρου Θεοτόκη 

Σχολείο που ίδρυσε στην Κέρκυρα ο Νικηφόρος Θεοτόκης (1731-1800) με τον Ιερεμία Καββαδία (1693-π. 1770), το οποίο φέρεται να λειτούργησε από το 1758 ως το 1766. Επρόκειτο για ιδιωτική πρωτοβουλία του Νικηφόρου Θεοτόκη, λειτούργησε όμως δωρεάν. Σκοπός του ήταν η προώθηση και των κλασικών σπουδών και των θετικών επιστημών. Διδάχθηκε μια ευρεία ποικιλία μαθημάτων, όπως ελληνική και ιταλική λογοτεχνία, γραμματική, ρητορική, φιλοσοφία, γεωγραφία, φυσική και μαθηματικά. 

Ο Νικηφόρος Θεοτόκης υπήρξε ο ίδιος μαθητής του Ιερεμία Καββαδία, από τον οποίο έλαβε την εγκύκλια παιδεία. Σε νεαρή ηλικία έφυγε για την Ιταλία, όπου παρακολούθησε μαθήματα στο πανεπιστήμιο της Μπολώνιας και της Πάδοβας. Επέστρεψε στην Ελλάδα κατά το 1754 και έγινε μοναχός. Ακολούθησε εκκλησιαστική καριέρα στη Ρωσία προσκελημένος εκεί από τον Ευγένιο Βούλγαρη. Θεωρείται ένας από τους Δασκάλους του Γένους. 

Ο Ιερεμίας Καββαδίας ήταν οικοδιδάσκαλος με καταγωγή από την Ιθάκη (κατ’ άλλους από τη Λευκάδα), εφημέριος για περίπου 40 χρόνια του ναού της Παναγίας των Ξένων στην Κέρκυρα. Εκεί δίδαξε, αναγνωρισμένος από τις βενετικές αρχές, τα ελληνικά γράμματα. Σπούδασε στην Ιταλία. 

Το σχολείο του Θεοτόκη είχε μια σειρά από δασκάλους αναγνωρισμένου κύρους. Φυσική και μαθηματικά δίδαξαν ο Giovani Poleni (1683-1761), καθηγητής αστρονομίας, φιλοσοφίας και φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, και ο Eustachio Zanotti (1709-1782), μαθηματικός και αστρονόμος. Ιταλόφωνοι δάσκαλοι ανέλαβαν τη διδασκαλία της λατινικής γλώσσας και γραμματείας. Ο Καββαδίας δίδαξε γραμματική και ο ίδιος ο Θεοτόκης δίδαξε φιλοσοφία και μαθηματικά. 

Στο εκπαιδευτήριο αυτό ήταν γραμμένοι περίπου 50 μαθητές ελληνικών οικογενειών. Παρ’ όλα αυτά, το σχολείο ήταν ανοιχτό σε όλους, πλούσιους και φτωχούς, ντόπιους και ξένους, και μάλιστα αυτό ήταν προαπαιτούμενο για να υπάρχει δωρεάν διδασκαλία. 

Ο Θεοτόκης ήταν πραγματικά πρωτοπόρος. Η διδασκαλία και το πρόγραμμα της σχολής του ήταν εμπλουτισμένα με γνώσεις σχετικά με την ευρωπαϊκή γραμματολογία. 

Εκκλησιαστικό κολλέγιο ή σεμινάριο 

Πρόκειται για την Ιερατική Σχολή των Δυτικών, που ιδρύθηκε το 1568 υπό την διεύθυνση του καθολικού αρχιεπισκόπου Κερκύρας Antonio Cocco και αποστολή του ήταν η επιμόρφωση των καθολικών ιερωμένων. Όμως λόγω του ότι δεν υπήρχαν πλέον πολλοί μαθητές, η σχολή έκλεισε το 1780. 

Σχολείο στη Χώρα της Κέρκυρας 

Κοινό σχολείο, δηλαδή που δεχόταν οποιονδήποτε ήθελε να μάθει γράμματα. Λειτούργησε ανάμεσα στο 1765 και το 1767, με δάσκαλο τον Ανδρέα Πετριτζόπουλο και σε εκτέλεση της διαθήκης του Πρόσφορου Μαρίνη. Είχε ορθόδοξο προσανατολισμό και διδάσκονταν γραμματική, λογική, μεταφυσική, κτλ. 

Σχολείο του Αγίου Φραγκίσκου 

Εκκλησιαστικό σχολείο που απευθυνόταν στους δόκιμους μοναχούς. Διακεκριμένοι απόφοιτοί του ήταν ο fra Antonio Garzoni, αρχηγός των φραγκισκανών κοινοβιακών και επικεφαλής των ιεραποστολών, καθώς και οι κοινοτικοί διδάσκαλοι στην Κέρκυρα του πρώτου μισού του 17ου αιώνα fra Santo Servò και fra Roberto Tabo. 

Δημόσιο σχολείο της Κέρκυρας 

Άρχισε να λειτουργεί κάπου ανάμεσα στο 1535 και στο 1546 (οι απόψεις διίστανται). Παρείχε γνώσεις στοιχειώδους εκπαίδευσης, αν και το γεγονός ότι σε αυτό δίδαξαν γνωστοί κερκυραίοι λόγιοι όπως ο Αλέξανδρος Ραρτούρος και ο Τζώρτζης Έπαρχος, καθώς και το γεγονός ότι διδάσκονταν εκκλησιαστική μουσική και κήρυγμα, έχει κάνει κάποιους ερευνητές να υποθέσουν ότι μπορεί να λειτούργησε παράλληλα και ως εκπαιδευτήριο ανώτερης μόρφωσης, ίσως για ορισμένους μαθητές που ήθελαν να γίνουν ιερείς. 

Σχολείο στη μονή της Αγίας Ιουστίνας 

Εκκλησιαστικό καθολικό σχολείο των φραγκισκανών μεταρρυθμισμένων, προορισμένο για τα παιδιά των πλουσιότερων οικογενειών, που αναζητούσαν σπουδές για να τα προετοιμάσουν για την εισαγωγή τους στα ιταλικά πανεπιστήμια. 

ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ 

ΣΧΟΛΕΣ 

Δημόσιο σχολείο Κεφαλλονιάς

Δεν γνωρίζουμε αν επρόκειτο πραγματικά για θεσμοθετημένο δημόσιο σχολείο. Γνωρίζουμε όμως ότι το 1563 η Κοινότητα του νησιού ζήτησε από τη Γερουσία, λόγω της γενικευμένης αμάθειας και αθλιότητας που επικρατούσε στο νησί, να στείλει έναν δάσκαλο κι έναν γιατρό. Η Γερουσία ανταποκρίθηκε και στα δύο αιτήματα, καθορίζοντας αυτοί που εστάλησαν να αμείβονται από το δημόσιο ταμείο. Η σχολή που δημιουργήθηκε είχε έναν δάσκαλο. 

Σχολείο του ιερομόναχου Γεράσιμου Νοταρά 

Ιδιωτικό σχολείο, το πρώτο γνωστό για την Κεφαλλονιά, που το ίδρυσε ο ιερομόναχος Γεράσιμος Νοταράς (1506-1579) –και μετέπειτα Άγιος Γεράσιμος– στο μοναστήρι της Νέας Ιερουσαλήμ στα Ομαλά και δίδαξε σε αυτό πιθανότατα μέχρι το θάνατό του. 

Σχολή του ιεροδιδασκάλου Κιγάλα του Κυπρίου, Ληξούρι 

Ιδιωτικό εκπαιδευτήριο που ιδρύθηκε το 1563 στο Ληξούρι υπό την διεύθυνση του ιδίου. 

Εκπαιδευτήριο των αδελφών Λειχούδη, Ληξούρι 

Ιδρύθηκε γύρω στα 1670. Ιδρυτές ήταν οι αδελφοί Ιωαννίκιος (1633-1717) και Σοφρώνιος Λειχούδης (1652-1730), οι οποίοι αφού σπούδασαν στην Ιταλία και αναγορεύτηκαν διδάκτορες, δίδαξαν σε σχολεία της Κεφαλλονιάς, της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Κωνσταντινούπολης, και κατόπιν εστάλησαν από τον πατριάρχη στη Ρωσία όπου εδίδαξαν στην Ακαδημία της Μόσχας αρχαία ελληνικά, λατινικά, ρητορική και φιλοσοφία. 

Σχολή του Βικέντιου Δαμοδού 

Ονομαστή ιδιωτική σχολή που ιδρύθηκε το 1723 από τον Βικέντιο Δαμοδό (1700-1752), η οποία αναδείχθηκε πολύ γρήγορα σε μια από τις πιο αξιόλογες των Επτανήσων, προσελκύοντας μαθητές από όλη την Ελλάδα. Ανάμεσα στους μαθητές ήταν ο Νικόλαος Μαυροειδής, ο Νικόδημος Καρούσος, ο Μιχαήλ Φραντζής, ο Αντώνιος Μοσχόπουλος, ενώ πιθανολογείται ότι φοίτησε εκεί και ο Ευγένιος Βούλγαρης. 

Τα μαθήματα περιλάμβαναν τη φιλοσοφία, τη θεολογία, την ηθική και τη ρητορική. Ο Δαμοδός στο έργο και τη διδασκαλία του προσπάθησε να απομακρυνθεί από τον δυτικό σχολαστικισμό και να αφομοιώσει τις αρχές της καρτεσιανής σκέψης, συνδυάζοντάς τες με την αριστοτελική οντολογία. Υπήρξε με αυτόν τον τρόπο ένας από τους πρώτους εισηγητές των σύγχρονων ευρωπαϊκών φιλοσοφικών ρευμάτων στην ελληνική εκπαίδευση, και μάλιστα στην απλή γλώσσα της εποχής του, την οποία έκρινε ως την καταλληλότερη για τη διδασκαλία και την αφομοίωση των σύγχρονων ιδεών.

Ο Δαμοδός είχε και πλούσιο συγγραφικό έργο. Έχουν διασωθεί περίπου 140 χειρόγραφά του που αφορούν σε εγχειρίδια σχετικά με τα μαθήματα της σχολής του, καθώς και πολλές πραγματείες. Το έργο του γνώρισε ευρεία διάδοση και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. 

ΤΗΝΟΣ 

ΣΧΟΛΕΙΑ 

Σχολεία επί αρχιερατείας του επισκόπου Γεωργίου Περπινιάνη 

Η αρχιερατεία του επισκόπου Γεωργίου Πέρπινιάνη (1594-1619) ήταν πολύ σημαντική για δύο κυρίως λόγους: πρώτον, λόγω της κρισιμότητας της πολιτικής κατάστασης, επειδή στη Βενετία τον κυβερνόν κόμμα, οι λεγόμενοι “Giovani” απαιτούσαν την απόλυτη υποταγή των χριστιανικών αρχών στις πολιτικές, και δεύτερον, λόγω της πολυεπίπεδης δραστηριότητας του επισκόπου. Ο συγκεκριμένος επίσκοπος στάθηκε πιστός στην Αγία Έδρα, κάτι που τον έφερε σε σύγκρουση με τις βενετικές αρχές, και δημιούργησε ένα δικό του πρόγραμμα που αποσκοπούσε στην ανύψωση της χριστιανικής πίστης.

Στο θέμα τώρα των σχολείων, όπως επισημαίνει ό ίδιος σε μια έκθεσή του του 1611, διαπίστωνε πως τα μικρά σχολεία που ο ίδιος είχε ιδρύσει στα χωριά για τα παιδιά των χωρικών είχαν προοδεύσει και υπήρχε μεγάλη ανταπόκριση γι’ αυτά, και σε ότι αφορούσε τη χριστιανική μόρφωση υπήρχαν θετικά αποτελέσματα. Από αυτό συμπεραίνουμε ότι θα επρόκειτο για εκκλησιαστικά σχολεία με καθολικό προσανατολισμό. Από την άλλη μεριά, γνωρίζουμε ότι την εποχή αυτή οι ορθόδοξοι ιερείς στην Τήνο είναι περισσότεροι από τους καθολικούς, παρά το γεγονός ότι οι καθολικές ενορίες υπερτερούν πολύ σε αριθμό. Έτσι δεν μπορούν να βγουν ασφαλή συμπεράσματα για το είδος των σχολείων. Σ’ αυτό έρχεται να προστεθεί και το γεγονός πως η βενετική διοίκηση προωθούσε τα εκκλησιαστικά σχολεία αλλά και τα δημόσια σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης, ακόμα και στις μικρότερες περιοχές. 

ΖΑΚΥΝΘΟΣ 

ΣΧΟΛΕΣ 

Δημόσιο σχολείο Ζακύνθου 

Γύρω στα 1556 με 1557 μία πρεσβεία από την Κοινότητα της Ζακύνθου πήγε στη Βενετία προκειμένου να πάρει έγκριση για διορισμό δημόσιου δασκάλου της ελληνικής γλώσσας. Η έγκριση δόθηκε και μάλιστα ο δόγης ενέκρινε την ίδρυση σχολείου. Αυτό ήταν για πολύν καιρό μια μεγάλη επιθυμία των Ζακυνθίων. Σε αυτό το σχολείο διδάσκονταν η αρχαία και νεώτερη ελληνική γλώσσα, η λατινική, η ιταλική, καθώς και όλα τα εγκύκλια μαθήματα. 

Το σχολείο αυτό δεν είναι με βεβαιότητα γνωστό πότε λειτούργησε κανονικά. Γνωρίζουμε ότι η εκλογή του δασκάλου έγινε από το Συμβούλιο, αλλά δεν αναφέρεται με βεβαιότητα αν η εκλογή αυτή έγινε αμέσως μετά την πρεσβεία του 1556-1557 ή αργότερα. Υπάρχουν διάφορες εκδοχές μελετητών, τις οποίες αναφέρει η Τζιβάρα. Αναφέρεται για παράδειγμα ότι το 1576, δηλαδή 20 χρόνια μετά την πρώτη άδεια, το σχολείο συνέχιζε κανονικά τη λειτουργία του. Αλλού αναφέρεται ότι η άδεια δόθηκε το 1580 και ότι το σχολείο θα κάλυπτε τις ανάγκες όχι μόνο των κατοίκων της Ζακύνθου αλλά και των κατοίκων της Πελοποννήσου και της Ναυπάκτου. Έχουμε στοιχεία για το έτος 1626, όπου μαρτυρείται ένας σημαντικός αριθμός μαθητών: κατά τον μελετητή Δε Βιάζη αναφέρονται 40 ευγενείς, 100 αστοί, 72 όχλος, 50 χωρικοί, 20 Πελοποννήσιοι, δύο Εβραίοι. 

Στα χρόνια της επισκοπείας του Gozadino (1654-1673), για τα οποία έχουμε και τις περισσότερες πληροφορίες, το δημόσιο σχολείο συνέχιζε να λειτουργεί κανονικά και φοιτούσαν τόσο Λατίνοι όσο και Έλληνες. Σε αναφορά του προς την Propaganda Fide του 1660 ο αρχιεπίσκοπος Κερκύρας αναφέρει ότι η Κοινότητα της Ζακύνθου εξέλεγε έναν δάσκαλο του λατινικού δόγματος για να διδάσκει τα παιδιά των Ελλήνων. Αν και έχει αναφερθεί ότι ο λατίνος δάσκαλος δίδασκε όλα τα εγκύκλια μαθήματα, πιο πιθανό φαίνετια ότι δίδασκε μόνο λατινική γραμματική. Σημαντικοί δάσκαλοι της εποχής αυτής ήταν ο μοναχός Φραγκίσκος Ιάκωβος Συρίγος (1645-1648 και 1651-1655), ο ιερέας Αναστάσιος Γραδενίγος (1648-1651), ο Φραγκίσκος Μεσσήνας το 1655 και ο Σωφρόνιος Καλλονάς το 1660. 

Σχολείο της λατινικής επισκοπής Ζακύνθου 

Το σχολείο αυτό λειτούργησε από το πρώτο μισό του 17ου αιώνα και βρισκόταν στον καθεδρικό ναό του Αγίου Μάρκου. Η διδασκαλία γινόταν δωρεάν και οι δάσκαλοι πληρώνονταν από τον επίσκοπο. 

Τις περισσότερες πληροφορίες για το σχολείο τις έχουμε, όπως και για το προηγούμενο, από για την περίοδο 1654-1673, όταν επίσκοπος ήταν ο Francesco Gozadino, πρωσοπικότητα πολύ αμφιλεγόμενη, που κατηγορήθηκε επανειλημμένα από τους ομόδοξούς του ιερείς για την τακτική του απέναντι στους ορθόδοξους, τους οποίους θεωρήθηκε ότι υπεράσπιζε υπέρ το δέον. Κατηγορήθηκε επίσης για τη συγκάλυψη σκανδάλων ομοδόξων μοναχών και για την επέμβασή του στο διδακτικό έργο άλλων. 

Στο συγκεκριμένο σχολείο διδασκόταν η χριστιανική διδασκαλία, η οποία καλλιεργούνταν ιδιαίτερα εκείνη την εποχή μετά από διάταγμα του μετέπειτα πάπα Ιννοκέντιου του ΙΑ’. Η διδασκαλία γινόταν από μεταφρασμένο στα ελληνικά κείμενο, προφανώς της Κατήχησης του καρδινάλιου Bellarmino. 

Σύμφωνα με επιστολή του επισκόπου Gozadino προς τον Προβλεπτή Ζακύνθου, το 1659 φοιτούσαν στη σχολή 12-14 μαθητές. 

Η λειτουργία αυτού του σχολείου συνάντησε την αντίθεση πολλών λατίνων μοναχών που ζούσαν στο νησί ως μισιονάριοι. Κατηγορώντας τον Gozadino ότι ευνοούσε δικούς του ανθρώπους, και οι φραγκισκανοί και οι δομινικανοί μοναχοί απέτρεπαν τους μαθητές τους από το να το παρακολουθήσουν. 

Η λειτουργία του σχολείου ουσιαστικά αναπλήρωνε την έλλειψη Σεμιναρίου στο νησί, εγχείρημα το οποίο ουδέποτε υλοποιήθηκε. 

Σχολείο του μοναστηρίου του Αγίου Φραγκίσκου 

Επρόκειτο για μοναστήρι που ανήκε στο μοναστικό τάγμα των minori conventuali. Ο μισιονάριος fra Carlo Ubicini που έμενε σε αυτό το μοναστήρι ζήτησε από τον επίσκοπο Gozadino και έλαβε την άδεια να ανοίξει σχολείο στον Γιαλό της Ζακύνθου, έξω από το μοναστήρι του. Μετά από τον θανατό του το 1659 τη διδασκαλία στους μαθητές του συνέχισε ο επίσης μισιονάριος Fra Mansueto Lambardi. Ο τελευταίος ανέλαβε τη σχολή μετά από μια αρκετά επεισοδιακή διαδικασία, αλλά τελικά δεν άλλαξε ούτε τον τόπο, ούτε τις μεθόδους, ούτε τους μαθητές του Ubicini, πράγμα που προξένησε ικανοποίηση σε όλους. 

Γενικά γνωρίζουμε ότι στα σχολεία των μισιοναρίων φοιτούσαν παιδιά και Ελλήνων και Λατίνων. 

Σχολείο του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου των Χαρίτων 

Εκκλησιαστικό σχολείο που το συντηρούσαν στον προαναφερθέντα ναό φραγκισκανοί μισιονάριοι και στο οποίο διδάσκονταν αρχαία ελληνικά, ιταλικά, λατινικά, θεολογία, φιλοσοφία, γραμματολογία, κ.ά. 

ΛΕΥΚΑΔΑ 

Σχολείο στο Κοινόβιο του Παντοκράτορα 

Εκκλησιαστικό σχολείο όπου διδάσκονταν τα λατινικά και τα ιταλικά. Για την ίδρυση δημόσιου σχολείου στη Λευκάδα πρώτη νύξη γίνεται σε έκθεση του προνοητή Sebastiano Morosini τον 18ο αιώνα.

H. O.

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2020

Τύποι σχολείων στον ελλαδικό χώρο κατά τη διάρκεια της Βενετοκρατίας (γ' μέρος)

Κάντε κλικ εδώ για να διαβάσετε το πρώτο μέρος της εργασίας 

Κάντε κλικ εδώ για να διαβάσετε το δεύτερο μέρος της εργασίας

Τύποι σχολείων 

Η Βενετία γενικά δεν θεωρούσε δική της ευθύνη την ανώτατη εκπαίδευση και -σε κάθε περίπτωση- δεν την ενθάρρυνε. Αυτό ήταν ένα φαινόμενο ευρωπαϊκό και δεν περιοριζόταν μόνο σε εκείνην. Αντίθετα φαίνεται ότι ενθάρρυνε σε κάποιο βαθμό την ίδρυση σχολείων στοιχειώδους εκπαίδευσης. 

Γενικά μπορούμε να διακρίνουμε πέντε κατηγορίες σχολείων στις περιοχές υπό βενετική κυριαρχία: 

1) Σχολεία με εκκλησιαστικό, κυρίως καθολικό και φιλοδυτικό προσανατολισμό

Λειτουργούσαν δωρεάν και ήταν ανοιχτά και στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις. Όμως είχαν έναν έντονα προσηλυτιστικό χαρακτήρα που προκάλεσε αντιδράσεις και υπονόμευσε τη λειτουργία τους, περιορίζοντάς την χρονικά. 

Σχολεία αυτού του τύπου ήταν ήταν το γνωστό Κληροδότημα του καρδινάλιου Βησσαρίωνα, το οποίο δημιουργήθηκε στον Χάνδακα αλλά που αντιμετωπίστηκε αρνητικά από τους περισσότερους ορθοδόξους κατοίκους της περιοχής, το σχολείο της μονής του Αγ. Φραγκίσκου των Φραγκισκανών στον Χάνδακα, τα σχολεία που ίδρυσε στην Τήνο ο επίσκοπος Γεώργιος Περπινιάνης, εν μέρει εκκλησιαστικού και εν μέρει δημόσιου τύπου, το σχολείο της λατινικής επισκοπής Ζακύνθου, το σχολείο στο κοινόβιο του Παντοκράτορα στη Λευκάδα, κτλ. 

2) Σχολεία που λειτουργούσαν στις ορθόδοξες μονές

Πρόσφεραν κι αυτά στοιχειώδη εκπαίδευση και τα προτιμούσαν πολλές φορές οι ορθόδοξοι ντόπιοι. Ένα καλό παράδειγμα αυτού του τύπου σχολείου μάς δίνει αυτό της ορθόδοξης μονής της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, στον Χάνδακα. 

3) Δημόσια σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης

Σχολεία με μη εκκλησιαστικό χαρακτήρα που επίσης προωθούσε η βενετική διοίκηση, ακόμα και στις μικρότερες περιοχές των κτήσεών της, όπως π.χ. η Τήνος. Για τη λειτουργία τους ήταν απαραίτητη η πρόταση των τοπικών συμβουλίων και συχνά είχαν μόνο έναν διδάσκοντα. Μια γνωστή εξαίρεση στον κανόνα αυτόν ήταν η Κέρκυρα, όπου ξέρουμε ότι από το 1535 εκλέγονταν δύο δάσκαλοι, ένας για τα ελληνικά κι ένας για τα λατινικά. Η κοινωνική προέλευση των μαθητών αυτών των σχολείων σημείωνε αποκλίσεις ανάλογα με την περιοχή. Στον Χάνδακα π.χ. γίνονταν δεκτά μόνο τα παιδιά των ευγενών και των φεουδαρχών, ενώ στη Ζάκυνθο πήγαιναν σε αυτά μόνο οι φτωχοί μαθητές και κυρίως όσοι προέρχονταν από το ελληνικό τμήμα του πληθυσμού. 

4) Ιδιωτικά εκπαιδευτήρια

Αυτά ήταν κυρίως δευτεροβάθμιου επιπέδου, οργανώνονταν από λαϊκούς ή κληρικούς, λόγιους πρόσφυγες από τις τουρκοκρατούμενες περιοχές, απόφοιτους ιταλικών πανεπιστημίων, κτλ., έδιναν έμφαση στην εκκλησιαστική ή κλασική παιδεία, ή στο δυτικό πνεύμα. Γνωστή είναι η περίπτωση του λεγόμενου Κοινού Φροντιστηρίου, που ίδρυσε το 1758 ο Νικηφόρος Θεοτόκης στην Κέρκυρα για την προώθηση τόσο των κλασικών σπουδών όσο και των θετικών επιστημών. Άλλη σημαντική πρωτοβουλία ήταν αυτή του Βικέντιου Δαμοδού στην Κεφαλονιά. 

5) Ιδιώτες δάσκαλοι

Γνωρίζουμε ότι υπήρξαν άφθονες συμβάσεις μαθητείας από τον 14ο ως τον 18ο αιώνα στην Κρήτη και τα Επτάνησα, που αποδεικνύουν ότι τον βασικότερο ρόλο στην εκπαίδευση τον έπαιξαν οι ιδιώτες δάσκαλοι. Αυτοί ήταν κυρίως ιερείς και λόγιοι, αλλά επίσης ζωγράφοι, νοτάριοι, καθώς και απλοί άνθρωποι. Οι λαϊκοί και οι ιερείς ήταν μάλιστα ο κανόνας όσον αφορά στα παιδιά των φτωχότερων οικογενειών. Από θρησκευτικής απόψεως συναντούμε ορθόδοξους και καθολικούς, ακόμη και φιλομεταρρυθμιστές. Ήταν επιφορτισμένοι κυρίως με τη στοιχειώδη εκπαίδευση και προετοίμαζαν τους μαθητές τους εν μέρει και για το εκκλησιαστικό λειτούργημα ή για το επάγγελμα του ζωγράφου ή του νοτάριου. 

Φυσικά για τους πλούσιους ευγενείς, οι οποίοι προετοίμαζαν τα παιδιά τους για τα ιταλικά πανεπιστήμια, οι ιδιώτες δάσκαλοι ήταν ο κανόνας. Οι δάσκαλοι αυτοί δίδασκαν τους μαθητές ατομικά ή σε μικρές ομάδες, στο σπίτι τους ή σε ιδιωτικά σχολεία, μόνοι τους ή με βοηθούς, τους repetitores. Το μάθημα της ανάγνωσης είχε τις εξής διαβαθμίσεις: άρχιζε με τα μικρά και μεγάλα πινακίδια, ύστερα συμπληρωνόταν με τον προοιμιακό ψαλμό, τον Οκτώηχο, το Ψαλτήρι και τον Απόστολο. Με αυτό το τελευταίο βιβλίο συμπληρωνόταν ο βασικός κύκλος μαθημάτων. Η περίοδος της εκμάθησης διαρκούσε συνήθως τέσσερα χρόνια. Η αμοιβή του δασκάλου είχε να κάνει με τη διάρκεια και το περιεχόμενο του προγράμματος και αποτελούνταν από χρήματα και κανίσκια, δηλαδή προσφορά σε είδος. Υπήρχαν και περιπτώσεις όπου το αποτέλεσμα της μαθητείας αξιολογούνταν από μια ανεξάρτητη επιτροπή, ένα είδος δηλαδή προαγωγικών εξετάσεων. 

Εκτός από τις περιπτώσεις δασκάλων που δίδασκαν ανάγνωση και γραφή, γνωρίζουμε και πολλές περιπτώσεις όπου το αντικείμενο της διδασκαλίας ήταν ιδιαίτερα εξειδικευμένο και αφορούσε π.χ. μουσική, ζωγραφική, λογιστική, ξιφασκία και τη νοταριακή τέχνη. 

Όσον αφορά τώρα στην ανώτατη εκπαίδευση, το κενό που υπήρξε καλύφθηκε εν μέρει από τους ιδιώτες δασκάλους που προαναφέραμε.Αυτοί που είχαν την οικονομική δυνατότητα σπούδαζαν φυσικά σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, κυρίως της Ιταλίας.

Η. Ο.

(συνεχίζεται)

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2020

Τύποι σχολείων στον ελλαδικό χώρο κατά τη διάρκεια της Βενετοκρατίας (β' μέρος)

Κάντε κλικ εδώ για να διαβάσετε το πρώτο μέρος της εργασίας 

Γενικά για την εκπαίδευση

Η συνύπαρξη των βενετικών με τα ελληνικά στοιχεία για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα –συνολικά περίπου έξι αιώνες– δημιούργησε στις περιοχές που παρατηρήθηκε μια μεγάλη πολιτισμική άνθιση, με χαρακτηριστικά που προέρχονταν και από τους δύο πολιτισμούς. Οι έποικοι έφεραν μαζί τους όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτήριζαν τον βενετικό πολιτισμό και αυτό σε συνδυασμό με το διοικητικό σύστημα που επέβαλαν σήμανε την είσοδο στον ελληνικό χώρο νέων πολιτισμικών στοιχείων και τάσεων. Αυτές οι τάσεις δυνάμωναν όσο η ίδια η Βενετία πλησίαζε προς την Αναγέννηση. Η κατάσταση αυτή δημιούργησε αρχικά συγκρούσεις με τις τοπικές κοινωνίες, όμως όσο περνούσε ο καιρός τα πράγματα εξομαλύνονταν. 

Κατά τους δύο πρώτους αιώνες της Βενετοκρατίας, όπως είδαμε και παραπάνω, οι σχέσεις ανάμεσα στους Κρητικούς και τους Βενετούς κινούνταν μέσα σε ένα κλίμα μισαλλοδοξίας, μίσους και αμοιβαίας δυσπιστίας και, επομένως, η πολιτισμική επικοινωνία ανάμεσά τους ήταν στοιχειώδης έως αδύνατη. Η βυζαντινή παράδοση είχε μεγάλη ισχύ και έγινε ακόμα μεγαλύτερη όταν ήρθαν στην Κρήτη βυζαντινοί λόγιοι από την Κωνσταντινούπολη μετά την πτώση της τελευταίας στους Οθωμανούς. Η εκπαίδευση σε όλες τις βενετοκρατούμενες περιοχές ακολουθούσε όπως ήταν φυσικό ακόμα τα βυζαντινά πρότυπα, ήταν δηλαδή σε εξάρτηση από την Εκκλησία. Τα σχολεία λειτουργούσαν κυρίως στις ορθόδοξες μονές και, εκτός από τις γνώσεις ελληνικής γλώσσας και γραμματικής, οι σπουδές είχαν χαρακτήρα καθαρά εκκλησιαστικό. 

Όμως κατά τον 16ο αιώνα τα πράγματα αλλάζουν. Έχουμε ήδη μια μακρόχρονη ειρηνική συμβίωση των δύο στοιχείων, που είχε ως αποτέλεσμα ένα γόνιμο πολιτιστικό διάλογο και κατέληξε προοδευτικά σε μια κοινή πολιτιστική έκφραση με στοιχεία και κρητικά και βενετικά. Την εποχή εκείνη η Κρήτη, ενώ δεν είχε πάψει να είναι φορέας βυζαντινής παράδοσης, απορροφούσε παράλληλα αναγεννησιακούς κραδασμούς, αφομοίωνε όσα στοιχεία ταίριαζαν καλύτερα στον δικό της προσωπικό χαρακτήρα, τα αναδημιουργούσε και τελικά τα παρέδιδε με τον δικό της τρόπο. Με βραδύ αλλά σταθερό ρυθμό η Κρήτη άρχισε να αποδεσμεύεται από την κηδεμονία της αλωμένης βυζαντινής πρωτεύουσας και στράφηκε προς άλλες κατευθύνσεις, δυτικές και κυρίως ιταλικές. Η εκπαίδευση αναδιαρθρώθηκε σύμφωνα με τα πρότυπα της Βενετίας και αρκετοί Κρήτες φοίτησαν στα Πανεπιστήμια της Βενετίας και της Πάδοβας επιστρέφοντας στην Κρήτη ως φιλόσοφοι, φιλόλογοι, γιατροί ή νομικοί. Τα μοναστήρια ωφελήθηκαν και αυτά από την αλλαγή αυτή και έγιναν κέντρα μάθησης, και οι επιστήμονες-μοναχοί της Κρήτης προσέφεραν σημαντικές υπηρεσίες στην Ορθόδοξη Εκκλησία και στην παιδεία. Σημαντικός συνεκτικός δεσμός της Κρητικής αστικής κοινωνίας με την αστική κοινωνία της Βενετίας ήταν η ελληνική γλώσσα, η οποία δεν υποχώρησε ποτέ κατά τη διάρκεια της βενετικής κυριαρχίας, αλλά αντιθέτως επιβλήθηκε ως γλώσσα της καθημερινής ζωής, τόσο στους ντόπιους όσο και στους ιταλικής καταγωγής κατοίκους. Για τα χωριά δεν τίθεται θέμα ότι η ελληνική θα ήταν η μόνη ουσιαστικά γλώσσα επικοινωνίας, ενώ στις πόλεις θα πρέπει να υπήρχε ένα φαινόμενο διγλωσσίας, με την ελληνική και πάλι να κυριαρχεί, αφού θα πρέπει πλέον να τη μιλούσαν ή έστω να την καταλάβαιναν σε μεγάλο βαθμό και οι ίδιοι οι βενετοί αστοί κάτοικοι του νησιού. 

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήδη από τον 15ο αιώνα η ελληνική γλώσσα και τα ελληνικά γράμματα παίζουν έναν ιδιαίτερο ρόλο στην βενετική κοινωνία. Η εποχή αυτή σημαίνει τη διάδοση του Ουμανισμού, ο οποίος ευνοήθηκε από πολλούς παράγοντες. Ανάμεσα σε αυτούς οι σημαντικότεροι είναι η μετανάστευση πολλών ανθρώπων των γραμμάτων από το Βυζάντιο, η δημιουργία πανεπιστημίων, σχολών και ακαδημιών, η δράση διαφόρων μαικήνων, κτλ. Η ελληνική γλώσσα που μέχρι τότε ήταν προνόμιο ελαχίστων, τώρα αρχίζει να βρίσκει τους δικούς της θεράποντες. Υπάρχουν καθηγητές, μεταφραστές και σχολιαστές ελληνικών κειμένων. Ενώ προηγουμένως ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βρεθούν χειρόγραφα, τώρα υπάρχει μια μεγάλη παραγωγή. Είμαστε μάρτυρες μιας διαδικασίας που έχει δειλά αρχίσει από τον 13ο αιώνα, θα κορυφωθεί με την πτώση της Κωνσταντινούπολης και θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με αμείωτο ρυθμό. Ανάμεσα στους μορφωμένους βυζαντινούς που επισκέφθηκαν τα κράτη της δυτικής Ευρώπης θα συναντήσουμε καθηγητές των ελληνικών, συγγραφείς, ποιητές, συμβολαιογράφους, φιλοσόφους, πολιτικούς, θεολόγους, φιλολόγους, κτλ. Ανάμεσα στους πρώτους είναι ο Βαρλαάμ, ο Ατουμάνος, ο Πιλάτος, ο Κυδώνης, ο Χρυσολωράς. Τον επόμενο αιώνα θα ακολουθήσουν ο Πλήθων, ο Τραπεζούντιος, ο Βησσαρίωνας, ο Γαζής, ο Αργυρόπουλος, ο Χαλκοκονδύλης, ο Μουσούρος, οι Κωνσταντίνος και Ιανός Λάσκαρις, και πολλοί άλλοι, τόσοι ώστε δικαίως να μπορεί κανείς να πει ότι σχεδόν ολόκληρη η μορφωμένη τάξη του Βυζαντίου δημιούργησε τα σημαντικότερα έργα της μακριά από την πατρίδα. Πολλοί ισχυρίζονται, και θεωρούμε δικαίως, ότι η παρουσία όλων αυτών των ανθρώπων στη Δύση ήταν ένα από τα κλειδιά για τον Ουμανισμό και την Αναγέννηση. Όλη αυτή η διαδικασία που περιγράψαμε δεν θα μπορούσε να αφήσει αμέτοχη την Κρήτη, ούτε φυσικά και τα Επτάνησα. 

                                                        Ο Μανουήλ Χρυσολωράς

Όμως και στην ίδια τη Βενετία η παραγωγή ελληνικών βιβλίων υπήρξε χωρίς αμφιβολία σημαντικότατη, και χρησιμοποιήθηκε για διάφορους σκοπούς. Τα πρώτα ελληνικά βιβλία εκδόθηκαν εκεί ήδη από το τέλος του 15ου αιώνα, σχεδόν από την αρχή της εμφάνισης της τυπογραφίας. Ο κύκλος των ιταλών ουμανιστών εκμεταλλεύθηκε αυτό το γεγονός προς όφελος και της ελληνικής γλώσσας και σε αυτόν τον κύκλο θα πρέπει να αναζητήσουμε όχι μόνο τους προστάτες των λογίων που έρχονταν από την Κωνσταντινούπολη ή τις βενετοκρατούμενες περιοχές του ελληνικού χώρου, όχι μόνο τους κατόχους των βιβλιοθηκών που διέθεταν τα κλασικά κείμενα, αλλά και ένα μεγάλο μέρος του ίδιου του αναγνωστικού κοινού. Κι η ίδια η ελληνική εκδοτική παραγωγή γρήγορα αναζήτησε αναγνώστες και από τον ορθόδοξο ελληνικό κόσμο, οπότε ήδη από το 1486 δημιουργήθηκε η ιδέα της δημοσίευσης μιας ολοκληρωμένης σειράς εκκλησιαστικών βιβλίων. Φορείς αυτής της ιδέας ήταν ο κρητικός ιερέας και λόγιος Αλέξανδρος Αλεξάνδρου, ο Ζαχαρίας Καλλιέργης και ο ίδιος ο Άλδος Μανούτιος. Τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας γίνονται ορατά από το 1509, με την έκδοση του Απόκοπου και των πρώτων λειτουργικών βιβλίων της ορθόδοξης Εκκλησίας. Αυτά δεν ήσαν μόνο ορθόδοξα κείμενα, αλλά ταυτόχρονα ήσαν και εγχειρίδια διδασκαλίας των πρώτων γραμμάτων. 

                                                            Ο Άλδος Μανούτιος

Η εκπαιδευτική πολιτική που εφάρμοσαν στην Κρήτη οι Βενετοί αποτελεί σημαντικό κομμάτι της κοινωνικής ζωής του τόπου. Αυτή η πολιτική χαρακτηριζόταν από την ισότιμη χρήση της ελληνικής γλώσσας και από την όσο το δυνατόν ηπιότερη αντιμετώπιση των θρησκευτικών διαφορών ανάμεσα στους Ορθοδόξους και τους Καθολικούς. Μεγάλο ρόλο στην εκπαίδευση διαδραμάτισε το γεγονός ότι οι βενετοί υπήκοοι ήταν ελεύθεροι να μεταβαίνουν στη Βενετία, καθώς και το ότι η βασική γραμμή των Βενετών ήταν να μορφώνονται οι υπήκοοί τους στην Πάντοβα. Φυσικά στην πράξη μόνο οι πλούσιες οικογένειες είχαν την ευχέρεια να το κάνουν αυτό, όμως αυτό αποκαλύπτει και την ποιότητα της εκπαίδευσης που λάμβαναν. 

Τα βασικά γράμματα, δηλαδή ανάγνωση και γραφή, οι νέοι τα μάθαιναν από ιδιωτικούς διδασκάλους, που παρέδιδαν μαθήματα επ’ αμοιβή κατ’ οίκον, σε διδακτήρια με μικρό αριθμό μαθητών και σε σχολεία που λειτουργούσαν σε μοναστήρια, σε ναούς και γενικά ήταν εξαρτημένα από την Εκκλησία. Όμως κατά τον 16ο αιώνα δημιουργήθηκαν, κατά τα πρότυπα της Βενετίας, κατώτερες και μεσαίες σχολές, καθώς και Ακαδημίες, κι επιπλέον υπήρξαν άνθρωποι από τα πιο δυναμικά κοινωνικά στρώματα, όπως λόγιοι, έμποροι και κληρικοί, που ίδρυσαν στη Δύση κολέγια για να διευκολύνουν τις σπουδές των εκεί συμπατριωτών τους. Το επίπεδο της διδασκαλίας ήταν γενικά υψηλό και οι δάσκαλοι ήταν αρκετά καλής ποιότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την εποχή εκείνη το νησί ανέδειξε πολύ σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους. 

Όπως έχουμε αναφέρει ήδη παραπάνω, η Βενετία πήρε ορισμένα μέτρα στην Κρήτη, που άμβλυναν τις αντιθέσεις των δύο λαών, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας συγκρητισμός και μια δημιουργική συνάντηση ανάμεσα στη βυζαντινή και την ιταλική παράδοση. Από τον 16ο αιώνα μάλιστα η συνάντηση αυτή απέκτησε δεσμούς και σε ανώτατο επίπεδο με το γεγονός ότι πάρα πολλοί από τους Κρητικούς που είχαν τα οικονομικά μέσα πήγαιναν για ανώτερες σπουδές στα πανεπιστήμια της Ιταλίας, και ιδιαίτερα στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Στο πανεπιστήμιο αυτό υπολογίζουν ορισμένοι ερευνητές ότι κατά το διάστημα 1500-1700 σπούδασαν τη νομική ή την ιατρική τουλάχιστον χίλιοι Κρητικοί. Ένα μεγάλο μέρος από αυτούς επέστρεψαν στη γενέτειρά τους και αφιέρωσαν τις γνώσεις και το κύρος τους στην προσπάθεια μεταλαμπάδευσης των αγαθών του δυτικού πολιτισμού στο νησί, με συνέπειες ευεργετικές για την πνευματική ανάπτυξή του. Στην άνθιση αυτή σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι τρεις Ακαδημίες που ιδρύθηκαν με πρωτοβουλία ατόμων που είχαν σπουδάσει στην Ιταλία, δηλαδή η Ακαδημία των των Stravaganti στον Χάνδακα, των Vivi στο Ρέθυμνο και των Sterili στα Χανιά, και τις οποίες θα δούμε πιο αναλυτικά παρακάτω. 

                                               Το Palazzo Bo, ιστορική έδρα του Πανεπιστημίου της Πάδοβας

Σχετικά με την εκπαίδευση στα Επτάνησα, έλαβαν και εκεί χώρα προσπάθειες ανάλογες με εκείνες που σημειώθηκαν στην Κρήτη, αν και ήταν σε μικρότερη κλίμακα και οι πρωτοβουλίες σχεδόν πάντα προέρχονταν από τους ίδιους τους Επτανήσιους, μια και η Βενετία δεν έκανε ιδιαίτερες προσπάθειες για να προωθήσει την παιδεία. Βέβαια, όπως αναφέρουν διάφοροι μελετητές, δεν αρνιόταν συνήθως τη δημιουργία ενός σχολείου, αλλά δεν αποτελούσε ουσιαστικό μέρος της πολιτικής της η δημιουργία σχολείων στα μέρη που βρίσκονταν υπό την κυριαρχία της. Η μόρφωση ήταν γενικά υπόθεση των ιδιωτών και οι αποδέκτες της ήταν στην πλειοψηφία τους άνθρωποι από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Η ουσιαστική οργάνωση της εκπαίδευσης δεν ήρθε νωρίτερα από τον 17ο αιώνα. Υπήρχαν ιδιωτικά σχολεία και δημόσια σχολεία, με ευθύνη της Κοινότητας ή της Εκκλησίας. Για την περίπτωση όμως των Επτανήσων δεν πρέπει να αγνοήσουμε και τον παράγοντα λόγιοι, οι οποίοι καθώς κατευθύνονταν προς τις πόλεις της Ιταλίας για τη βελτίωση των σπουδών τους και των γνώσεών τους, λόγω της γειτνίασης που είχε η Ιταλία με τα Επτάνησα πολλές φορές διέμεναν σε αυτά για μικρότερα ή μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα και με τη διδασκαλία τους συνέβαλαν στην εκπαίδευση των κατοίκων τους. Φυσικά, όπως και στην περίπτωση της Κρήτης, υπήρξαν και εδώ σημαντικοί άνθρωποι που δημιούργησαν σχολές. 

Η εκπαίδευση διακρίνεται, όπως είπαμε, σε ιδιωτική και δημόσια, στοιχειώδη και ανώτερη, στο σπίτι ή σε εκκλησίες και μοναστήρια. 

Στα πρώτα χρόνια της Βενετοκρατίας, ανάλογα με τις συνθήκες του κάθε νησιού και ανάλογα με τον χρόνο έναρξης της κατάληψης του εκάστοτε νησιού από τους Βενετούς, η στοιχειώδης εκπαίδευση είναι μόνο ιδιωτική. Για να αποκτήσει ένα παιδί την ικανότητα της ανάγνωσης και της γραφής έπρεπε να χρησιμοποιήσει ως εγχειρίδιο τα εκκλησιαστικά λειτουργικά βιβλία. Όσοι μαθητές είχαν την οικονομική ευχέρεια και στόχους για επαγγελματική εξέλιξη μπορούσαν να συνεχίσουν με τη σπουδή των ελληνικών και των λατινικών γραμμάτων. Για τους υπόλοιπους, καθώς και για όσους προορίζονταν για ιερείς του κατώτερου κλήρου, η μαθητεία σταματούσε στα εκκλησιαστικά γράμματα. 

Σύμφωνα με τα αρχεία που υπάρχουν, στα τρία μεγαλύτερα νησιά του Ιονίου πελάγους, δηλαδή στην Κέρκυρα, τη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά, κατά τον 16ο αιώνα δημιουργούνται δημόσια σχολεία από τα έσοδα των δημοσίων ταμείων, ενώ για τη Λευκάδα, η οποία ούτως ή άλλως μπήκε στις βενετικές κτήσεις πολύ αργότερα, νύξη για την ίδρυση δημόσιου σχολείου έχουμε μόλις τον 18ο αιώνα. 

Γενικά δεν μπορούμε να πούμε ότι το δημόσιο σχολείο γνώρισε ιδιαίτερη άνθιση στα Επτάνησα. Άλλωστε και γενικά στην Ευρώπη δεν υπήρχε κρατική μέριμνα για την εκπαίδευση, ούτε υπήρχαν αντιλήψεις για δημόσια εκπαίδευση. Βέβαια δεν απαγορεύτηκαν τα σχολεία στα Επτάνησα, κι όσες φορές ζητήθηκε από τη μητρόπολη άδεια για την ίδρυση σχολείου η Βενετία, όπως αναφέραμε και παραπάνω, δεν εναντιώθηκε. Αναφέρεται για παράδειγμα ότι το 1566, με αίτηση αντιπροσωπείας από την Κέρκυρα η βενετική κυβέρνηση έδωσε την άδεια να εκλέξει το εγχώριο Συμβούλιο της Κοινότητας Κέρκυρας έναν διδάσκαλο της ελληνικής γλώσσας και αργότερα έναν της ιταλικής. 

Κατά το 1600 λειτουργούσαν στην Κέρκυρα από λατίνους ιερείς ορισμένα μικρά σχολεία για παιδιά δυτικών οικογενειών. Πάντως η Κέρκυρα ήταν σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με άλλα νησιά του Ιονίου γιατί υπήρξαν πολλοί ιδιώτες δάσκαλοι και μάλιστα το εκπαιδευτικό έργο επιτελείτο κυρίως από αυτούς. Η ποιότητα αυτών των δασκάλων, βέβαια, ήταν διαφορετική ανάλογα με το αν ο μαθητής ανήκε στις λαϊκές τάξεις ή στις τάξεις των ευγενών. Στην πρώτη περίπτωση οι δάσκαλοι ήταν λαϊκοί ή ιερείς με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, ενώ στη δεύτερη ήταν λόγιοι που παράλληλα είχαν αναπτύξει πλούσια εκπαιδευτική δραστηριότητα. 

Έτσι λοιπόν για τους άρχοντες η κατάσταση ήταν διαφορετική. Τα παιδιά των πλουσίων οικογενειών μπορούσαν να διδάσκονται από ιδιώτες δασκάλους από την πρώτη στιγμή της εκπαίδευσής τους και μετά μπορούσαν να πηγαίνουν σε ιταλικά πανεπιστήμια για να συμπληρώσουν τις σπουδές τους. Για τους ευγενείς δημιουργήθηκαν επίσης σχολεία των ελληνικών γραμμάτων, στα οποία παράλληλα με τα εγκύκλια μαθήματα διδασκόταν και η ιταλική γλώσσα. Αντίθετα στα παιδιά των χωρικών προσφέρονταν τα «κοινά γράμματα», όσα δηλαδή ήταν αρκετά για την εκπαίδευση και την προπαρασκευή κληρικών και ιεροψαλτών. 

Εκτός από τους γηγενείς, ένα σημαντικό μέρος των εκπαιδευτικών ήταν πρόσφυγες είτε από την Κωνσταντινούπολη είτε από άλλα μεγάλα αστικά κέντρα του Βυζαντίου που κατέφευγαν στη Βενετία και λάμβαναν τη μόρφωσή τους εκεί, αλλά μπορούσαν επίσης να έχουν μορφωθεί στα ίδια τα βενετοκρατούμενα εδάφη. Οι αρχειακές πηγές που υπάρχουν για όλα αυτά είναι πολλές, αλλά συχνά αντιφατικές σχετικά με τον χαρακτήρα της εκπαίδευσης, ή με τη σχέση παιδείας-εκπαίδευσης. Μπορεί κανείς να διαπιστώσει σε αυτές μια σειρά από θετικά και αρνητικά χαρακτηριστικά σε σχέση με την ανάπτυξη των ελληνικών γραμμάτων. Στα θετικά χαρακτηριστικά αναφέρονται η δράση των λογίων στον ελληνικό και ευρωπαϊκό χώρο, η ύπαρξη πολλών ιδιωτικών και μοναστηριακών βιβλιοθηκών, η συλλογή, διακίνηση και αντιγραφή χειρογράφων, και ο λόγιος χαρακτήρας της λογοτεχνικής παραγωγής, κυρίως βέβαια στην Κρητική σχολή με τα σημαντικά έργα τα οποία δημιουργήθηκαν. Στα αρνητικά χαρακτηριστικά θα μπορούσε να αναφέρει κανείς την απουσία τυπογραφείων, με τη δεδομένη απροθυμία της Βενετίας για τη δημιουργία τους στον ελληνικό χώρο και την απουσία δυνατοτήτων ανώτατης εκπαίδευσης στις βενετοκρατούμενες περιοχές, η οποία μπορούσε να γίνει μόνο σε πανεπιστήμια της Ιταλίας και περιοριζόταν επιπλέον στους πλούσιους αστούς. 

Η. Ο.

(συνεχίζεται)

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020

Τύποι σχολείων στον ελλαδικό χώρο κατά τη διάρκεια της Βενετοκρατίας (α' μέρος)

Η Βενετοκρατία στην Κρήτη

Η βενετική κυριαρχία στην Κρήτη διήρκεσε περίπου 450 χρόνια, από το 1211 που έληξε ο πόλεμος ανάμεσα στους Βενετούς και τους Γενουάτες μέχρι το 1669 που έπεσε ο Χάνδακας και καταλήφθηκε οριστικά το νησί από τους Τούρκους. 

Η θέση της Κρήτης ανάμεσα στις κατακτήσεις των Βενετών στον ελληνικό χώρο ήταν πάντα ιδιαίτερα σημαντική, και αυτό οφείλεται σε λόγους στρατιωτικούς, οικονομικούς και θρησκευτικούς. Κατ’ αρχάς, η θέση του νησιού ήταν κομβική από στρατιωτικής πλευράς, δεδομένου ότι βρισκόταν ακριβώς στη μέση ανάμεσα στα εδάφη που ανήκαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία και σε εκείνα που υπόκεινταν στις λατινικές κυριαρχίες. Επίσης χάρη στο εύφορο έδαφός της είχε μεγάλη αγροτική παραγωγή, μεγάλο μέρος της οποίας κατέληγε στη μητρόπολη, δηλαδή την ίδια τη Βενετία. Τέλος, λόγω του μεγάλου πληθυσμού που είχε σε σχέση με τις υπόλοιπες κτήσεις στον ελλαδικό χώρο, ήταν ελκυστική για διάφορους εμπορικούς, πολιτικούς και θρησκευτικούς σκοπούς. Με λίγα λόγια προσφερόταν για μια πολύπλευρη εισαγωγή οικονομικής, πολιτικής και θρησκευτικής πολιτικής. 

Τα πολλά και μεγάλης έκτασης προβλήματα που γνώρισε η Κρήτη κατά την περίοδο αυτή έμελλαν να παίξουν πρωτεύοντα ρόλο σε όλη τη διάρκεια της παρουσίας των Βενετών στο νησί. Αυτά ήταν η διαρκώς αυξανόμενη παρουσία των Οθωμανών στις γύρω περιοχές με την απειλή που αντιπροσώπευαν, καθώς και οι αντιδράσεις της ίδιας της τοπικής κοινωνίας –κυρίως κατά τους πρώτους δύο αιώνες της βενετικής κυριαρχίας– στην κοινωνική και θρησκευτική καταπίεση, αντιδράσεις που οδήγησαν σε αλλεπάλληλες επαναστάσεις. 

Αυτά ήταν λοιπόν τα δεδομένα που προσδιόρισαν τη βενετική πολιτική στο διάστημα αυτών των αιώνων. 

Μετά από την κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αυτό που κυρίως χαρακτήριζε το γεωπολιτικό παιχνίδι ήταν οι πολεμικές συγκρούσεις ανάμεσα στους Οθωμανούς και τους Βενετούς και οι προσπάθειες των τελευταίων να αποκρούουν τις διαρκείς επιθέσεις που δέχονταν. Όλες αυτές οι επιθέσεις έφεραν σε πρώτο πλάνο τον τουρκικό κίνδυνο και ανέδειξαν την αναγκαιότητα της ενίσχυσης της άμυνας του νησιού, οπότε η Βενετία δρομολόγησε μια σειρά μέτρων, όπως την κατασκευή οχυρωματικών έργων. Δαπανήθηκαν μεγάλα ποσά από την Γαληνοτάτη για την κατασκευή φρουρίων και συγχρόνως επιβαρύνθηκαν οι κάτοικοι με έκτακτους φόρους και αγγαρείες. Μαζί με τα οχυρωματικά έργα, οι Βενετοί προχώρησαν και στην ανέγερση διαφόρων δημόσιων κτιρίων. 

 Όμως οι φόροι και οι αγγαρείες στα οποία υποχρεώθηκαν οι κάτοικοι, όπως και γενικά η πολιτική της Βενετίας στα πρώτα χρόνια της παρουσίας της στην Κρήτη δημιούργησε, όπως είπαμε παραπάνω, μεγάλες αντιδράσεις στην κρητική κοινωνία. Εξάλλου κατά τον 13ο αιώνα η Βενετία με μια σειρά εποικισμών ενίσχυσε πολύ το λατινικό στοιχείο στο νησί. Η γη, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ανήκε στους άρχοντες και την Εκκλησία, δημεύθηκε και παραχωρήθηκε στους αντίστοιχους λατινικούς φορείς. Επίσης καταργήθηκαν οι ορθόδοξες επισκοπές και αντικαταστάθηκαν με λατινικές. Στο νέο αυτό καθεστώς της διάλυσης της παλιάς φεουδαρχικής τάξης και της ορθόδοξης Εκκλησίας η αντίδραση των μεγάλων βυζαντινών οικογενειών του νησιού και του πληθυσμού ήταν άμεση. Αν και δεν μπορούμε να μιλήσουμε ακόμα για εθνική συνείδηση, είναι βέβαιο ότι οι Κρητικοί θεωρούσαν το νησί ως φορέα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και παράλληλα ταύτιζαν την αυτοκρατορία με την ορθοδοξία. Έτσι λοιπόν δημιουργήθηκε μια σειρά από επαναστάσεις, που οι περισσότερες κατέληξαν σε αύξηση των προνομίων των μεγάλων κρητικών οικογενειών, αλλά που δεν είχαν ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση. 

Σταδιακά όμως, και ενώ πλησίαζε η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, η κατάσταση εξομαλύνθηκε και άρχισε να δημιουργείται μια ανάμιξη ανάμεσα στο ελληνικό και το βενετικό στοιχείο και η σύσφιξη των σχέσεων γίνεται γενικά εντονότερη. Από την πολύ περιορισμένη αρχικά συμμετοχή των Ελλήνων στη διοίκηση, που ουσιαστικά αφορούσε μόνο τους Κρήτες ευγενείς, οδηγούμαστε σε μια διείσδυση των Ελλήνων σε όλα τα κοινωνικά και πολιτικά στρώματα, υπήρξαν μικτοί γάμοι, αμβλύνθηκαν οι θρησκευτικές διαφορές και υπήρξε μια οικονομική εξίσωση των δύο στοιχείων, ιδίως στις πόλεις. Η μητρόπολη, μπροστά στον τουρκικό κίνδυνο, άρχισε να υπολογίζει περισσότερο τον ντόπιο πληθυσμό, τόσο διοικητικά και στρατιωτικά, όσο και οικονομικά. 

Ειδικότερα στην οικονομική ζωή, οι ίδιες οι συνθήκες που δημιουργούσαν αρχικά τα προβλήματα συνετέλεσαν τελικά στην οικονομική ανάπτυξη των πόλεων του νησιού. Συγκεκριμένα το εμπόριο, αλλά και η διάθεση από τη Γαληνοτάτη μεγάλων οικονομικών κονδυλίων για τη συμπλήρωση των οχυρώσεων και την παραμονή στο νησί ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων, οδήγησαν σε μεγαλύτερη κυκλοφορία χρήματος στις αστικές περιοχές. Η εμπορική ανάπτυξη που δημιουργήθηκε είχε να κάνει κυρίως με την παραγωγή σιτηρών και κρασιών, αλλά και με την κατασκευή πολλών πλοίων στο νησί ώστε να μπορούν τα προϊόντα να διακινούνται αποτελεσματικότερα δια θαλάσσης. Ένα ακόμα στοιχείο της οικονομικής άνθισης είναι η ύπαρξη βιοτεχνίας και η οργάνωσή της σε συντεχνίες. 

Η Βενετοκρατία στα Επτάνησα

Με διαφορά περίπου δύο αιώνες σε σχέση με την Κρήτη, η κυριαρχία των Βενετών σε ορισμένα από τα Επτάνησα διήρκεσε και αυτή περισσότερο από 400 χρόνια. Πιο συγκεκριμένα, η Κέρκυρα και οι Παξοί κυριεύτηκαν από τους Βενετούς το 1386, ακολούθησε η Ζάκυνθος το 1483-1484, η Κεφαλλονιά και η Ιθάκη το 1500 και, τελικά, η Λευκάδα το 1684. Σε όλες ανεξαιρέτως τις περιοχές αυτές η κυριαρχία των Βενετών τελείωσε το 1797, όταν η Βενετία περιήλθε στην κυριαρχία των Γάλλων. 

Τα Επτάνησα, κυρίως λόγω της γεωπολιτικής τους θέσης και της προνομιακής σχέσης που ανέπτυξαν και με τον ανατολικό και με τον δυτικό κόσμο, καθώς και της συνεχούς μετακίνησης προς αυτά μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων από πολλές περιοχές της κυρίως Ελλάδας σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της Βενετοκρατίας, συνεισέφεραν σημαντικά στη δημιουργική συνύπαρξη του ελληνικού και του λατινικού στοιχείου, ενώ αποτέλεσαν χώρο υποδοχής και καλλιέργειας ιδεών, τάσεων και ρευμάτων που έρχονταν από τη Δύση. Σαν αποτέλεσμα δημιουργήθηκε εκεί ένας ενδιαφέρον πολιτισμός, πολλές από τις εκφάνσεις του οποίου έπαιξαν πρωτεύοντα ρόλο στη δημιουργία αργότερα του νεοελληνικού πολιτισμού. 

Στα Ιόνια νησιά η Βενετική κυριαρχία δεν είχε απόλυτα ομοιογενή χαρακτήρα, παρά διαφοροποιήθηκε ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούσαν σε καθένα από αυτά. Έτσι, σε κάποιες περιπτώσεις παραχωρήθηκε μεγαλύτερη τοπική αυτονομία και αναγνωρίστηκαν παλαιότερα προνόμια που προετοίμασαν το έδαφος για τη γένεση μιας τοπικής αριστοκρατίας, ενώ σε άλλες περιπτώσεις επικράτησαν ισχυρές ριζοσπαστικές τάσεις. Δεν έλειψαν και οι περιπτώσεις παραμέλησης, με αποτέλεσμα μικρότερη οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Η παιδεία επίσης ακολούθησε διαφορετικούς δρόμους.

Η. Ο.

(συνεχίζεται)

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2020

"Η ποσοτική ανάλυση της κοινωνιογλωσσικής ποικιλίας" του Γιώργου Μικρού

   Συγγραφέας: Γιώργος Μικρός
   Τίτλος πρωτοτύπου: Η ποσοτική ανάλυση της κοινωνιογλωσσικής ποικιλίας
   Είδος έργου: Υπολογιστική γλωσσολογία
   Επιμέλεια: Μάρκος Καρασαρίνης
   Εκδόσεις: Μεταίχμιο
   Σειρά: Γλώσσα - Εκπαίδευση - Κοινωνία
   Έτος έκδοσης: 2009








Το βιβλίο στοχεύει στην παρουσίαση ενός δυναμικά εξελισσόμενου κλάδου της γλωσσολογίας, αυτού της ποσοτικής κοινωνιογλωσσολογίας. Φιλοδοξεί να αποτελέσει εγχειρίδιο αναφοράς και να χρησιμοποιηθεί ως διδακτικό βιβλίο, ως ερευνητική μονογραφία και ως εγχειρίδιο μεθοδολογίας από οποιονδήποτε θελήσει να ασχοληθεί ενεργά με τη συγκέντρωση και την ποσοτική ανάλυση γλωσσικών δεδομένων.

Η παρούσα έκδοση αναφέρεται στις ιστορικές αρχές της μελέτης της γλωσσικής ποικιλίας, στο σύγχρονο θεωρητικό της στίγμα, καθώς και στα μεθοδολογικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται για τη διεξαγωγή ποσοτικών κοινωνιογλωσσικών ερευνών. Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί στην αναλυτική περιγραφή μεθοδολογιών που σχετίζονται με την πραγματική διεξαγωγή της έρευνας στην κοινωνιογλωσσολογία, έτσι ώστε ο αναγνώστης να εξοικειωθεί μαζί τους και να τις μετατρέψει άμεσα σε ερευνητική πράξη. Το βιβλίο περιέχει πλούσιο οπτικό υλικό και συνοδεύεται από πίνακες δεδομένων και παραρτήματα.

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020

"Μανουήλ Χρυσολωράς" του Τζουζέπε Καμέλι

Συγγραφέας: Giuseppe Cammelli
Τίτλος πρωτοτύπου: I dotti bizantini e le origini dell' umanesimo, v.1 - Manuele Crisolora
Είδος έργου: Μονογραφία
1η έκδοση στην ιταλική γλώσσα: Vallecchi, Φλωρεντία 1941
Ελληνικός τίτλος: Μανουήλ Χρυσολωράς
Μετάφραση: Δέσποινα Βλάμη
Εκδόσεις: Βιβλιοπωλείον της Εστίας - Κότινος
Σειρά: Αναγεννησιακή Βιβλιοθήκη
Έτος 1ης έκδοσης: 2005




Ο Μανουήλ Χρυσολωράς, ο μεγάλος αυτός Έλληνας δάσκαλος κατά την εποχή της ιταλικής Αναγέννησης, υπήρξε ο πρώτος που εδραίωσε τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στη Δύση. Η μονογραφία του G. Camelli, που καλύπτει το πολύπτυχο έργο του, παραμένει ως σήμερα αναντικατάστατη, παρά τις συμβολές που κυκλοφόρησαν για τη δράση του Χρυσολωρά ως δασκάλου και διπλωματικού εκπροσώπου του Βυζαντίου στην Ιταλία. Η έκδοση συνοδεύεται από πλούσιο εικονογραφικό υλικό.  

Πηγή: http://atonbooks.gr/

Τρίτη 11 Αυγούστου 2020

"Οδηγός της νεοελληνικής γλώσσας", συλλογικό έργο

Συγγραφέας: Συλλογικό έργο
Τίτλος πρωτοτύπου: Οδηγός της νεοελληνικής γλώσσας
Τόμοι: 2
Επιστημονική επιμέλεια: Άννα Ιορδανίδου
Επιμέλεια έκδοσης: Ελεάννα Λαμπάκη, Κατερίνα Λελούδη (Β' τόμος)
Εκδόσεις: Πατάκης
Σειρά: Πολυμήχανον (Α' τόμος), Εκπαίδευση (Β' τόμος)
Έτος 1ης έκδοσης: Α' τόμος 1999, Β' τόμος 2005














Ο σημαντικός αυτός Οδηγός για τη νεοελληνική γλώσσα επιχειρεί, έχοντας ως βάση τη σχολική Γραμματική και τη Γραμματική του Τριανταφυλλίδη, αλλά λαμβάνοντας υπόψη και τη σύγχρονη γραπτή γλωσσική πρακτική, να αντιμετωπίσει ζητήματα σχετικά με (αναφέρουμε ενδεικτικά):
- τον συλλαβισμό
- το μονοτονικό σύστημα
- τα σημεία στίξης
- τα αρχικά κεφαλαία
- την ορθογραφία
- τη μεταγραφή των ξένων κύριων ονομάτων
- την παρουσίαση της βιβλιογραφίας
- τη θέση του τόνου στη γενική προπαροξύτονων ουσιαστικών και επιθέτων, όπως πανεπιστήμιου ή πανεπιστημίου
- λόγιους σχηματισμούς της γενικής (π.χ. γυαλιά ηλίου)
- Τις αποκλίσεις από ορθούς ετυμολογικά τύπους (π.χ. μετεγγραφή - μεταγραφή) και τις περιπτώσεις σύγχυσης μεταξύ λέξεων (π.χ. προπαίδεια - προπαιδεία)

Η συγγραφική ομάδα του βιβλίου αποτελείτο από τους Δήμητρα Αθανασοπούλου, Κωνσταντίνο Αστρακιανάκη, Έλενα Βαλλή, Γιάννη Γαλανόπουλο, Ευαγγελία Γιαννοπούλου, Γιώργο Κασαπίδη, Ελένη Κοκοβίδου, Σοφία Κροκίδη, Κατερίνα Λελούδη, Ελένη Μαρτζούκου, Νίκη Ποταμιάνου, Χαράλαμπο Σίφωνα, Άννα Σταυροπούλου και Βάσω Χρυσανθακοπούλου.  

Περισσότερες πληροφορίες: https://www.patakis.gr/