Τον Οκτώβριο του 1960, το τελευταίο τραμ της Αθήνας σταμάτησε την κυκλοφορία του. Ο πατέρας μου στις αναμνήσεις του περιγράφει με τον δικό του τρόπο τα αθηναϊκά τραμ όπως ήταν πριν από 100 και πλέον χρόνια, το 1920.
«Εκείνα τα χρόνια η Ιπποκράτους δεν ήταν ασφαλτοστρωμένη και το χειμώνα με τις βροχές γέμιζαν οι γραμμές του τραμ από λάσπες και μπάζα. Τότε έβλεπες να σταματάνε τα βαγόνια το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο, περιμένοντας συνεργείο από εργάτες του Δήμου ή της Εταιρείας, για να τις καθαρίσουν και να αποκατασταθεί η συγκοινωνία!... Το πρωί με ξυπνούσε το πρώτο τραμ που ερχόταν από κάτω, κατευθυνόμενο με οχτάρα προς το τέρμα Ιπποκράτους, χτυπώντας ο οδηγός την καμπάνα με το πόδι του «ντιν-νταν», «ντιν-νταν»! Τα βράδυα πολύ με συγκινούσαν τα τρία φώτα που είχαν τα τραμ μπροστά. Τα έβλεπες από μακριά που ερχόντουσαν και φάνταζαν σαν κάτι ζωντανό.
»Είχαμε τότε πολλά τραμ στην Αθήνα, από τον αριθμό 1 ως το 16. Τα περισσότερα είχαν αφετηρία την Ομόνοια. Η πλατεία Ομονοίας δεν ήταν τότε όπως σήμερα. Είχε σχήμα κύκλου βέβαια, αλλά με φοίνικες στολισμένη και με γραμμές στρωμένη γύρω γύρω, για να περνούν τα τραμ. Εκεί ήταν σταματημένα και αμάξια, ανοιχτά ή μόνιππα, περιμένοντας κανέναν επιβάτη. Λίγο πιο μέσα ήσαν καθισμένοι και οι γραφικοί λούστροι με τα κασελάκια τους.
»Το τραμ το 1 πήγαινε στο Φάληρο και ξεκίναγε από την Ακαδημία. Το 2 από την Ομόνοια, την οδό Σταδίου, την πλατεία Συντάγματος και τερμάτιζε στο Ζάππειο. Το 3 Ομόνοια-Πατήσια, μέχρι την αλυσίδα. Το 4 Ομόνοια-Ρουφ, στα καζάνια του αεριόφωτος (το γκάζι που λέγαν). Εκεί ήταν τότε ολόκληρη συνοικία από κακόφημα σπίτια. Το 5 Ομόνοια-Σταθμός Λαρίσσης. Εκεί κοντά στο τέρμα της οδού Θ. Δεληγιάννη, που έφτανε και το τραμ, έγινε αργότερα το κέντρο «Μικρό Ζάππειο», στο οποίο νεότατοι τότε τραγούδησαν οι αξέχαστοι καλλιτέχνες του μελοδράματος Αντώνιος Δελένδας και Γιάννης Βουλαλάς. Το 6 Ομόνοια-Αχαρνών, μέχρι την Αγίου Μελετίου. Το 7 Ομόνοια-Αμπελόκηποι. Είχε μάλιστα στο πλάι κι απάνω μια επιγραφή με κεφαλαία γράμματα, που έγραφε: ΟΜΟΝΟΙΑ-ΑΡΕΤΑΙΕΙΟΝ-ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ. Το 8 Ομόνοια-Σεπόλια μέχρι τον Άγιο Μελέτη. Το 9 Ομόνοια-Πετράλωνα. Το 10 έκανε μεγάλη διαδρομή. Ξεκινούσε από το τέρμα Ιπποκράτους, έφτανε στην οδόν Ακαδημίας και συνέχιζε Πανεπιστημίου, πλατεία Συντάγματος, οδός Μητροπόλεως, Ντέκα, Μοναστηράκι, οδός Ερμού, Άγιοι Ασώματοι, Θερμοπυλών, Μεγάλου Αλεξάνδρου, Ιερά Οδός, Βοτανικός Κήπος και συνέχεια μέχρι τον Άγιο Σάββα που ήταν και το τέρμα του. Το 11 είχε κι αυτό μεγάλη διαδρομή. Ξεκινώντας από το τέρμα Ιπποκράτους, έφτανε στην Λεωφόρο Πανεπιστημίου (τώρα Ελευθερίου Βενιζέλου) και συνέχιζε Ιωάννου Πεσμαζόγλου, Σοφοκλέους, Πειραιώς, Κολωνού, [...] Το 12 Ομόνοια, Σύνταγμα, Ζάππειον, Στάδιο, Παγκράτι. Το 13 ξεκινούσε από την οδόν Πατησίων, και από την Λεωφόρο Αλεξάνδρας τερμάτιζε στους Αμπελοκήπους. Το 14 από Πανεπιστημίου, Χαριλάου Τρικούπη, Διδότου, Μεταξά, Πλατεία Εξαρχείων, Σπυρίδωνος Τρικούπη μέχρι την Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Το 15 από το Μοναστηράκι στο Μαράσλειο. Το 16 έκανε τον γύρο της Ακροπόλεως από την οδόν Διονυσίου Αρεοπαγίτου και τερμάτιζε στο Θησείον» [...]
Χριστόδουλος Οικονομόπουλος (1973)
Πηγές για τις φωτογραφίες:
- https://www.tanea.gr/
- https://www.sansimera.gr/
- https://ypodomes.com/
Navigation
Δευτέρα 18 Ιουλίου 2022
«Η γραμμή του ορίζοντος» του Χρήστου Βακαλόπουλου
Το κορυφαίο λογοτεχνικό έργο του σημαντικού συγγραφέα, δημοσιογράφου και σκηνοθέτη Χρήστου Βακαλόπουλου, που έφυγε πολύ νωρίς από τη ζωή, σε ηλικία μόλις 37 ετών, το 1993.
Συγγραφέας: Χρήστος Βακαλόπουλος
Τίτλος πρωτοτύπου: Η γραμμή του ορίζοντος
Είδος έργου: Μυθιστόρημα
Εκδόσεις: Εστία
Έτος παρούσας έκδοσης: 2011 (1η έκδοση 1991)
Η ταυτότητά της γράφει Ρέα Φραντζή, ελαφρά ντυμένη, έχει μερικά λεφτά, κάθεται με την πλάτη ακουμπισμένη στον απέναντι τοίχο του μικρού μαγέρικου, στην πλατεία του Άνω Κάμπου, απέναντι από την άσπρη εκκλησία, χιλιάδες χρόνια μετά την Αποκάλυψη, εννιακόσια χρόνια από τότε που ο μοναχός Χριστόδουλος έχτισε ένα μοναστήρι εκεί που ήταν ο ναός της Αρτέμιδος, τρεις μέρες από τότε που χώρισε με τον άντρα της. Η άσπρη εκκλησία τρυπάει τον γαλάζιο ουρανό, για πρώτη φορά βλέπει ζωντανή μπροστά στα μάτια της την ελληνική σημαία. Κάτω από τη σημαία παρελαύνει πάνοπλος ο ξανθός κόσμος, πηγαίνει να ψηθεί, πηγαίνει για μπάνιο, τρέχει να ξεκουραστεί. Κανείς δεν προσέχει τη σημαία που στέκει αόρατη, μόνο μια γυναίκα που μόλις χώρισε είναι σε θέση να την αντιληφθεί, βγάζει τα μαύρα γυαλιά και ο ήλιος την τυφλώνει.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Συγγραφέας: Χρήστος Βακαλόπουλος
Τίτλος πρωτοτύπου: Η γραμμή του ορίζοντος
Είδος έργου: Μυθιστόρημα
Εκδόσεις: Εστία
Έτος παρούσας έκδοσης: 2011 (1η έκδοση 1991)
Η ταυτότητά της γράφει Ρέα Φραντζή, ελαφρά ντυμένη, έχει μερικά λεφτά, κάθεται με την πλάτη ακουμπισμένη στον απέναντι τοίχο του μικρού μαγέρικου, στην πλατεία του Άνω Κάμπου, απέναντι από την άσπρη εκκλησία, χιλιάδες χρόνια μετά την Αποκάλυψη, εννιακόσια χρόνια από τότε που ο μοναχός Χριστόδουλος έχτισε ένα μοναστήρι εκεί που ήταν ο ναός της Αρτέμιδος, τρεις μέρες από τότε που χώρισε με τον άντρα της. Η άσπρη εκκλησία τρυπάει τον γαλάζιο ουρανό, για πρώτη φορά βλέπει ζωντανή μπροστά στα μάτια της την ελληνική σημαία. Κάτω από τη σημαία παρελαύνει πάνοπλος ο ξανθός κόσμος, πηγαίνει να ψηθεί, πηγαίνει για μπάνιο, τρέχει να ξεκουραστεί. Κανείς δεν προσέχει τη σημαία που στέκει αόρατη, μόνο μια γυναίκα που μόλις χώρισε είναι σε θέση να την αντιληφθεί, βγάζει τα μαύρα γυαλιά και ο ήλιος την τυφλώνει.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Κυριακή 17 Ιουλίου 2022
Νέα κυκλοφορία - «Ένα αστέρι τη νύχτα» της Κριστίν Χάνα
Συγγραφέας: Kristin Hannah
Τίτλος πρωτοτύπου: Fly Away
Είδος έργου: Μυθιστόρημα
1η έκδοση στην αγγλική γλώσσα: 2013
Ελληνικός τίτλος: Ένα αστέρι τη νύχτα
Μετάφραση: Χριστίνα Σωτηροπούλου
Εκδόσεις: Κλειδάριθμος
Έτος έκδοσης: 2022
Μια φορά –πολλά χρόνια πριν– περπατούσα στη σκοτεινή οδό Πυγολαµπίδων ολοµόναχη. Ήταν η χειρότερη νύχτα της ζωής µου και βρήκα µια αδελφή ψυχή. Αυτή ήταν η αρχή της φιλίας µας. Έχουν περάσει πάνω από τριάντα χρόνια. Τάλι και Κέιτ. Εσύ κι εγώ απέναντι στον κόσµο όλο. Κολλητές για πάντα. Αλλά οι ιστορίες τελειώνουν, έτσι δεν είναι; Χάνεις τους ανθρώπους που αγαπάς και πρέπει να βρεις έναν τρόπο για να συνεχίσεις τη ζωή σου…
Η Τάλι Χαρτ είναι µια γυναίκα µε πληθωρική προσωπικότητα, που ζει τη ζωή της κάνοντας µεγάλα όνειρα και βασανίζεται από τις αναµνήσεις ενός οδυνηρού παρελθόντος. Νοµίζει ότι µπορεί να ξεπεράσει τα πάντα, µέχρι τη στιγµή που πεθαίνει η καλύτερή της φίλη, η Κέιτ Ράιαν. Η Τάλι προσπαθεί να τηρήσει την υπόσχεση που έδωσε στην Κέιτ να σταθεί στο πλευρό των παιδιών της, αλλά η Τάλι έχει πλήρη άγνοια για το τι θα πει οικογένεια, µητρότητα και φροντίδα των άλλων.
Η Ντόροθι Χαρτ βρίσκεται στον πυρήνα του τραγικού παρελθόντος της Τάλι. Είχε εγκαταλείψει πολλές φορές την κόρη της την Τάλι όταν ήταν µικρή, αλλά τώρα επιστρέφει, θέλοντας να βρεθεί στο πλευρό της σε µια εποχή που η Τάλι είναι ολοµόναχη. Μία µόνο, τραγική επιλογή και ένα µεταµεσονύχτιο τηλεφώνηµα θα φέρουν κοντά αυτές τις γυναίκες για να ξεκινήσουν ένα οδυνηρό, δυνατό ταξίδι εξιλέωσης.
Ένα συναισθηµατικά πολύπλοκο, σπαρακτικό µυθιστόρηµα για την αγάπη, τη µητρότητα, την απώλεια και τα νέα ξεκινήµατα που µας θυµίζει πως όπου υπάρχει ζωή, ελπίδα και αγάπη, υπάρχει και συγχώρεση. Ειπωµένο µε τη χαρακτηριστικά δυνατή αφήγηση και την καθηλωτική πένα της Κρίστιν Χάνα, το βιβλίο αποδεικνύει γιατί η συγγραφέας είναι µια από τις πιο αγαπηµένες της εποχής µας.
(Από την παρουσίαση του βιβλίου στο οπισθόφυλλο)
Τίτλος πρωτοτύπου: Fly Away
Είδος έργου: Μυθιστόρημα
1η έκδοση στην αγγλική γλώσσα: 2013
Ελληνικός τίτλος: Ένα αστέρι τη νύχτα
Μετάφραση: Χριστίνα Σωτηροπούλου
Εκδόσεις: Κλειδάριθμος
Έτος έκδοσης: 2022
Μια φορά –πολλά χρόνια πριν– περπατούσα στη σκοτεινή οδό Πυγολαµπίδων ολοµόναχη. Ήταν η χειρότερη νύχτα της ζωής µου και βρήκα µια αδελφή ψυχή. Αυτή ήταν η αρχή της φιλίας µας. Έχουν περάσει πάνω από τριάντα χρόνια. Τάλι και Κέιτ. Εσύ κι εγώ απέναντι στον κόσµο όλο. Κολλητές για πάντα. Αλλά οι ιστορίες τελειώνουν, έτσι δεν είναι; Χάνεις τους ανθρώπους που αγαπάς και πρέπει να βρεις έναν τρόπο για να συνεχίσεις τη ζωή σου…
Η Τάλι Χαρτ είναι µια γυναίκα µε πληθωρική προσωπικότητα, που ζει τη ζωή της κάνοντας µεγάλα όνειρα και βασανίζεται από τις αναµνήσεις ενός οδυνηρού παρελθόντος. Νοµίζει ότι µπορεί να ξεπεράσει τα πάντα, µέχρι τη στιγµή που πεθαίνει η καλύτερή της φίλη, η Κέιτ Ράιαν. Η Τάλι προσπαθεί να τηρήσει την υπόσχεση που έδωσε στην Κέιτ να σταθεί στο πλευρό των παιδιών της, αλλά η Τάλι έχει πλήρη άγνοια για το τι θα πει οικογένεια, µητρότητα και φροντίδα των άλλων.
Η Ντόροθι Χαρτ βρίσκεται στον πυρήνα του τραγικού παρελθόντος της Τάλι. Είχε εγκαταλείψει πολλές φορές την κόρη της την Τάλι όταν ήταν µικρή, αλλά τώρα επιστρέφει, θέλοντας να βρεθεί στο πλευρό της σε µια εποχή που η Τάλι είναι ολοµόναχη. Μία µόνο, τραγική επιλογή και ένα µεταµεσονύχτιο τηλεφώνηµα θα φέρουν κοντά αυτές τις γυναίκες για να ξεκινήσουν ένα οδυνηρό, δυνατό ταξίδι εξιλέωσης.
Ένα συναισθηµατικά πολύπλοκο, σπαρακτικό µυθιστόρηµα για την αγάπη, τη µητρότητα, την απώλεια και τα νέα ξεκινήµατα που µας θυµίζει πως όπου υπάρχει ζωή, ελπίδα και αγάπη, υπάρχει και συγχώρεση. Ειπωµένο µε τη χαρακτηριστικά δυνατή αφήγηση και την καθηλωτική πένα της Κρίστιν Χάνα, το βιβλίο αποδεικνύει γιατί η συγγραφέας είναι µια από τις πιο αγαπηµένες της εποχής µας.
(Από την παρουσίαση του βιβλίου στο οπισθόφυλλο)
Σκέψεις για τη ζωγραφική - Έντβαρντ Μουνκ
Έντβαρντ Μουνκ, Ο χορός της ζωής, 1899/1900
«Ζητάμε κάτι το διαφορετικό, κάτι περισσότερο από την απλή φωτογράφιση της φύσης. Σκοπός μας δεν είναι να ζωγραφίζουμε όμορφους πίνακες για να κρεμαστούν στους τοίχους του σαλονιού. Θα προσπαθήσουμε να βάλουμε τα θεμέλια μιας τέχνης δοσμένης στον άνθρωπο. Μια τέχνης που θα επηρεάζει τον καθένα. Μιας τέχνης φτιαγμένης από το αίμα του καλλιτέχνη».
Παρασκευή 15 Ιουλίου 2022
«Η μπαλαφάρα των τεσσάρων» - Μέρος 3ο
Όπως κάθε Παρασκευή, δημοσιεύουμε σήμερα το 3ο μέρος της «μπαλαφάρας».
Διαβάστε το 1ο μέρος: https://olaeinailexeis.blogspot.com/2022/07/1.html
Διαβάστε το 2ο μέρος: https://olaeinailexeis.blogspot.com/2022/07/2.html
**Γράφει ο Τριαντάφυλλος Σωτηρίου
Στο καφενείο του Τουρκομένη
Είχε σουρουπώσει όταν ο αστυνόμος Μπουλαξίζης ξύπνησε φρέσκος μετά την κινγκ σάιζ σιέστα του. Βγήκε από το μπεκιάρικο δυάρι του να ξεμουδιάσει. Σχεδόν ασυναίσθητα, πήρε τον ηλεκτρικό από τη Βικτώρια και βγήκε Πειραιά.
Διέσχισε την πλατεία Οδησσού, ακροπατώντας ανάμεσα στις απλωμένες πραμάτειες των μαύρων. «Αγορά του Αλ Χαλίλ καταντήσανε το Πόρτο Λεόνε. Πού ’σαι Σκυλίτση!» σκέφτηκε.
Πέρασε την πεζογέφυρα και βγήκε απέναντι, εκεί που δένουν τα βαπόρια. Περπάτησε τα ντόκια προς τον Άγιο Νικόλαο. Εκείνη την ώρα η «Αριάδνη», κατάφωτη, ξεμπουκάριζε. Στο λιμεναρχείο, με σηκωμένη τη σκάλα, βρεχάμενα κόσκινο από τη σκουριά και τον βυζαντινό σταυρό της «Ηπειρωτικής» στο φουγάρο, ξεχειμώνιαζε στην ερημιά του ο σχεδόν μισόν αιώνα μεγαλύτερός της «Ερμής». «Τα πλοία πεθαίνουν στα λιμάνια» θυμήθηκε τον Πόλυ Κερμανίδη.
Συνέχισε κατά την αντίθετη φορά απ΄ ό,τι το πρωί. Στην Πειραϊκή δεν είδε τον Στέλιο στη συνηθισμένη του θέση. «Θα έχουνε πάει με τον Αντώνη τον βαρκάρη τον σερέτη να τα πιούνε στου Λινάρδου την ταβέρνα» είκασε.
Σ΄ ένα στενό της ενδοχώρας του Πασαλιμανιού, στο καφενείο «Εθνικός 1924», ο χρόνος φαινόταν σταματημένος στη δεκαετία του ’70, όταν η ιστορική ομάδα ήταν στην ακμή της.
Μπήκε. Ηλικιακή σύνθεση ΚΑΠΗ. Στην παρέα που έβλεπε μπάλλα στην επιτοίχια πλάσμα εντόπισε τον Γιάννη Ματζουράνη, πάντα κόσμιο και προσεκτικά ντυμένο, γραβάτα ανυπερθέτως. Κάποιοι έπαιζαν χαρτιά, κάποιοι τάβλι, κάποιοι τον τιμητή των πάντων, ορατών τε και αοράτων, και κάτω από την πολυκαιρισμένη αφίσα του Άγγελου Κρεμμύδα, δύο έπαιζαν σκάκι –ή κάτι παρόμοιο.
Πλησίασε. Παρατήρησε ότι χρησιμοποιούσαν και ζάρι. Σύντομα, ο λευκός Βασιλιάς βρέθηκε σε σαχ, όμως ο παίκτης δεν έκανε κάτι να τον προστατεύσει. Ο αστυνόμος ήξερε ότι δεν μιλούν οι απέξω, έτσι δεν κούνησε τσίνορο. Στην επόμενη κίνηση, βρέθηκε σε σαχ και ο μαύρος Βασιλιάς.
Ο Μπουλαξίζης κατάλαβε. Τα γεροντάκια έπαιζαν σκάκι με ζάρι, παραλλαγή του σκακιού όπου ο πεσσός που θα κινηθεί καθορίζεται από το νούμερο που θα έρθει στο ζάρι, και η παρτίδα τελειώνει όχι με ματ, αλλά με φυσική αιχμαλώτιση του αντίπαλου Βασιλιά.
Οι δύο Βασιλιάδες έμειναν σε σαχ καναδυό κινήσεις ακόμα, ώσπου ο λευκός αιχμαλώτισε τον μαύρο Βασιλιά και τον κράτησε στη γροθιά του σαν σημείο επικράτησης. Ο άλλος είπε: «Αρκετές για σήμερα».
Τους έπιασε κουβέντα για τον Κρητικόπουλο και τον Χατζηιωάννογλου. Οι γέροι, Κώστας και Μάκης συστήθηκαν, άλλο που δεν ήθελαν για ν΄ αρχίσουν να ξεδιπλώνουν τις αναμνήσεις τους. Ήταν απίστευτο τι λεπτομέρειες θυμόντουσαν. Ο ένας μάλιστα, καθώς εξιστορούσε το 3-6 μέσα στη Λεωφόρο το 1987, έκανε τη σκακιέρα γήπεδο και τα κομμάτια παίκτες, και αναπαριστούσε τα γκολ. Ο Μπουλαξίζης παρακολουθούσε με ανυπόκριτο ενδιαφέρον.
Γνωρίζοντας ότι παοκτσήδες και αρειανοί φαντάζουν σταυραδέρφια μπροστά σε ολυμπιακούς και εθνικούς, φρόντισε να στηλιτεύσει τον ολυμπιακό ιμπεριαλισμό, που ανάγκασε τον Εθνικό, αν και όσο υπήρχε το παλιό Καραϊσκάκη το είχε έδρα, να περιφέρεται σαν τσιγγάνος σε όλο το ελ-έι, πριν καταλήξει τελικά στις ολυμπιακές εγκαταστάσεις του μπέιζμπωλ. «Άκου πειραιώτικη ομάδα με έδρα στο Ελληνικό· σαν να λέμε, να δηλώνει έδρα ο Αργοναύτης τα Μέγαρα» κατέληξε.
Αυτό ήταν. Οι παλιές πειραϊκές ομάδες, πλην Λακεδαιμονίων, βεβαίως βεβαίως, ανεξάρτητα από την κατηγορία που παίζουν, έχουν αλληλοσεβασμό και αλληλεγγύη. Με την αναφορά του στον Αργοναύτη, ο Μπουλαξίζης είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη τους.
Όταν τελείωσαν και τη διήγηση της ιστορίας με τους Ούγγρους επί Καρέλλα, θεώρησε τη στιγμή κατάλληλη και πέταξε: «Ενδιαφέρον αυτό που παίζατε. Παίζουν και άλλοι αυτό το παιχνίδι;»
«Συστηματικά, εμείς. Τον τελευταίο καιρό έχουν σκάσει μύτη και άλλοι δύο, έρχονται πακέτο, δεν θυμάμαι τα ονόματά τους, όλοι Διόσκουρους τους λένε. Σήμερα δεν είναι εδώ, εμφανίζονται στη χάση και στη βρέξη, έχουμε συμπέσει καναδυό φορές» είπε ο Κώστας. «Οι τέσσερίς μας παίζουμε μόνο παραλλαγές, κάθε παρτίδα και διαφορετική. Περιστασιακά δοκιμάζουν και άλλοι, όμως τα βρίσκουν μπαστούνια και ξαναγυρνάνε στο ορθόδοξο, που προσωπικά το βρίσκω περιορισμένο και παρωχημένο, ή την άλλη αηδία, το προοδευτικό. Είπα προοδευτικό και θυμήθηκα: Σάματις και η Προοδευτική, λίγες φορές έχει παίξει τα εντός έδρας της στο Πέραμα; Που λες, εμένα μού αρέσει αυτό με τους εφτά Ίππους και το άλλο με τον Σκίουρο· είμαι της στρατηγικής, όπως καταλαβαίνεις. Του Μάκη από δω, που είναι και λίγο καλλιτέχνης, ζωγραφίζει και κάτι αμπστρέ, αλαφροΐσκιωτος να πούμε, του αρέσει η Αλίκη. Αν έρθουμε στο κέφι, να, τις προάλλες που φέραμε ισοπαλία στην Καλαμάτα, παίζουμε και μανσούβα, δεν ξέρω αν έχεις υπόψη σου».
«Επινόηση του Μανάκου».
«Ακριβώς. Κάποτε περνούσε συχνά, τώρα έχει να φανεί… στάσου να δεις… Μάκη, πότε σταμάτησε ο Μπατσινίλας; Κεφαλοσφαιριστής αυτός μια φορά… Από τότε. Αλλά, πού τα ξέρεις αυτά εσύ; Πρέπει να παίζεις σε σύλλογο… Μη μου πεις στο Μοσχάτο ή στον Κρυστάλλη;» είπε ο Κώστας, με ύφος σαν να ρωτούσε «δεν πιστεύω να παίρνεις ουσίες;»
«Όχι». Η άμεση και κατηγορηματική απάντηση του Μπουλαξίζη φάνηκε να καθησυχάζει τα γερόντια. «Παίζω από μικρός, ερασιτεχνικά, και διαβάζω πού και πού τις σκακιστικές στήλες στις εφημερίδες. Δεν τα καταφέρνω άσχημα και με τα προβλήματα. Σαν έφηβος, μένω Γκύζη ξέρετε, σύχναζα στον Παναθηναϊκό, επί Αναστασόπουλου και Μπουλαχάνη. Δεν έπαιζα, έβλεπα μόνο, αυτοί παίζανε βίδο, κι εμένα δε μου περίσσευαν τότε. Σαν φοιτητής περνούσα και από την ΕΦΕΤ, είχα κόψει και κάτι ισοπαλίες από τον κύριο Λοβέρδο, και μια φορά κέρδισα και τον κύριο Κονταρίνη, σε φιλικές παρτίδες, εννοείται. Δελτίο σε σύλλογο όμως, όχι, δεν έχω».
Η εμπιστοσύνη των γεράκων, που προσωρινά είχε κλονιστεί, αποκαταστάθηκε και ενισχύθηκε. Το Μοσχάτο και ο Κρυστάλλης είναι γιάφκες ολυμπιακών, και στα μάτια των εθνικών, οι παναθηναϊκοί είναι σύμμαχοι. Ο εχθρός του εχθρού μου, και τα λοιπά, και τα λοιπά.
«Είπα κι εγώ· καλά σε είχα καρατάρει από την αρχή για δερβισόπαιδο. Κάτσε να φωνάξουμε και τον μαγαζάτορα, που μας ξέρει όλους έναν-έναν. Στέλιο!»
Ένας γιγαντόσωμος και ασυνήθιστα ευθυτενής, για την ηλικία του, τύπος ξεπρόβαλε από το ψυγείο-βιτρίνα στο βάθος της αίθουσας και, διασχίζοντας με ανοιχτά βήματα το μαρμάρινο δάπεδο με τα θαμπά εναλλάξ άσπρα και μαύρα τετράγωνα, πλησίασε στο τραπέζι τους. Ο Μπουλαξίζης δεν ήξερε ότι είχε μπροστά του τον θρυλικό τερματοφύλακα, που σαράντα χρόνια πριν είχε παίξει και στην Εθνική· ούτε όμως εκείνοι γνώριζαν ότι είναι αστυνομικός. Μπαλεγιέ.
«Στέλιο, ο νεαρός από δω, Πέτρος τ΄ όνομα, είναι συμπαθών» έκανε τις συστάσεις ο Κώστας. «Ρωτάει για τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη».
Νεαρός; Εμ βέβαια, μπροστά τους, αν και πενηντάρης, φαινόταν τζόβενο. Ο νεώτερος εκεί μέσα είχε προλάβει αρχιεπίσκοπο τον Δαμασκηνό, και όσο για τον μεγαλύτερο, μπορεί και να ήταν συμπολεμιστής του Παύλου Μελά.
Μίλησαν για λίγο. Ο αστυνόμος κατέγραφε στη μνήμη του τις πληροφορίες που τεχνηέντως αποσπούσε. Έστρεψε πάλι την κουβέντα στη μπάλλα και τον παλιό Πειραιά, έμεινε λίγο ακόμα για να μην κινήσει υποψίες, και χαιρέτησε, αφήνοντας τον πληθωρικό Κώστα, τον λιγομίλητο Μάκη και τα άλλα γεροντάκια στη χρονοκάψουλά τους, στο καφενείο του Τουρκομένη.
Ιβέκο εναντίον Πλύμουθ
Ο ψυχρός νυχτερινός αέρας βοηθούσε τον Μπουλαξίζη να τακτοποιήσει τις σκέψεις του. Θυμήθηκε ότι ένας μυστήριος που είχαν οδηγήσει στην Ασφάλεια να τους παίξει πιάνο επειδή πουλούσε στον υπόγειο της Ομόνοιας ατελώνιστα ξένα περιθωριακά σκακιστικά περιοδικά, λαθραίες φωτοτυπίες σημειώσεων επωνύμων προπονητών και τράπουλες με σκακίστριες πρώην σοσιαλιστικών χωρών σε ακατονόμαστες πόζες, είχε σπάσει στην ανάκριση και είχε ομολογήσει ότι σε μερικούς συλλόγους, τους είχε κατονομάσει κιόλας, το φυτευτό έχει εκτοπίσει πλήρως το ορθόδοξο.
«Έπρεπε να το έχω φανταστεί από την πρώτη στιγμή» αυτομέμφθηκε ο Μπουλαξίζης. Ο ίδιος δεν έλεγε και ξανάλεγε στους συνεργάτες του ότι τίποτα δεν είναι αυτονόητο; Αυτός δεν έφερνε σαν παράδειγμα ότι κάτι που κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια δεν είναι αναγκαστικά γάτα, αλλά μπορεί να είναι και σκύλος που ξέρει ξένες γλώσσες; Πώς λοιπόν είχε θεωρήσει δεδομένο ότι στο εντευκτήριο, τη νύχτα του φόνου, στη σκακιέρα του φόνου, παιζόταν ορθόδοξο σκάκι και όχι μία από τις ένα σωρό παραλλαγές του; Πώς δεν του είχε περάσει από το μυαλό ότι, εκτός από το αγωνιστικό, υπάρχει και το καλλιτεχνικό σκάκι; Στοιχειώδες, αγαπητέ μου Γουώτσον.
Κόντευε να φτάσει στην κορυφή του λοφίσκου. Από εκεί, μια κατηφόρα και θα βρισκόταν στην Καστέλλα.
Δεν πολυήξερε από αμάξια, δεν είχε άλλωστε δικό του. Μολαταύτα, κάποια όπως η παλιομοδίτικη κούρσα που φάνηκε από απέναντι, με τα φώτα στη χαμηλή σκάλα και μοναδικό επιβάτη τον οδηγό της, τα βλέπεις μια φορά και τα θυμάσαι για πάντα. Ναι, το είχε ξαναδεί πρόσφατα. Πού και πότε όμως;
Μα βέβαια. Δεν είχε κλείσει καν εικοσιτετράωρο. Είχε δει μόνο το μπροστινό μισό, που ξεμύτιζε από το απέναντι κάθετο στενό της Παλαμήδη 64, και σκεπασμένο με κουκούλα, που κάλυπτε το καμπανιστό αχνό ροδακινί χρώμα του, όχι όμως και το ανοικονόμητο σουλούπι του. Και, φυσικά, τα συμμετρικά εξογκώματα κάτω από την κουκούλα ανταποκρίνονταν στα οξυκόρυφα φρύδια των φαναριών του. Μπίνγκοου!
Ο δημοτικός φωτισμός ήταν λιγοστός, όμως ο Μπουλαξίζης σαν να διέκρινε, περισσότερο διαισθάνθηκε, ότι ο οδηγός θορυβήθηκε όταν διασταυρώθηκαν αστραπιαία τα βλέμματά τους καθώς το αμάξι περνούσε από μπροστά του. Η πίσω πινακίδα ήταν επιμελώς σκεπασμένη με ξεραμένη λάσπη και δεν διαβαζόταν. Πρόλαβε να δει τη μάρκα της κούρσας που επιτάχυνε και απομακρυνόταν: Plymouth.
Δεν περνούσε κανένα ταξί. «Τα πρόστυχα· όταν τα θέλεις, δεν τα βρίσκεις» σκέφτηκε. «Τελικά, μάλλον πρέπει να πάρω το Μιραφιόρι του Χαρίτου τώρα που βγαίνει στη σύνταξη και θ΄ αγοράσει καινούργιο με το εφάπαξ».
Το μοναδικό τροχοφόρο στη γύρα ήταν το τοπικό αστικό, που ανέβαινε τη λεωφόρο αγκομαχώντας σαν χωματουργικό βαρέος τύπου και φλομώνοντας τη φιλήσυχη και αραιοκατοικημένη γειτονιά του Προφήτη Ηλία με υπολείμματα ατελούς καύσης ντήζελ. Ο αριθμός 915 στο κούτελό του ερχόταν σε αντίφαση με τη διαδρομή ΚΟΡΩΠΙ – ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ που διατεινόταν ότι εκτελούσε. «Πληγή του Φαραώ αυτοί οι συνδικαλιστές. Έχουν διαβρώσει τα πάντα. Πλήρης ασυδοσία» γκρίνιαξε από μέσα του.
Στάθηκε στη μέση του δρόμου και ανέτεινε το δεξί του χέρι. Καθώς το μινιμπάς τροχοπεδούσε μπροστά του με στριγγό ήχο κιμωλίας που σύρεται σε μαυροπίνακα, τα φώτα του ανέδειξαν τη στίλβη του μεταλλικού αστυνομικού σήματος στο πορτοφόλι που κρατούσε προτεταμένο με το αριστερό.
Ο Μπουλ ανέβηκε τροχάδην από τη μπροστινή πόρτα. Μόνο ο «Άγγελος» του Τερλέγκα, που διαχεόταν καψούρης μέσα από τα ακουστικά του iPod του οδηγού, φάτσα κρασοπατέρα με βλεφαρόπτωση, κινητό-σκουλαρίκι, γυαλιά ηλίου στις δέκα το βράδυ κατεβασμένα σαν πενς-νε, το δεξί πόδι στο ταμπλώ, τα μπατζάκια ανεβασμένα σε ύψος μακριάς βερμούδας, πλήγωνε τη σιωπή.
«Να σου εξηγήσω, αρχηγέ...»
«Οκέι, λίσεν απ. Αστυνόμος Μπουλαξίζης του Εγκληματολογικού. Αν η πλώρη σου απομακρυνθεί από τον πίσω προφυλακτήρα αυτής της μαούνας περισσότερο από μια χεριά του Φελπς, θα θυμηθώ ότι έχεις παραβιάσει τα μισά άρθρα του ΚΟΚ και κάμποσα του Ποινικού. Ξέρεις το παιχνίδι: τρέχεις και σε κυνηγώ, αν σε πιάσω και λοιπά. Ε, είμαστε στην τελευταία πίστα. Αμόλα καλούμπα».
«Τώρα ξηγιέσαι και πολύ μερακλαντάν, κυρ-αστυνόμε. Μην το βλέπεις έτσι κουτσομούρικο, χοτ ροντ τόχω κάνει· κινητήρα και πλαίσιο τάχω πειράξει, και στην πιάτσα με φωνάζουνε Άιρτον. Άστο πάνω μου».
Και σανίδωσε. Οι λιγοστοί επιβάτες, ένα ζευγάρι μπεζ αλλοδαπών στη γαλαρία και μια γιαγιά με λιλά μαλλί στη μονή θέση πίσω από τον οδηγό, αισθάνθηκαν στα γερά τα τζι που αναπτύχθηκαν, και που δεν θα ήταν λιγότερα αν το Ιβέκο ήταν Τσέσσνα που τροχοδρομούσε για απογείωση. Η παράδοξη καταδίωξη άρχιζε.
Η Πλύμουθ χρονοτριβούσε καθώς ελισσόταν να χωρέσει από τα στενά. Το μινιμπάς, με τον οδηγό να το σαλαγάει με αλλεπάλληλα «Ώααα!» και παίρνοντας σβάρνα φανάρια και καθρέφτες από ανύποπτα παρκαρισμένα γιωταχί, όλο και μίκραινε την απόσταση.
Στρίβοντας σε μια γωνία και προσπαθώντας να παρακάμψει έναν δημοτικό κάδο που έχασκε αμέριμνα στη μέση, η Πλύμουθ πήρε παραμάζωμα ένα προστατευτικό πλαστικό δίχτυ και έπεσε με τη δεξιά πλευρά σε κάτι έργα. «Τον οτέ σας, παλιορούκουνες!» γρύλλισε ο οδηγός της. Άδικη μομφή: το όρυγμα ήταν της ΔΕΗ· ο ΟΤΕ δεν περιφράσσει τα χαντάκια που ανοίγει με πλαστικά δίχτυα, παρά τα καλύπτει με κάτι μισοσαπισμένες ξυλοπαλέττες, και βαρδάτε από μπρος. Πήρε τον χαρτοφύλακά του από το πορτ μπαγκάζ και άρχισε να τρέχει την ανηφόρα.
Πριν καλά καλά ο λεωφορειατζής κλειδώσει το αυτόματο κιβώτιο στη θέση P, ο Πητ Μπουλ είχε ξεχυθεί πίσω από τον φυγάδα. Ο ραλλίστας οασίτης έβαλε στέκα τα περιπτερέιμπαν, άχνισε και μετά γυάλισε στο μανίκι του το φω ρουμπίνι-κοτρώνα στο δαχτυλίδι του, και ανέβασε και τα δύο πόδια στο ταμπλώ. «Ήταν ένα κομμάτι κέικ, κούκλα», μονολόγησε αυτάρεσκα στρίβοντας ένα γάρο. Οι συμπατριώτες του Ανάντ και της Κονέρου, με τη χαρακτηριστική γαλήνη και αταραξία της υποηπείρου τους, αποβιβάζονταν με τάξη και χωρίς να βιάζονται, ενώ η γιαγιά έκανε μετάνοιες κάτω από τα καθίσματα για να μαζέψει μια κονσέρβα γατοτροφής που είχε πέσει από τα ψώνια της.
Διώκτης και διωκόμενος απείχαν πια ελάχιστα. Όταν ο άλλος μπήκε σ΄ ένα σκοτεινό αδιέξοδο, ο Πητ Μπουλ φόρεσε την πιο ψαρωτική φωνή του και γάβγισε: «Στάσου, μύγδαλα!»
Τα λίγα δευτερόλεπτα της ολιγωρίας που διαδέχθηκε τον αιφνιδιασμό του φυγάδα άρκεσαν στον αστυνόμο για να τον εξουδετερώσει με λαβές πολεμικών τεχνών και να τον ακινητοποιήσει με το πρόσωπο στον τοίχο ενός καταρρέοντος νεοκλασσικού. Τα σμαραγδένια μάτια μιας κατάμαυρης γάτας καταύγασαν καλειδοσκοπικά στο σκοτάδι καθώς απομακρυνόταν ενοχλημένη από τα χαλάσματα. Η στιλπνή γούνα της άγγιξε τον σχεδόν ισομεγέθη της ποντικό, που συνέχισε απτόητος να γευματίζει οικογενειακώς στον γήλοφο των σκουπιδιών. Το φεγγάρι ψηλά έψαχνε να βρει τον αγαπημένο της Νατάσας Θεοδωρίδου για να του πει πως δεν θ΄ αντέξει, δεν θα ζήσει –η Νατάσα, όχι το φεγγάρι, που μετά είχε να κάνει και τα θελήματα του Τερζή, της Γλυκερίας, και πάει λέγοντας.
«Για να δούμε τι έχουμε εδώ... Αχά, ένα Σμιθ εντ Γουέσσον. Κομψοτέχνημα, δεν φτιάχνουν τέτοια πια. Θα σού το δανειστώ γι΄ απόψε, αν δεν έχεις αντίρρηση. Και, σε παρακαλώ, ένωσε τους καρπούς σου στην πλάτη... Ευχαριστώ. Τώρα μπορείς να γυρίσεις. Για έλα λίγο πιο κοντά στο φως, να δούμε τα μούτρα σου... Μπα, μπα, μπα, για δες ποιος είναι!...»
(Συνεχίζεται)
Διαβάστε το 1ο μέρος: https://olaeinailexeis.blogspot.com/2022/07/1.html
Διαβάστε το 2ο μέρος: https://olaeinailexeis.blogspot.com/2022/07/2.html
Η μπαλαφάρα των τεσσάρων - Μέρος 3ο
**Γράφει ο Τριαντάφυλλος Σωτηρίου
Στο καφενείο του Τουρκομένη
Είχε σουρουπώσει όταν ο αστυνόμος Μπουλαξίζης ξύπνησε φρέσκος μετά την κινγκ σάιζ σιέστα του. Βγήκε από το μπεκιάρικο δυάρι του να ξεμουδιάσει. Σχεδόν ασυναίσθητα, πήρε τον ηλεκτρικό από τη Βικτώρια και βγήκε Πειραιά.
Διέσχισε την πλατεία Οδησσού, ακροπατώντας ανάμεσα στις απλωμένες πραμάτειες των μαύρων. «Αγορά του Αλ Χαλίλ καταντήσανε το Πόρτο Λεόνε. Πού ’σαι Σκυλίτση!» σκέφτηκε.
Πέρασε την πεζογέφυρα και βγήκε απέναντι, εκεί που δένουν τα βαπόρια. Περπάτησε τα ντόκια προς τον Άγιο Νικόλαο. Εκείνη την ώρα η «Αριάδνη», κατάφωτη, ξεμπουκάριζε. Στο λιμεναρχείο, με σηκωμένη τη σκάλα, βρεχάμενα κόσκινο από τη σκουριά και τον βυζαντινό σταυρό της «Ηπειρωτικής» στο φουγάρο, ξεχειμώνιαζε στην ερημιά του ο σχεδόν μισόν αιώνα μεγαλύτερός της «Ερμής». «Τα πλοία πεθαίνουν στα λιμάνια» θυμήθηκε τον Πόλυ Κερμανίδη.
Συνέχισε κατά την αντίθετη φορά απ΄ ό,τι το πρωί. Στην Πειραϊκή δεν είδε τον Στέλιο στη συνηθισμένη του θέση. «Θα έχουνε πάει με τον Αντώνη τον βαρκάρη τον σερέτη να τα πιούνε στου Λινάρδου την ταβέρνα» είκασε.
Σ΄ ένα στενό της ενδοχώρας του Πασαλιμανιού, στο καφενείο «Εθνικός 1924», ο χρόνος φαινόταν σταματημένος στη δεκαετία του ’70, όταν η ιστορική ομάδα ήταν στην ακμή της.
Μπήκε. Ηλικιακή σύνθεση ΚΑΠΗ. Στην παρέα που έβλεπε μπάλλα στην επιτοίχια πλάσμα εντόπισε τον Γιάννη Ματζουράνη, πάντα κόσμιο και προσεκτικά ντυμένο, γραβάτα ανυπερθέτως. Κάποιοι έπαιζαν χαρτιά, κάποιοι τάβλι, κάποιοι τον τιμητή των πάντων, ορατών τε και αοράτων, και κάτω από την πολυκαιρισμένη αφίσα του Άγγελου Κρεμμύδα, δύο έπαιζαν σκάκι –ή κάτι παρόμοιο.
Πλησίασε. Παρατήρησε ότι χρησιμοποιούσαν και ζάρι. Σύντομα, ο λευκός Βασιλιάς βρέθηκε σε σαχ, όμως ο παίκτης δεν έκανε κάτι να τον προστατεύσει. Ο αστυνόμος ήξερε ότι δεν μιλούν οι απέξω, έτσι δεν κούνησε τσίνορο. Στην επόμενη κίνηση, βρέθηκε σε σαχ και ο μαύρος Βασιλιάς.
Ο Μπουλαξίζης κατάλαβε. Τα γεροντάκια έπαιζαν σκάκι με ζάρι, παραλλαγή του σκακιού όπου ο πεσσός που θα κινηθεί καθορίζεται από το νούμερο που θα έρθει στο ζάρι, και η παρτίδα τελειώνει όχι με ματ, αλλά με φυσική αιχμαλώτιση του αντίπαλου Βασιλιά.
Οι δύο Βασιλιάδες έμειναν σε σαχ καναδυό κινήσεις ακόμα, ώσπου ο λευκός αιχμαλώτισε τον μαύρο Βασιλιά και τον κράτησε στη γροθιά του σαν σημείο επικράτησης. Ο άλλος είπε: «Αρκετές για σήμερα».
Τους έπιασε κουβέντα για τον Κρητικόπουλο και τον Χατζηιωάννογλου. Οι γέροι, Κώστας και Μάκης συστήθηκαν, άλλο που δεν ήθελαν για ν΄ αρχίσουν να ξεδιπλώνουν τις αναμνήσεις τους. Ήταν απίστευτο τι λεπτομέρειες θυμόντουσαν. Ο ένας μάλιστα, καθώς εξιστορούσε το 3-6 μέσα στη Λεωφόρο το 1987, έκανε τη σκακιέρα γήπεδο και τα κομμάτια παίκτες, και αναπαριστούσε τα γκολ. Ο Μπουλαξίζης παρακολουθούσε με ανυπόκριτο ενδιαφέρον.
Γνωρίζοντας ότι παοκτσήδες και αρειανοί φαντάζουν σταυραδέρφια μπροστά σε ολυμπιακούς και εθνικούς, φρόντισε να στηλιτεύσει τον ολυμπιακό ιμπεριαλισμό, που ανάγκασε τον Εθνικό, αν και όσο υπήρχε το παλιό Καραϊσκάκη το είχε έδρα, να περιφέρεται σαν τσιγγάνος σε όλο το ελ-έι, πριν καταλήξει τελικά στις ολυμπιακές εγκαταστάσεις του μπέιζμπωλ. «Άκου πειραιώτικη ομάδα με έδρα στο Ελληνικό· σαν να λέμε, να δηλώνει έδρα ο Αργοναύτης τα Μέγαρα» κατέληξε.
Αυτό ήταν. Οι παλιές πειραϊκές ομάδες, πλην Λακεδαιμονίων, βεβαίως βεβαίως, ανεξάρτητα από την κατηγορία που παίζουν, έχουν αλληλοσεβασμό και αλληλεγγύη. Με την αναφορά του στον Αργοναύτη, ο Μπουλαξίζης είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη τους.
Όταν τελείωσαν και τη διήγηση της ιστορίας με τους Ούγγρους επί Καρέλλα, θεώρησε τη στιγμή κατάλληλη και πέταξε: «Ενδιαφέρον αυτό που παίζατε. Παίζουν και άλλοι αυτό το παιχνίδι;»
«Συστηματικά, εμείς. Τον τελευταίο καιρό έχουν σκάσει μύτη και άλλοι δύο, έρχονται πακέτο, δεν θυμάμαι τα ονόματά τους, όλοι Διόσκουρους τους λένε. Σήμερα δεν είναι εδώ, εμφανίζονται στη χάση και στη βρέξη, έχουμε συμπέσει καναδυό φορές» είπε ο Κώστας. «Οι τέσσερίς μας παίζουμε μόνο παραλλαγές, κάθε παρτίδα και διαφορετική. Περιστασιακά δοκιμάζουν και άλλοι, όμως τα βρίσκουν μπαστούνια και ξαναγυρνάνε στο ορθόδοξο, που προσωπικά το βρίσκω περιορισμένο και παρωχημένο, ή την άλλη αηδία, το προοδευτικό. Είπα προοδευτικό και θυμήθηκα: Σάματις και η Προοδευτική, λίγες φορές έχει παίξει τα εντός έδρας της στο Πέραμα; Που λες, εμένα μού αρέσει αυτό με τους εφτά Ίππους και το άλλο με τον Σκίουρο· είμαι της στρατηγικής, όπως καταλαβαίνεις. Του Μάκη από δω, που είναι και λίγο καλλιτέχνης, ζωγραφίζει και κάτι αμπστρέ, αλαφροΐσκιωτος να πούμε, του αρέσει η Αλίκη. Αν έρθουμε στο κέφι, να, τις προάλλες που φέραμε ισοπαλία στην Καλαμάτα, παίζουμε και μανσούβα, δεν ξέρω αν έχεις υπόψη σου».
«Επινόηση του Μανάκου».
«Ακριβώς. Κάποτε περνούσε συχνά, τώρα έχει να φανεί… στάσου να δεις… Μάκη, πότε σταμάτησε ο Μπατσινίλας; Κεφαλοσφαιριστής αυτός μια φορά… Από τότε. Αλλά, πού τα ξέρεις αυτά εσύ; Πρέπει να παίζεις σε σύλλογο… Μη μου πεις στο Μοσχάτο ή στον Κρυστάλλη;» είπε ο Κώστας, με ύφος σαν να ρωτούσε «δεν πιστεύω να παίρνεις ουσίες;»
«Όχι». Η άμεση και κατηγορηματική απάντηση του Μπουλαξίζη φάνηκε να καθησυχάζει τα γερόντια. «Παίζω από μικρός, ερασιτεχνικά, και διαβάζω πού και πού τις σκακιστικές στήλες στις εφημερίδες. Δεν τα καταφέρνω άσχημα και με τα προβλήματα. Σαν έφηβος, μένω Γκύζη ξέρετε, σύχναζα στον Παναθηναϊκό, επί Αναστασόπουλου και Μπουλαχάνη. Δεν έπαιζα, έβλεπα μόνο, αυτοί παίζανε βίδο, κι εμένα δε μου περίσσευαν τότε. Σαν φοιτητής περνούσα και από την ΕΦΕΤ, είχα κόψει και κάτι ισοπαλίες από τον κύριο Λοβέρδο, και μια φορά κέρδισα και τον κύριο Κονταρίνη, σε φιλικές παρτίδες, εννοείται. Δελτίο σε σύλλογο όμως, όχι, δεν έχω».
Η εμπιστοσύνη των γεράκων, που προσωρινά είχε κλονιστεί, αποκαταστάθηκε και ενισχύθηκε. Το Μοσχάτο και ο Κρυστάλλης είναι γιάφκες ολυμπιακών, και στα μάτια των εθνικών, οι παναθηναϊκοί είναι σύμμαχοι. Ο εχθρός του εχθρού μου, και τα λοιπά, και τα λοιπά.
«Είπα κι εγώ· καλά σε είχα καρατάρει από την αρχή για δερβισόπαιδο. Κάτσε να φωνάξουμε και τον μαγαζάτορα, που μας ξέρει όλους έναν-έναν. Στέλιο!»
Ένας γιγαντόσωμος και ασυνήθιστα ευθυτενής, για την ηλικία του, τύπος ξεπρόβαλε από το ψυγείο-βιτρίνα στο βάθος της αίθουσας και, διασχίζοντας με ανοιχτά βήματα το μαρμάρινο δάπεδο με τα θαμπά εναλλάξ άσπρα και μαύρα τετράγωνα, πλησίασε στο τραπέζι τους. Ο Μπουλαξίζης δεν ήξερε ότι είχε μπροστά του τον θρυλικό τερματοφύλακα, που σαράντα χρόνια πριν είχε παίξει και στην Εθνική· ούτε όμως εκείνοι γνώριζαν ότι είναι αστυνομικός. Μπαλεγιέ.
«Στέλιο, ο νεαρός από δω, Πέτρος τ΄ όνομα, είναι συμπαθών» έκανε τις συστάσεις ο Κώστας. «Ρωτάει για τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη».
Νεαρός; Εμ βέβαια, μπροστά τους, αν και πενηντάρης, φαινόταν τζόβενο. Ο νεώτερος εκεί μέσα είχε προλάβει αρχιεπίσκοπο τον Δαμασκηνό, και όσο για τον μεγαλύτερο, μπορεί και να ήταν συμπολεμιστής του Παύλου Μελά.
Μίλησαν για λίγο. Ο αστυνόμος κατέγραφε στη μνήμη του τις πληροφορίες που τεχνηέντως αποσπούσε. Έστρεψε πάλι την κουβέντα στη μπάλλα και τον παλιό Πειραιά, έμεινε λίγο ακόμα για να μην κινήσει υποψίες, και χαιρέτησε, αφήνοντας τον πληθωρικό Κώστα, τον λιγομίλητο Μάκη και τα άλλα γεροντάκια στη χρονοκάψουλά τους, στο καφενείο του Τουρκομένη.
Ιβέκο εναντίον Πλύμουθ
Ο ψυχρός νυχτερινός αέρας βοηθούσε τον Μπουλαξίζη να τακτοποιήσει τις σκέψεις του. Θυμήθηκε ότι ένας μυστήριος που είχαν οδηγήσει στην Ασφάλεια να τους παίξει πιάνο επειδή πουλούσε στον υπόγειο της Ομόνοιας ατελώνιστα ξένα περιθωριακά σκακιστικά περιοδικά, λαθραίες φωτοτυπίες σημειώσεων επωνύμων προπονητών και τράπουλες με σκακίστριες πρώην σοσιαλιστικών χωρών σε ακατονόμαστες πόζες, είχε σπάσει στην ανάκριση και είχε ομολογήσει ότι σε μερικούς συλλόγους, τους είχε κατονομάσει κιόλας, το φυτευτό έχει εκτοπίσει πλήρως το ορθόδοξο.
«Έπρεπε να το έχω φανταστεί από την πρώτη στιγμή» αυτομέμφθηκε ο Μπουλαξίζης. Ο ίδιος δεν έλεγε και ξανάλεγε στους συνεργάτες του ότι τίποτα δεν είναι αυτονόητο; Αυτός δεν έφερνε σαν παράδειγμα ότι κάτι που κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια δεν είναι αναγκαστικά γάτα, αλλά μπορεί να είναι και σκύλος που ξέρει ξένες γλώσσες; Πώς λοιπόν είχε θεωρήσει δεδομένο ότι στο εντευκτήριο, τη νύχτα του φόνου, στη σκακιέρα του φόνου, παιζόταν ορθόδοξο σκάκι και όχι μία από τις ένα σωρό παραλλαγές του; Πώς δεν του είχε περάσει από το μυαλό ότι, εκτός από το αγωνιστικό, υπάρχει και το καλλιτεχνικό σκάκι; Στοιχειώδες, αγαπητέ μου Γουώτσον.
Κόντευε να φτάσει στην κορυφή του λοφίσκου. Από εκεί, μια κατηφόρα και θα βρισκόταν στην Καστέλλα.
Δεν πολυήξερε από αμάξια, δεν είχε άλλωστε δικό του. Μολαταύτα, κάποια όπως η παλιομοδίτικη κούρσα που φάνηκε από απέναντι, με τα φώτα στη χαμηλή σκάλα και μοναδικό επιβάτη τον οδηγό της, τα βλέπεις μια φορά και τα θυμάσαι για πάντα. Ναι, το είχε ξαναδεί πρόσφατα. Πού και πότε όμως;
Μα βέβαια. Δεν είχε κλείσει καν εικοσιτετράωρο. Είχε δει μόνο το μπροστινό μισό, που ξεμύτιζε από το απέναντι κάθετο στενό της Παλαμήδη 64, και σκεπασμένο με κουκούλα, που κάλυπτε το καμπανιστό αχνό ροδακινί χρώμα του, όχι όμως και το ανοικονόμητο σουλούπι του. Και, φυσικά, τα συμμετρικά εξογκώματα κάτω από την κουκούλα ανταποκρίνονταν στα οξυκόρυφα φρύδια των φαναριών του. Μπίνγκοου!
Ο δημοτικός φωτισμός ήταν λιγοστός, όμως ο Μπουλαξίζης σαν να διέκρινε, περισσότερο διαισθάνθηκε, ότι ο οδηγός θορυβήθηκε όταν διασταυρώθηκαν αστραπιαία τα βλέμματά τους καθώς το αμάξι περνούσε από μπροστά του. Η πίσω πινακίδα ήταν επιμελώς σκεπασμένη με ξεραμένη λάσπη και δεν διαβαζόταν. Πρόλαβε να δει τη μάρκα της κούρσας που επιτάχυνε και απομακρυνόταν: Plymouth.
Δεν περνούσε κανένα ταξί. «Τα πρόστυχα· όταν τα θέλεις, δεν τα βρίσκεις» σκέφτηκε. «Τελικά, μάλλον πρέπει να πάρω το Μιραφιόρι του Χαρίτου τώρα που βγαίνει στη σύνταξη και θ΄ αγοράσει καινούργιο με το εφάπαξ».
Το μοναδικό τροχοφόρο στη γύρα ήταν το τοπικό αστικό, που ανέβαινε τη λεωφόρο αγκομαχώντας σαν χωματουργικό βαρέος τύπου και φλομώνοντας τη φιλήσυχη και αραιοκατοικημένη γειτονιά του Προφήτη Ηλία με υπολείμματα ατελούς καύσης ντήζελ. Ο αριθμός 915 στο κούτελό του ερχόταν σε αντίφαση με τη διαδρομή ΚΟΡΩΠΙ – ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ που διατεινόταν ότι εκτελούσε. «Πληγή του Φαραώ αυτοί οι συνδικαλιστές. Έχουν διαβρώσει τα πάντα. Πλήρης ασυδοσία» γκρίνιαξε από μέσα του.
Στάθηκε στη μέση του δρόμου και ανέτεινε το δεξί του χέρι. Καθώς το μινιμπάς τροχοπεδούσε μπροστά του με στριγγό ήχο κιμωλίας που σύρεται σε μαυροπίνακα, τα φώτα του ανέδειξαν τη στίλβη του μεταλλικού αστυνομικού σήματος στο πορτοφόλι που κρατούσε προτεταμένο με το αριστερό.
Ο Μπουλ ανέβηκε τροχάδην από τη μπροστινή πόρτα. Μόνο ο «Άγγελος» του Τερλέγκα, που διαχεόταν καψούρης μέσα από τα ακουστικά του iPod του οδηγού, φάτσα κρασοπατέρα με βλεφαρόπτωση, κινητό-σκουλαρίκι, γυαλιά ηλίου στις δέκα το βράδυ κατεβασμένα σαν πενς-νε, το δεξί πόδι στο ταμπλώ, τα μπατζάκια ανεβασμένα σε ύψος μακριάς βερμούδας, πλήγωνε τη σιωπή.
«Να σου εξηγήσω, αρχηγέ...»
«Οκέι, λίσεν απ. Αστυνόμος Μπουλαξίζης του Εγκληματολογικού. Αν η πλώρη σου απομακρυνθεί από τον πίσω προφυλακτήρα αυτής της μαούνας περισσότερο από μια χεριά του Φελπς, θα θυμηθώ ότι έχεις παραβιάσει τα μισά άρθρα του ΚΟΚ και κάμποσα του Ποινικού. Ξέρεις το παιχνίδι: τρέχεις και σε κυνηγώ, αν σε πιάσω και λοιπά. Ε, είμαστε στην τελευταία πίστα. Αμόλα καλούμπα».
«Τώρα ξηγιέσαι και πολύ μερακλαντάν, κυρ-αστυνόμε. Μην το βλέπεις έτσι κουτσομούρικο, χοτ ροντ τόχω κάνει· κινητήρα και πλαίσιο τάχω πειράξει, και στην πιάτσα με φωνάζουνε Άιρτον. Άστο πάνω μου».
Και σανίδωσε. Οι λιγοστοί επιβάτες, ένα ζευγάρι μπεζ αλλοδαπών στη γαλαρία και μια γιαγιά με λιλά μαλλί στη μονή θέση πίσω από τον οδηγό, αισθάνθηκαν στα γερά τα τζι που αναπτύχθηκαν, και που δεν θα ήταν λιγότερα αν το Ιβέκο ήταν Τσέσσνα που τροχοδρομούσε για απογείωση. Η παράδοξη καταδίωξη άρχιζε.
Η Πλύμουθ χρονοτριβούσε καθώς ελισσόταν να χωρέσει από τα στενά. Το μινιμπάς, με τον οδηγό να το σαλαγάει με αλλεπάλληλα «Ώααα!» και παίρνοντας σβάρνα φανάρια και καθρέφτες από ανύποπτα παρκαρισμένα γιωταχί, όλο και μίκραινε την απόσταση.
Στρίβοντας σε μια γωνία και προσπαθώντας να παρακάμψει έναν δημοτικό κάδο που έχασκε αμέριμνα στη μέση, η Πλύμουθ πήρε παραμάζωμα ένα προστατευτικό πλαστικό δίχτυ και έπεσε με τη δεξιά πλευρά σε κάτι έργα. «Τον οτέ σας, παλιορούκουνες!» γρύλλισε ο οδηγός της. Άδικη μομφή: το όρυγμα ήταν της ΔΕΗ· ο ΟΤΕ δεν περιφράσσει τα χαντάκια που ανοίγει με πλαστικά δίχτυα, παρά τα καλύπτει με κάτι μισοσαπισμένες ξυλοπαλέττες, και βαρδάτε από μπρος. Πήρε τον χαρτοφύλακά του από το πορτ μπαγκάζ και άρχισε να τρέχει την ανηφόρα.
Πριν καλά καλά ο λεωφορειατζής κλειδώσει το αυτόματο κιβώτιο στη θέση P, ο Πητ Μπουλ είχε ξεχυθεί πίσω από τον φυγάδα. Ο ραλλίστας οασίτης έβαλε στέκα τα περιπτερέιμπαν, άχνισε και μετά γυάλισε στο μανίκι του το φω ρουμπίνι-κοτρώνα στο δαχτυλίδι του, και ανέβασε και τα δύο πόδια στο ταμπλώ. «Ήταν ένα κομμάτι κέικ, κούκλα», μονολόγησε αυτάρεσκα στρίβοντας ένα γάρο. Οι συμπατριώτες του Ανάντ και της Κονέρου, με τη χαρακτηριστική γαλήνη και αταραξία της υποηπείρου τους, αποβιβάζονταν με τάξη και χωρίς να βιάζονται, ενώ η γιαγιά έκανε μετάνοιες κάτω από τα καθίσματα για να μαζέψει μια κονσέρβα γατοτροφής που είχε πέσει από τα ψώνια της.
Διώκτης και διωκόμενος απείχαν πια ελάχιστα. Όταν ο άλλος μπήκε σ΄ ένα σκοτεινό αδιέξοδο, ο Πητ Μπουλ φόρεσε την πιο ψαρωτική φωνή του και γάβγισε: «Στάσου, μύγδαλα!»
Τα λίγα δευτερόλεπτα της ολιγωρίας που διαδέχθηκε τον αιφνιδιασμό του φυγάδα άρκεσαν στον αστυνόμο για να τον εξουδετερώσει με λαβές πολεμικών τεχνών και να τον ακινητοποιήσει με το πρόσωπο στον τοίχο ενός καταρρέοντος νεοκλασσικού. Τα σμαραγδένια μάτια μιας κατάμαυρης γάτας καταύγασαν καλειδοσκοπικά στο σκοτάδι καθώς απομακρυνόταν ενοχλημένη από τα χαλάσματα. Η στιλπνή γούνα της άγγιξε τον σχεδόν ισομεγέθη της ποντικό, που συνέχισε απτόητος να γευματίζει οικογενειακώς στον γήλοφο των σκουπιδιών. Το φεγγάρι ψηλά έψαχνε να βρει τον αγαπημένο της Νατάσας Θεοδωρίδου για να του πει πως δεν θ΄ αντέξει, δεν θα ζήσει –η Νατάσα, όχι το φεγγάρι, που μετά είχε να κάνει και τα θελήματα του Τερζή, της Γλυκερίας, και πάει λέγοντας.
«Για να δούμε τι έχουμε εδώ... Αχά, ένα Σμιθ εντ Γουέσσον. Κομψοτέχνημα, δεν φτιάχνουν τέτοια πια. Θα σού το δανειστώ γι΄ απόψε, αν δεν έχεις αντίρρηση. Και, σε παρακαλώ, ένωσε τους καρπούς σου στην πλάτη... Ευχαριστώ. Τώρα μπορείς να γυρίσεις. Για έλα λίγο πιο κοντά στο φως, να δούμε τα μούτρα σου... Μπα, μπα, μπα, για δες ποιος είναι!...»
(Συνεχίζεται)
Πέμπτη 14 Ιουλίου 2022
«Πατρίδα» του Φερνάντο Αραμπούρου
Συγγραφέας: Fernando Aramburu
Τίτλος πρωτοτύπου: Patria
Είδος έργου: Μυθιστόρημα
1η έκδοση στην ισπανική γλώσσα: Tusquets Editores, Βαρκελώνη 2016
Ελληνικός τίτλος: Πατρίδα
Μετάφραση: Τιτίνα Σπερελάκη
Εκδόσεις: Πατάκης
Έτος έκδοσης: 2018
Η Πατρίδα, το μεγάλο μυθιστόρημα της Χώρας των Βάσκων, είναι το μεγάλο μυθιστόρημα της εποχής μας.
Η ιστορία δύο πάλαι ποτέ στενά συνδεδεμένων οικογενειών, που κατασπαράχθηκαν μέχρι θανάτου, είναι η καρδιά της Πατρίδας του Αραμπούρου, που ανατέμνει τα γεγονότα τριάντα χρόνων στη Χώρα των Βάσκων, από τις αρχές της δεκαετίας του '80 έως το 2011, όταν η εθνικιστική και αυτονομιστική οργάνωση ΕΤΑ (Euskadi Ta Askatasuna) ανακοίνωσε την οριστική παύση της ένοπλης δράσης.
Την ημέρα που η ΕΤΑ καταθέτει τα όπλα, η Μπιττόρι πηγαίνει στο νεκροταφείο για να ανακοινώσει στον άντρα της πως αποφάσισε να γυρίσει στο χωριό και στο σπίτι τους, που εκείνη εγκατέλειψε μετά τον θάνατό του. Θα καταφέρει να συμβιώσει με όσους την παρενοχλούσαν πριν και μετά τη δολοφονική επίθεση που έφερε τα πάνω κάτω στη ζωή τη δική της και της οικογένειάς της; Θα καταφέρει να μάθει ποιος ήταν ο κουκουλοφόρος που μια βροχερή μέρα σκότωσε τον άντρα της, στον δρόμο για τη δουλειά του; Η παρουσία της Μπιττόρι θα διαταράξει την επιφανειακή ηρεμία του χωριού, κυρίως της γειτόνισσάς της, της Μίρεν, άλλοτε στενής φίλης της και μητέρας του Χόσε Μάρι, ενός φυλακισμένου τρομοκράτη και ύποπτου για τους χειρότερους φόβους της Μπιττόρι. Τι συνέβη ανάμεσα σ' εκείνες τις δύο γυναίκες; Τι δηλητηρίασε τη ζωή των παιδιών και των συζύγων τους, τόσο δεμένων στο παρελθόν;
Με τις συγκαλυμμένες ρήξεις και τις ακλόνητες πεποιθήσεις της, με τις πληγές και τις παλικαριές της, η παράφορη ιστορία της ζωής τους πριν και μετά το χάσμα που άνοιξε ο θάνατος του Τσάτο μάς μιλάει για το ανέφικτο της λήθης και για την ανάγκη της συγχώρεσης σε μια κοινωνία διαιρεμένη από τον πολιτικό φανατισμό.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Τίτλος πρωτοτύπου: Patria
Είδος έργου: Μυθιστόρημα
1η έκδοση στην ισπανική γλώσσα: Tusquets Editores, Βαρκελώνη 2016
Ελληνικός τίτλος: Πατρίδα
Μετάφραση: Τιτίνα Σπερελάκη
Εκδόσεις: Πατάκης
Έτος έκδοσης: 2018
Η Πατρίδα, το μεγάλο μυθιστόρημα της Χώρας των Βάσκων, είναι το μεγάλο μυθιστόρημα της εποχής μας.
Η ιστορία δύο πάλαι ποτέ στενά συνδεδεμένων οικογενειών, που κατασπαράχθηκαν μέχρι θανάτου, είναι η καρδιά της Πατρίδας του Αραμπούρου, που ανατέμνει τα γεγονότα τριάντα χρόνων στη Χώρα των Βάσκων, από τις αρχές της δεκαετίας του '80 έως το 2011, όταν η εθνικιστική και αυτονομιστική οργάνωση ΕΤΑ (Euskadi Ta Askatasuna) ανακοίνωσε την οριστική παύση της ένοπλης δράσης.
Την ημέρα που η ΕΤΑ καταθέτει τα όπλα, η Μπιττόρι πηγαίνει στο νεκροταφείο για να ανακοινώσει στον άντρα της πως αποφάσισε να γυρίσει στο χωριό και στο σπίτι τους, που εκείνη εγκατέλειψε μετά τον θάνατό του. Θα καταφέρει να συμβιώσει με όσους την παρενοχλούσαν πριν και μετά τη δολοφονική επίθεση που έφερε τα πάνω κάτω στη ζωή τη δική της και της οικογένειάς της; Θα καταφέρει να μάθει ποιος ήταν ο κουκουλοφόρος που μια βροχερή μέρα σκότωσε τον άντρα της, στον δρόμο για τη δουλειά του; Η παρουσία της Μπιττόρι θα διαταράξει την επιφανειακή ηρεμία του χωριού, κυρίως της γειτόνισσάς της, της Μίρεν, άλλοτε στενής φίλης της και μητέρας του Χόσε Μάρι, ενός φυλακισμένου τρομοκράτη και ύποπτου για τους χειρότερους φόβους της Μπιττόρι. Τι συνέβη ανάμεσα σ' εκείνες τις δύο γυναίκες; Τι δηλητηρίασε τη ζωή των παιδιών και των συζύγων τους, τόσο δεμένων στο παρελθόν;
Με τις συγκαλυμμένες ρήξεις και τις ακλόνητες πεποιθήσεις της, με τις πληγές και τις παλικαριές της, η παράφορη ιστορία της ζωής τους πριν και μετά το χάσμα που άνοιξε ο θάνατος του Τσάτο μάς μιλάει για το ανέφικτο της λήθης και για την ανάγκη της συγχώρεσης σε μια κοινωνία διαιρεμένη από τον πολιτικό φανατισμό.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
«Ο ανθρώπινος παράγοντας» του Γκράχαμ Γκρην
Συγγραφέας: Graham Greene
Τίτλος πρωτοτύπου: The Human Factor
Είδος έργου: Μυθιστόρημα κατασκοπείας
1η έκδοση στην αγγλική γλώσσα: The Bodley Head, Λονδίνο 1978
Ελληνικός τίτλος: Ο ανθρώπινος παράγοντας
Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις: Πόλις
Έτος έκδοσης: 2020
Συναγερμός στις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες. Μια διαρροή πληροφοριών πυροδοτεί κλίμα καχυποψίας, διάχυτης ανησυχίας και έντασης, ενώ διεξάγονται συνεχείς έλεγχοι ασφαλείας. Τα πρόσωπα σιγά-σιγά εμφανίζονται στη σκηνή: Ο Μορίς Κάσελ, ένας ήσυχος και διακριτικός πράκτορας που εγκατέλειψε το πεδίο δράσης του στην Αφρική για να αποσυρθεί στα κεντρικά γραφεία του Λονδίνου. Η γυναίκα του Σάρα, μαύρη, από τη Νότια Αφρική, που διέφυγε στη Βρετανία καταδιωκόμενη από το καθεστώς του απαρτχάιντ. Ο Ντέιβις, βοηθός του Κάσελ, που, για να ξεχάσει τους αποτυχημένους έρωτές του, βυθίζεται στο αλκοόλ και τον τζόγο. Ο κυνικός και επικίνδυνος Πέρσιβαλ, με το καλοκάγαθο παρουσιαστικό του οικογενειακού γιατρού. Ο Συνταγματάρχης Ντέιντρι, άνθρωπος αφοσιωμένος στο καθήκον, με αυστηρό προφίλ, μοναχικός, που παλεύει με τη συνείδησή του. Και ο C, ο επικεφαλής της υπηρεσίας, διχασμένος ανάμεσα στην αγάπη του για την Αφρική και την πίστη του στις συντηρητικές αξίες και την ταξική δομή της Μεγάλης Βρετανίας.
Ο Γκρην επιστρέφει στον κόσμο των κατασκόπων και της προδοσίας, για να πλέξει το εγκώμιο της ανυπακοής και να δείξει με οξυδερκή και ευαίσθητο τρόπο σε ποια τραγωδία μπορεί να καταλήξει η αδιάλλακτη και άκαμπτη εφαρμογή της έννοιας του «εθνικού συμφέροντος» που πολύ συχνά και εύκολα παραμερίζει τον ανθρώπινο παράγοντα.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Τίτλος πρωτοτύπου: The Human Factor
Είδος έργου: Μυθιστόρημα κατασκοπείας
1η έκδοση στην αγγλική γλώσσα: The Bodley Head, Λονδίνο 1978
Ελληνικός τίτλος: Ο ανθρώπινος παράγοντας
Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις: Πόλις
Έτος έκδοσης: 2020
Συναγερμός στις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες. Μια διαρροή πληροφοριών πυροδοτεί κλίμα καχυποψίας, διάχυτης ανησυχίας και έντασης, ενώ διεξάγονται συνεχείς έλεγχοι ασφαλείας. Τα πρόσωπα σιγά-σιγά εμφανίζονται στη σκηνή: Ο Μορίς Κάσελ, ένας ήσυχος και διακριτικός πράκτορας που εγκατέλειψε το πεδίο δράσης του στην Αφρική για να αποσυρθεί στα κεντρικά γραφεία του Λονδίνου. Η γυναίκα του Σάρα, μαύρη, από τη Νότια Αφρική, που διέφυγε στη Βρετανία καταδιωκόμενη από το καθεστώς του απαρτχάιντ. Ο Ντέιβις, βοηθός του Κάσελ, που, για να ξεχάσει τους αποτυχημένους έρωτές του, βυθίζεται στο αλκοόλ και τον τζόγο. Ο κυνικός και επικίνδυνος Πέρσιβαλ, με το καλοκάγαθο παρουσιαστικό του οικογενειακού γιατρού. Ο Συνταγματάρχης Ντέιντρι, άνθρωπος αφοσιωμένος στο καθήκον, με αυστηρό προφίλ, μοναχικός, που παλεύει με τη συνείδησή του. Και ο C, ο επικεφαλής της υπηρεσίας, διχασμένος ανάμεσα στην αγάπη του για την Αφρική και την πίστη του στις συντηρητικές αξίες και την ταξική δομή της Μεγάλης Βρετανίας.
Ο Γκρην επιστρέφει στον κόσμο των κατασκόπων και της προδοσίας, για να πλέξει το εγκώμιο της ανυπακοής και να δείξει με οξυδερκή και ευαίσθητο τρόπο σε ποια τραγωδία μπορεί να καταλήξει η αδιάλλακτη και άκαμπτη εφαρμογή της έννοιας του «εθνικού συμφέροντος» που πολύ συχνά και εύκολα παραμερίζει τον ανθρώπινο παράγοντα.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








