Παρασκευή 8 Ιουλίου 2022

«Η μπαλαφάρα των τεσσάρων» - Μέρος 2ο

Παρασκευή σήμερα και δημοσιεύουμε το δεύτερο μέρος της «μπαλαφάρας», αυτού του εξαιρετικά ενδιαφέροντος λογοτεχνικού εγχειρήματος των τεσσάρων τύπων για τους οποίους μιλήσαμε εκτενώς την προηγούμενη βδομάδα.

Για να διαβάσετε τις πληροφορίες που δίνουμε για την αστυνομική αυτή νουβέλα, καθώς και το πρώτο μέρος της, πατήστε εδώ: https://olaeinailexeis.blogspot.com/2022/07/1.html
Η μπαλαφάρα των τεσσάρων - Μέρος 2ο

**Γράφει ο Ελισσαίος Βλάχος

      Η νέα και όμορφη γυναίκα που μέχρι πριν λίγες ώρες θα είχε αποσπάσει πλήθος επιθέτων και χαρακτηρισμών που θα εξαγρίωναν και την πιο πεπειραμένη φεμινίστρια, ήταν πλέον επισήμως ένα πτώμα, και υπό αυτή την ιδιότητα μεταφέρθηκε κατά τις 5.30 στο νεκροτομείο. Ο αστυνόμος χαιρέτησε το βοηθό του στην είσοδο της πολυκατοικίας και έδωσαν ραντεβού σε δύο ώρες στον 4ο όροφο της Διεύθυνσης όπου στεγάζονταν τα γραφεία του Εγκληματολογικού. Στην είσοδο του εντευκτηρίου παρέμεινε μόνο ένας αστυφύλακας, για να διασφαλίσει ότι ο τόπος του εγκλήματος θα έμενε ανέπαφος. Οι θαμώνες του συλλόγου θα περνούσαν μερικές μέρες στέρησης.
      Το μπλε χρώμα του ορίζοντα έσπαγε στο βάθος. Ο Μπουλαξίζης σταμάτησε ένα ταξί αλλά δεν πήγε σπίτι. Πήραν το δρόμο προς Πασαλιμάνι. Έκαναν την περίμετρό του και συνέχισαν προς Πειραϊκή. Πέρασαν τα κλειστά ουζερί με τις κατεβασμένες πλαστικές και διαφανείς τέντες. Είπε στον οδηγό να σταματήσει. Πλήρωσε, διέσχισε το δρόμο, και μετά από λίγα σκαλιά βρέθηκε στα βράχια. Ο Στέλιος ο μπεκρής κοιμόταν. Πέρασε όσο πιο ήσυχα μπορούσε από δίπλα του για να μην ταράξει τα γαμήλια όνειρά του και βρήκε μια βολική θέση να κάτσει, κοντά στη θάλασσα. Εκείνη την ώρα τα πλοία από Κρήτη χανόντουσαν στα δεξιά πριν μπουν στο λιμάνι. Πολλές φορές ευχόταν να βρίσκεται σε ένα απ' αυτά τα πλοία, όταν κινάνε για κάποιο νησί. Κι ας πήγαιναν μέχρι το Αγκίστρι.
      Στην ανατολή ο ουρανός είχε ανοίξει. Η πρωινή υγρασία τού έφερνε ανατριχίλες στο σώμα αλλά του καθάριζε το μυαλό, τον βοηθούσε να σκεφθεί. Η υπόθεση ήταν μπλεγμένη. Μια όμορφη γυναίκα δολοφονείται εν ψυχρώ χωρίς σημάδια πάλης. Και το χειρότερο, ήταν ερωμένη υπουργού. Και όχι οποιουδήποτε, αλλά ενός που γινόταν πρωτοσέλιδο εδώ και καιρό για τις πιθανές εμπλοκές του σε άνομες δραστηριότητες. Κατά βάση δεν ήταν πιθανές, ήταν εξόφθαλμες, αλλά ως αστυνομικός είχε μάθει να μην αποδίδει κατηγορίες πριν ολοκληρώσει την έρευνά του. Ήθελε να μη βγάζει εύκολα συμπεράσματα και να ενεργεί δίκαια απέναντι στους πολίτες. Αυτός ήταν κι ο λόγος που μπήκε στο Σώμα. Ήθελε να αποδείξει ότι οι αστυνομικοί μπορούν να μην είναι φύλακες των ισχυρών και εντολοδόχοι της εξουσίας. Και παρά τις απανωτές διαψεύσεις, πάλεψε σκληρά γι' αυτό. Όλοι αναγνώριζαν την τιμιότητα, τη μαχητικότητα και την εξυπνάδα του. Μόνο που αυτά δεν έφταναν για παραπάνω. Ήξερε ότι ο βαθμός του αστυνομικού είναι το όριό του. Από 'κει και πάνω ήθελε οσφυοκαμψία, χειροφιλήματα και εξυπηρετήσεις. Και να περιφέρεται σαν τον επιτάφιο προκειμένου να διευρύνει τις δημόσιες σχέσεις του. Αυτό το παιχνίδι δεν του ταίριαζε. Ούτε ήξερε, ούτε ήθελε να το παίξει. Προτιμούσε το σκάκι.
      Στο σκάκι όλα είναι καθαρά. Και οι δύο παίκτες μοιράζονται τα ίδια δεδομένα. Δεν υπάρχουν ενέργειες πίσω από την πλάτη σου. Ο καλύτερος, ο πιο διαυγής, αυτός που θα ενεργήσει ψύχραιμα και αποφασιστικά τη δεδομένη στιγμή, θα κερδίσει. Του είχε λείψει το σκάκι. Όταν ήταν υπαστυνόμος έπαιζε με τον προϊστάμενό του. Από τότε που εκείνος συνταξιοδοτήθηκε, δεν βρήκε κάποιον άλλο να μοιράζεται την τρέλα που είχε από παιδί. Μικρός, περνούσε ώρες πολλές να παίζει με οποιονδήποτε του δινόταν η ευκαιρία. Τον παππού του, συμμαθητές, φίλους του πατέρα του. Έπαιζε τη μια παρτίδα μετά την άλλη, κερδίζοντας σχεδόν πάντα. Του είχαν βγάλει και σλόγκαν: « Για το σκάκι όποιος αξίζει, παίζει με τον Μπουλαξίζη». Δυστυχώς, την εποχή που μεγάλωσε οι ευκαιρίες για να βελτιωθείς περαιτέρω στο σκάκι ήταν ελάχιστες. Και δεν του έτυχαν.
      Και να τώρα που το πάθος του ερχόταν και πάλι στο προσκήνιο με έναν τρόπο αποκρουστικό και αινιγματικό. Άραγε επέλεξε ο δολοφόνος το σκακιστικό εντευκτήριο για το έγκλημα; Ήταν σκακιστής ο ίδιος; Παίζαν όντως μια παρτίδα σκάκι με το θύμα; Γιατί πήρε μαζί του τον μαύρο βασιλιά; Υπήρχε κάποιος συμβολισμός; Μήπως ο δολοφόνος είναι φιλοβασιλικός; Μήπως έπρεπε να σταματήσει να σκέφτεται βλακείες και να ξεκουραστεί λίγο; Μπα, δεν προλάβαινε. Ο ήλιος φώτιζε πια το λεκανοπέδιο.
      Πήρε το δρόμο της επιστροφής. Άφησε δίπλα στο Στέλιο ένα ευρώ για την πρωινή του μπύρα και γύρισε για λίγο σπίτι. Ένα ντουζ, κοστούμι εργασίας και μετά γραφείο. Άρχισαν να φτάνουν οι πρώτοι μάρτυρες για εξέταση. Η χτεσινή λίστα με τα κλειδιά του συλλόγου. Δεν βγήκε τίποτα χρήσιμο. Έμενε ένας ακόμη. Ο αστυνόμος σκέφθηκε να τον διώξει, αλλά η διαδικασία τού επέβαλλε να ανακρίνει κι αυτόν.
      «Περάστε!» φώναξε ο αστυνόμος στο δειλό χτύπημα της πόρτας και η πόρτα άνοιξε καχύποπτα.
      «Καλημέρα...» είπε τρεμάμενα κάτι πίσω από την πόρτα.
      «Καλημέρα σας, είμαι ο αστυνόμος Μπουλαξίζης» είπε ο αστυνόμος Μπουλαξίζης.
      Ο τελευταίος κάτοχος κλειδιών του εντευκτηρίου, είχε μόλις μπει στο γραφείο του αστυνόμου και τον κοίταγε φοβισμένα. Ο αστυνόμος κατάλαβε ότι σε λίγο θα ξεσπούσε σε γοερά κλάματα φωνάζοντας πως: όχι κύριε αστυνόμε εγώ δεν ξέρω τίποτα για το φόνο και σας ορκίζομαι αξιότιμε στρατηγέ μου ότι ουδέποτε είχα δει το θύμα και την ώρα που έγινε το έγκλημα εγώ ήμουν σπίτι και έχω και μάρτυρα τη σπιτονοικοκυρά μου που μένει δίπλα και πάντα βγαίνει στην πόρτα όταν έρχομαι ή φεύγω αξιοσέβαστε δικαστά μου και άμα θέλετε να τη φέρω εδώ να σας τα πει η ίδια να φιλάω σταυρό να με κάψει φωτιά αν λέω ψέματα, πανοσιότατε.
      Μπροστά στον κίνδυνο ο καλεσμένος του να πει όλα αυτά χωρίς ανάσα και να του μείνει στα χέρια, ο Μπουλαξίζης κατεύθυνε τη συζήτηση σε κάτι πιο φιλικό για το χρήστη:
      «Τι ΕΛΟ έχετε;»
      Μετά από ένα μικρό σάστισμα, ο τελευταίος κλειδοκράτορας ανήγγειλε:
      «1880 διεθνές, 1730 ελληνικό».
      «Πληθωρισμός στη διεθνή αγορά» προσπάθησε να αστειευτεί ο αστυνόμος.
      «Όχι, το ελληνικό είναι υποτιμημένο» απάντησε σοβαρά ο Άγιος Πέτρος του εντευκτηρίου. «Γιατί ρωτάτε; Έχει σχέση το ΕΛΟ μου με το έγκλημα;»
      «Όχι. Αλλά αφού έτσι κι αλλιώς όλοι εσείς είναι απίθανο να γνωρίζετε κάτι για το συμβάν, σκέφτηκα μήπως παίζαμε καμιά παρτίδα σκάκι».
      «Παίζετε σκάκι;» αναφώνησε ενθουσιασμένος ο 210210210210-όλο-το-24ωρο. Ο πάγος είχε σπάσει πλέον.
      «Έπαιζα, και να πω την αλήθεια θα προτιμούσα να έπαιζα μια παρτίδα τώρα παρά να ψάχνω ψύλλους στα άχυρα». Κλισέ, σκέφτηκε ο αστυνόμος και ήταν αλήθεια πως από τότε που μπήκε στην υπηρεσία είχε γίνει κι αυτός μάστορας της κοινοτοπίας. «Δυστυχώς όμως εδώ δεν έχω σκακιέρα και κυρίως δεν έχω χρόνο. Μπορούμε όμως να σκεφτούμε μερικά πράγματα τυφλά. Μπλάιντ, όπως λέτε».
      «Α, είστε προχωρημένος, κύριε αστυνόμε!» Δέος είχε κυριεύσει τον ανακρινόμενο.
      «Τα βασικά. Για πέστε μου, σας έχει τύχει να δείτε μια παρτίδα χωρίς βασιλιά;»
      «Μία και δύο; Μεταξύ μικρών παιδιών. Τρώει ο ένας το βασιλιά του άλλου και μετά κραδαίνοντας τον γυρίζει το δωμάτιο φωνάζοντας: “Τον έφαγα”. Βλέπετε, δεν ξέρουν ότι δεν τρώγεται ο βασιλιάς».
      «Βλέπω, βλέπω. Πολύ ενδιαφέρον!» Ο Πητ Μπουλ είχε αρχίσει να οσφραίνεται κάτι. «Λίγες ερωτήσεις ακόμη, τυπικές, θα σας κάνω μόνο» συνέχισε. «Χθες περάσατε από το σύλλογο;»
      «Ναι, σχεδόν κάθε μέρα περνάω. Έμεινα μέχρι τις 11 το βράδυ με λίγους ακόμη συμπαίκτες μου. Παίζαμε μπλιτς. Βγήκα λίγο στο μπαλκονάκι, στη σκάλα υπηρεσίας, να κάνω ένα τσιγάρο και μετά κλείδ...» Ο σκακιστής σταμάτησε τα λόγια του μόλις αντίκρυσε το διεσταλμένο βλέμμα του αστυνόμου. Τρομοκρατήθηκε. «Τι;» ρώτησε. «Τι είπα;»
      «Τίποτα, τίποτα. Σας ευχαριστώ πολύ. Μπορείτε να πηγαίνετε. Θα περάσω κάποια στιγμή από το σύλλογο να παίξουμε μια παρτίδα. Καλή σας μέρα» είπε και έκλεισε την πόρτα πίσω από τον εκδιωγμένο και απορημένο μάρτυρα.
      Τι ηλιθιότητα. Σπουδαία όσφρηση... Τσάμπα το παρατσούκλι. Μα βέβαια. Όλα αυτά τα παλιά κτίρια έχουν σκάλες υπηρεσίες. Πώς δεν το είχε προσέξει χθες; Είχε βρει ότι έλειπε ένας μικρός μαύρος βασιλιάς και είχε χάσει ολόκληρη πόρτα που οδηγεί στην έξοδο υπηρεσίας. Και να σκεφτεί κανείς ότι την έξοδο υπηρεσίας αναζητούσε κι αυτός, εδώ και λίγα χρόνια.
      «Γεωργίου!» γαύγισε ο αστυνόμος στο διάδρομο.
      «Κλείνω, με φωνάζει ο Πητ Μπουλ» ακούστηκε από την ανοιχτή πόρτα του γραφείου του υπαστυνόμου και ο Γεωργίου εμφανίστηκε άμεσα ενώπιον του προϊσταμένου του.
      «Τι είπες στο τηλέφωνο, Γεωργίου;» ρώτησε αυστηρά ο Μπουλαξίζης.
      «Στο γιο μου έλεγα να πιει ένα Ρεντ Μπουλ πριν τις εξετάσεις» ήρθε η σαν έτοιμη από καιρό δικαιολογία του υπαστυνόμου.
      «Καλά. Λοιπόν, θέλω άμεσα τα ονόματα όλων όσοι έχουν γραφεία στην Παλαμήδη 64».
      «Μάιστα, κύριε αστυνόμε».
      «Και μάθε αν είδαν κάποιον να κατεβαίνει νωρίς το πρωί μετά το φόνο».
      «Μάιστα, κύριε αστυνόμε».
      «Και ας ευχηθούμε να μην είναι κάποιος απ' αυτούς φίλος του υπουργού».
      Ο Γεωργίου δεν αποκρίθηκε στη χαμηλόφωνη παρατήρησή του, γιατί είχε ήδη φύγει.
      Ο αστυνόμος βούλιαξε στην καρέκλα του. Ρούφηξε την άδεια πορσελάνη που μέχρι πριν λίγο περιείχε τον τρίτο καφέ της μέρας. Η εξασκημένη του διαίσθηση δεν προμήνυε εύκολο τέλος σ' αυτή την υπόθεση. Και φημιζότανε στο Σώμα για τη διαίσθησή του.

(Συνεχίζεται)

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022

Νέα κυκλοφορία - «Χάρτινοι απόγονοι» του Γιώργου Δουατζή

Συγγραφέας: Γιώργος Δουατζής
Τίτλος πρωτοτύπου: Χάρτινοι απόγονοι
Είδος έργου: Ποίηση
Εκδόσεις: Στίξις
Έτος έκδοσης: 2021










Δίλημμα

Γνώρισα περίσσιο κυνισμό
σε καλλιτέχνες, συγγραφείς και ποιητές
και σ’ άλλους δήθεν καλλιεργημένους
υμνούντες τάχα ιδανικά κι αξίες
γι’ αυτό έκανα τη ματιά μου σαϊτιά
ίσα στα μάτια των ανθρώπων

Μόνιμη απορία τους
πώς επιβίωνα χωρίς Κυρίους
μάσκες, γονυκλισίες κι αυταπάτες
αφού τους ήταν δύσκολες, ανέφικτες σχεδόν
φθορά, μεγαθυμία κι αποδοχή του τέλους

Λες κι ήθελα να προκαλώ
αντιμετώπιζα με ένα βαθύ χαμόγελο
πλήρες συμπόνιας, καλοσύνης
μυριάδες καθημερινούς θανάτους
αλλά έπρεπε με κάποιο τρόπο
κι εγώ να διασωθώ

Δυστυχώς, δεν τους έπεισα
πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά
απ’ το να δίνεις τη χαρά στους άλλους
Ως φαίνεται
είναι πανάκριβο της μοιρασιάς το δώρο
κι οι τσέπες τους είχαν τρύπες πολλές


https://stixiseditions.gr/

Νέα κυκλοφορία - «Ο δολοφόνος φορούσε σμόκιν» του Γιάννη Μαρή

Μια ακόμη επανέκδοση έργου του Γιάννη Μαρή από τις εκδόσεις Άγρα.

Συγγραφέας: Γιάννης Μαρής
Τίτλος πρωτοτύπου: Ο δολοφόνος φορούσε σμόκιν
Είδος έργου: Αστυνομικό μυθιστόρημα
Εισαγωγή: Ανδρέας Αποστολίδης
Εκδόσεις: Άγρα
Έτος έκδοσης: 2022 (1η δημοσίευση εκδ. Πεχλιβανίδη 1954)

Ο Αγγελίδης, ένας νέος ταλαντούχος οπερατέρ, γυρνάει νύχτα από τον Πειραιά με τον ηλεκτρικό. Πλησιάζοντας την Αθήνα, βλέπει από το παράθυρο του τραίνου, κοντά στις γραμμές, έναν άντρα να πετάει το πτώμα μιας γυναίκας από ένα αυτοκίνητο. Ο άντρας φορούσε σμόκιν. Κανείς απ’ τους συνεπιβάτες του δεν είδε τη σκηνή. Το θέμα του γίνεται εμμονή και κόντρα σε όλες τις μαρτυρίες, με προσωπικό κίνδυνο, προσπαθεί να λύσει το μυστήριο. Μια σύνθετη ίντριγκα, με πολλές απρόβλεπτες διακλαδώσεις, με πλούσιο ερωτισμό, στην Αθήνα της δεκαετίας του 1950. Και με τον αστυνόμο Μπέκα, το άκρο αντίθετο του ήρωα, να παρεμβαίνει με τον ήρεμο και μοναδικά αποτελεσματικό τρόπο του.

Διαβάστε περισσότερα: http://agrapublications.blogspot.com/

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2022

Σκέψεις για τη ζωγραφική - Μαρκ Σαγκάλ

Μαρκ Σαγκάλ, Ο περίπατος, 1917

«Όλα μπορούν να αλλάξουν στον εξαχρειωμένο κόσμο μας εκτός από την καρδιά, την αγάπη του ανθρώπου και την επιθυμία του να γνωρίσει το θείο. Η ζωγραφική, όπως και κάθε ποίηση, συμμετέχει στο θείο, κι αυτό το νοιώθουν οι άνθρωποι σήμερα όσο και παλιά. Τι φτώχεια υπήρχε όταν ήμουνα μικρός, τι βάσανα είχε ο πατέρας μου με μάς τα εννιά παιδιά του! Κι ωστόσο ήταν πάντοτε γεμάτος αγάπη και ένας ποιητής με τον τρόπο του. Αυτός με έκανε να νοιώσω για πρώτη φορά την ύπαρξη της ποίησης σ' αυτή τη γη. Αργότερα την ένιωσα τις νύχτες όταν κοίταζα το σκοτεινό ουρανό. Τότε έμαθα πως υπήρχε κι ένας άλλος κόσμος. Αυτό με συγκίνησε τόσο βαθιά, ώστε μου ήρθαν δάκρυα στα μάτια».

Τρίτη 5 Ιουλίου 2022

Ένα μικρό σημείωμα για τη «Χρονιά που πέθανε ο Ρικάρντο Ρέις» του Ζοζέ Σαραμάγκου

**Γράφει ο Δημήτρης Φωτεινόπουλος

Απ' όλα τα βιβλία του Ζοζέ Σαραμάνγκο που βρίσκονται κάπου στο σπίτι μόνο ένα έχω δύο φορές. Είναι το Η χρονιά που πέθανε ο Ρικάρντο Ρέις. Πρόκειται για την ιστορία ενός από τους πολλούς «ετερώνυμους», ενός από τα πολλά alter ego του Πεσόα, ενός γιατρού αυτή τη φορά, που επιστρέφει στη Λισαβόνα λίγο πριν το ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκοσμίου πολέμου μετά από μακρόχρονη παραμονή στη Βραζιλία.

Το διάβασα πριν από είκοσι χρόνια στις εκδόσεις Αλεξάνδρεια και ήταν η πρώτη μου επαφή με το έργο του Σαραμάνγκο. Έκτοτε έγινε αγαπημένος συγγραφέας. Όσα βιβλία του έχω διαβάσει είναι εξαίρετα, σπουδαία. Όμως τον Ρικάρντο Ρέις τον έχω ξεχωρίσει για πολλούς λόγους. Κυρίως γιατί εκεί ο εσωτερικός μονόλογος/ η ροή συνείδησης ως αφηγηματική επιλογή οδηγεί σε θαυμαστά αποτελέσματα. Θα το ξαναδιαβάσω μόλις τακτοποιήσω κάποιες άλλες αναγνωστικές εκκρεμότητες σε διαφορετική έκδοση αυτή τη φορά.

Σημείωση: Την έκδοση του Καστανιώτη έχουμε παρουσιάσει εδώ: https://olaeinailexeis.blogspot.com/2021/02/blog-post_2.html

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2022

Νέα κυκλοφορία - «Ξένο χώμα» της Τζανίν Κάμμινς

Σ’ αυτό το καταιγιστικό μυθιστόρημα η Τζανίν Κάμμινς αποτυπώνει αδυσώπητα την πραγματικότητα της αναγκαστικής μετανάστευσης: τη βίαιη φυγή, την αγωνία, τη ζωή στο δρόμο, την αυθαιρεσία οποιουδήποτε διαθέτει εξουσία, δύναμη ή όπλα.

Συγγραφέας: Jeanine Cummins
Τίτλος πρωτοτύπου: American Dirt
Είδος έργου: Μυθιστόρημα
1η έκδοση στην αγγλική γλώσσα: Flatiron Books, 2020
Ελληνικός τίτλος: Ξένο χώμα
Μετάφραση: Ρηγούλα Γεωργιάδου
Εκδόσεις: Δώμα
Έτος έκδοσης: 2022

Μέχρι χτες, η Λύδια ζούσε μια συνηθισμένη ζωή στο Ακαπούλκο του Μεξικού. Όσα αγαπούσε ήταν εκεί: η οικογένειά της, το βιβλιοπωλείο της, το σπίτι της. Σήμερα, έχει χάσει τα πάντα.

Και τώρα τρέχει, χωρίς ανάσα, μαζί με τον οκτάχρονο γιο της, τον Λούκα. Τρέχει να ξεφύγει απ’ το καρτέλ που λυμαίνεται την πόλη και που διψά για εκδίκηση.

Μόνη ελπίδα για τη Λύδια και τον Λούκα είναι να βρουν καταφύγιο στις Ηνωμένες Πολιτείες διασχίζοντας την απέραντη χώρα του Μεξικού. Να περάσουν παράνομα τα σύνορα, να φτάσουν στο ξένο χώμα.

Πρώτα όμως πρέπει να μείνουν ζωντανοί.

Με μια γραφή ηλεκτρισμένη, το Ξένο χώμα μιλά για το πείσμα της ζωής ενάντια στη βία του ισχυρού. Για το θαύμα της καλοσύνης μες στην ακραία σκληρότητα. Και για όλους εκείνους που προχωρούν με μόνη αποσκευή μια άγρια θέληση να βρεθούν στην άλλη μεριά των συνόρων.

Πηγή: https://domabooks.gr/

Σκέψεις για τη ζωγραφική - Τζόρτζιο ντε Κίρικο

«Μερικές φορές ο ορίζοντας είναι ένας τοίχος που πίσω του υψώνεται ο θόρυβος ενός τραίνου που χάνεται. Όλη η νοσταλγία του απείρου μάς φανερώνεται πίσω από τη γεωμετρική ακρίβεια της πλατείας. Αισθανόμαστε τις πιο αξέχαστες συγκινήσεις όταν ορισμένες πλευρές του κόσμου, που αγνοούμε τελείως την ύπαρξή τους, μας φέρνουν ξαφνικά αντιμέτωπους με μυστήρια που ήταν πάντοτε δίπλα μας και που δεν μπορούμε να τα δούμε γιατί βλέπουμε μόνο πολύ κοντά μας, και που δεν μπορούμε να τα αισθανθούμε γιατί οι αισθήσεις μας δεν έχουν αναπτυχθεί αρκετά. Οι νεκρές φωνές τους μάς μιλούν από πολύ κοντά, αλλά μας φαίνονται σαν φωνές που έρχονται από άλλον πλανήτη».

Σάββατο 2 Ιουλίου 2022

Νέα κυκλοφορία - «Οι Υπέροχοι νεκροί» της Αντριάνας Μίνου

Συγγραφέας: Αντριάνα Μίνου
Τίτλος πρωτοτύπου: Οι Υπέροχοι νεκροί
Είδος έργου: Συλλογή διηγημάτων
Εκδόσεις: Στιγμός
Έτος έκδοσης: 2021

**Γράφει ο Γιάννης Δρούγος

Στη σειρά "αλλότρια/allotria" των εκδόσεων Στιγμός κυκλοφόρησε πριν λίγες εβδομάδες αυτή η ξεχωριστή συλλογή διηγημάτων της συγγραφέως και μουσικού Αντριάνας Μίνου, η οποία ζει στο Λονδίνο, γράφει κείμενα για παραστάσεις και όπερες και είναι συνδιοργανώτρια του Φεστιβάλ της Άμμου στα ελληνικά νησιά, ενώ παράλληλα έχει μια λαμπρή πορεία, με διάφορους ρόλους, σε παραστάσεις και συναυλίες σε χώρες του εξωτερικού. Πολυτάλαντη προσωπικότητα και είναι ολοφάνερο, κρίνοντας από το ύφος και την γραφή της στα 25 διηγήματα του τόμου. Χρησιμοποιώντας εντελώς δικούς της "νόμους" και "κανόνες", φαντασία, λεπτή ειρωνεία, πεζογραφικούς δρόμους που ενώνουν το λογικό με το παράλογο και το ρεαλιστικό με το σουρεαλιστικό, η Μίνου δημιούργησε πρωτότυπες φανταστικές ιστορίες αλλόκοτα και εξαιρετικά γοητευτικές, που προκαλούν έκπληξη και μεγάλο θαυμασμό για την σύλληψή τους. Οι Υπέροχοι νεκροί είναι σημαντικά πρόσωπα που επηρέασαν την Ιστορία και την Τέχνη, μιλούν ακατάπαυστα χωρίς να έχουν φωνή! Ο Ιούλιος Καίσαρας, ο Μπραμς, η Βιρτζίνια Γουλφ με την Σύλβια Πλαθ, ο Βίτγκενσταϊν, ο Μότσαρτ, ο Χίτλερ, η Μάρλεν Ντίτριχ, η Ντόλυ το πρόβατο-κλώνος γίνονται ήρωες του σήμερα, συλλογίζονται, εξομολογούνται, αποδομούν το είναι τους, ξεδιπλώνουν άγνωστες πτυχές τους, επιδίδονται σε μια μελέτη πέρα από τα μεταφυσικά. Γινόμαστε μάρτυρες στην κηδεία του γηραιότερου χρυσόψαρου, ενός σώματος που βγάζει μελωδίες πιάνου, των αγίων που -νύχτα- δραπετεύουν από τον παράδεισο και κατηφορίζουν την Φοντάνα Ντι Τρέβι, του μεσαίου δάχτυλου του Γαλιλαίου που υψώνεται προς τον ουρανό.

Γραφή και διάλογοι φιλοσοφικής απόχρωσης, εκρηκτικές αφηγήσεις υψηλής έντασης και μουσικότητας, από μια συγγραφέα με μια απόλυτα δική της λογοτεχνική ταυτότητα -αξιοπρόσεκτη για τα ελληνικά δεδομένα- που σίγουρα εντυπωσιάζει με τους Υπέροχους νεκρούς της, από την πρώτη ως την τελευταία λέξη-αναπνοή-άσκηση ύφους του κάθε διηγήματος.

Βρείτε το βιβλίο (ενδεικτικά): https://www.protoporia.gr/

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2022

«Η μπαλαφάρα των τεσσάρων» - Μέρος 1ο

Το μακρινό 2008, σε ένα από τα καλύτερα ιστολόγια εκείνης της εποχής, το skakistiko.blogspot.com -τυπικά με θέμα το σκάκι, ουσιαστικά κάτι πολύ περισσότερο-, δημοσιεύθηκε ένα λογοτεχνικό πείραμα τεσσάρων τύπων που, όταν δεν έπαιζαν σκάκι, έπαιζαν με τα νεύρα μας. Ο πρώτος έγραφε και γράφει όντως βιβλία, πολύ ωραία βιβλία, από εκείνα που άμα τα πιάσεις στα χέρια σου είσαι καταδικασμένος να μην τα αφήσεις μέχρι να σε χωρίσει η γυναίκα σου, να σε σιχαθούν οι φίλοι σου, να σε βρίσει το αφεντικό σου, κτλ. Ο δεύτερος είναι ένας από εκείνους τους μυστήριους τύπους που ασχολούνται με πάρα πολλά πράγματα σε βαθμό εξοργιστικής τελειότητας και που, μόλις πλησιάσεις στον οργασμό της πνευματικής ικανοποίησης, παίρνει το καπελάκι του και φεύγει αφήνοντάς σε στα κρύα του λουτρού. Ο τρίτος είναι ηθοποιός, πολύ καλός ηθοποιός, με αίσθηση του χιούμορ, ανθρωπιά κι ανοιχτή καρδιά, που όμως τώρα θα με βρίζει που τα λέω αυτά, γιατί είναι και λίγο σπαστικός. Κι ο τέταρτος είναι ένας από εκείνους που ξέρεις ότι λένε κάτι βαθύ και ουσιαστικό, αλλά νιώθεις κιόλας τη χαιρεκακία του ότι το λέει συνωμοτικά, απελπιστικά ανοίκεια, με τρόπο που να σε καταδικάζει να αναζητάς σε εγκυκλοπαίδειες και ιστοσελίδες το πώς και το γιατί. Κι όλοι τους παίζουν σκάκι, αυτό το άτιμο, ύπουλο παιχνίδι που σε κάνει να χάνεις τον ύπνο σου και ξέρεις ότι το κάνεις για κάτι απέραντο αλλά και μάταιο. Δεν μπορείς όμως να ξεφύγεις. Κι έτσι δεν υπήρξε δεύτερη "μπαλαφάρα". Δεν ξέρω αν έχασε το σκάκι ή η λογοτεχνία.

Ένας από τους τέσσερις προλογίζει με τον εξής τρόπο αυτό που θα διαβάσετε παρακάτω:

Το 2008, μισόν αιώνα μετά Το μυθιστόρημα των τεσσάρων (και δέκα χρόνια μετά Το παιχνίδι των τεσσάρων), τρεις κατά φαντασία συγγραφείς και ένας εκκολαπτόμενος, από μια στιγμιαία παρόρμηση και χωρίς αξιώσεις, δοκίμασαν να το επαναλάβουν. Νόστιμο βγήκε -και πάντως οι μετασχόντες και οι αναγνώστες του ιστολογίου στο οποίο αναρτήθηκε, το απόλαυσαν. Αναδημοσιεύεται εδώ.

Τα οχτώ μέρη αυτής της αστυνομικής νουβέλας γράφτηκαν με ανεξάρτητο τρόπο από τους τέσσερις αυτούς τύπους. Μόλις τελείωνε το κομμάτι του ο ένας, το έπιανε ο άλλος και το συνέχιζε με τον τρόπο που φανταζόταν εκείνος. Εμείς θα δημοσιεύουμε ένα μέρος κάθε Παρασκευή, κρατώντας τις ίδιες φωτογραφίες που συνόδευαν την αρχική δημοσίευση.

Τα ονόματα των δημιουργών: Παναγιώτης Κονιδάρης, Τριαντάφυλλος Σωτηρίου, Schrödinger's Cat και Ελισσαίος Βλάχος. Δύο από αυτά είναι ψευδώνυμα.
Η μπαλαφάρα των τεσσάρων - Μέρος 1ο

**Γράφει ο Παναγιώτης Κονιδάρης

      «Ντριν!». «Ξαναντριιιννν!!»
      Τι καλό μπορεί να περιμένει κανείς από ένα τέτοιον ήχο στις τρεις το πρωί;
      Ασφαλώς κανένα, γι' αυτό κι ο αστυνόμος προσπάθησε να τον αποφύγει με τη βοήθεια των μαξιλαριών. Άδικος κόπος. Ούτε καν στις ταινίες δε γλιτώνεις με κάτι τέτοια κόλπα. Πρόλαβε ωστόσο κι έριξε ένα τσιμπλιασμένο βλέμμα στο ψηφιακό ρολόι και μια βλαστήμια, πριν σηκώσει τ’ ακουστικό.
      «Αστυνόμε Μπουλαξίζη, συμβαίνει κάτι τρομερό...» άρχισε να λέει η φωνή χωρίς περιττές εισαγωγές.
      Αναγνώρισε αμέσως την άρθρωση του βοηθού του, υπαστυνόμου Γεωργίου. Ο νεαρός Γεωργίου δεν ήταν ο εξυπνότερος άνθρωπος στον κόσμο, αλλά ήταν πιστός και υπάκουος σα σκυλί. Συγκέντρωνε δηλαδή τα τρία χαρακτηριστικά που χρειαζόταν σε ένα βοηθό για να κάνει καριέρα. Ο αστυνόμος Πέτρος Μπουλαξίζης τον είχε δασκαλέψει να μην τον ενοχλεί ποτέ χωρίς σημαντικό λόγο και ποτέ μετά τις δώδεκα το βράδυ, αν και στο Εγκληματολογικό που τον είχαν εδώ και καιρό τοποθετήσει, όλα τα καταραμένα περιστατικά ήταν σημαντικά και μεταμεσονύκτια.
      «Τι τρέχει Γιάννη; Ξέρεις τι ώρα είναι;».
      «Ώρα να σηκωθείτε από το κρεβάτι. Σας ψάχνει ο Μεγάλος Αδελφός. Έχουμε ένα φόνο και ζητά να τον αναλάβετε εσείς προσωπικά».
      Ο Μεγάλος Αδελφός δεν ήταν άλλος από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας, κάτι μεταξύ αστυνομικού και πολιτικού που, όπως και όλοι οι προκάτοχοί του, έτρεχε σε δεξιώσεις, έδινε συνεντεύξεις και ταλαιπωρούσε τους αξιωματικούς του. Ο αστυνόμος ρούφηξε τη μύτη του και έτριψε τα μάτια του. Αν τον έβλεπαν εκείνη τη στιγμή τα παιδιά του γραφείου θα άρχιζαν να κρυφογελούν. Πητ-Μπουλ, τον αποκαλούσαν πίσω απ’ την πλάτη του, σε μια παραφθορά του ονόματός του, κι αυτός δεν έπαυε, αθέλητα, να τους θυμίζει το άγριο σκυλί, με τις γκριμάτσες του. Μερικές φορές και με τα γαβγίσματά του.
      «Και γιατί ο διάολος δε βρίσκει τον αξιωματικό υπηρεσίας ή κάποιον άλλο αστυνόμο;»
      «Γιατί εσείς, λέει...πως να το πω, να... ξέρετε σκάκι».
      «Και λοιπόν; Και δηλωτή ξέρω και...»
      «Παλαμήδη 64, αστυνόμε, στην Καστέλα. Ελάτε γρήγορα... και θα καταλάβετε».
      Οι πιο ωραίες νύχτες είναι αυτές που σου τυχαίνει δουλειά. Αποδεδειγμένο. Ο αστυνόμος έριξε μια κουρασμένη ματιά στο πενηντάχρονο είδωλό του στον καθρέφτη και βγήκε στο μπαλκόνι για να τον χτυπήσει η οχτωβριάτικη ψύχρα. Η Αθήνα τον κοίταζε λάγνα, σαν πόρνη, κατάφορτη φω-μπιζού φτιαγμένα από νέον και μυστικά φτιαγμένα από παρελθόν.
      Πήρε ταξί μέχρι την Καστέλα. Ο ίδιος δεν οδηγούσε ποτέ. Η διεύθυνση αντιστοιχούσε σε μια πολυκατοικία παλιά όσο και το σύνθημα «ΕΞΩ ΟΙ ΒΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ», που διακρινόταν σε μια γωνιά του ξεφτισμένου τοίχου της. Δύο περιπολικά και πολλοί περίεργοι είχαν μαζευτεί έξω από την πυλωτή. Ο Γεωργίου τον οδήγησε στον πρώτο όροφο από τις σκάλες. Στα μισά έπεσαν πάνω στο Μεγάλο Αδελφό. Συνόδευε ένα γραβατωμένο άντρα, που φάνηκε γνωστός στον αστυνόμο. Ο Αρχηγός έκανε τις συστάσεις. Δεν είχε αναγνωρίσει τον υπουργό Τύπου; Ασφαλώς και θα τον είχε αναγνωρίσει, απλά ο έξυπνος αστυνομικός διατηρούσε τα επιθυμητά επίπεδα εχεμύθειας, που αρμόζουν σε τέτοιες περιστάσεις. Και τα λοιπά, και τα λοιπά.
      «Τι κάνει εδώ ο υπουργός;» ρώτησε δέκα σκαλιά αργότερα ο Μπουλαξίζης το βοηθό του.
      «Μπλέξαμε αστυνόμε. Την είχε γκόμενα. Θέλει λέει άμεσα αποτελέσματα, χωρίς φασαρία και Μου-Μου-Ε».
      «Μάλιστα. Γυναίκα νέα και όμορφη, να υποθέσω. Σφαίρα; Ναι, βέβαια, τι ρωτάω. Έμενε εδώ;»
      «Όχι. Κανείς δε μένει εδώ. Μόνο γραφεία και εταιρίες είναι. Και φυσικά η λέσχη».
      «Χαρτοπαιξίας;» ρώτησε ο αστυνόμος με πονηρό ύφος. «Εντευκτήριο. Η σκακιστική λέσχη, λέγεται εντευκτήριο, είναι πιο σικ» συμπλήρωσε μετά χαμογελώντας.
      Ο υπαστυνόμος τον κοίταξε με έκπληξη. Ο Πητ Μπουλ του έδειξε καθησυχαστικά την πινακίδα στην πόρτα του Σκακιστικού Συλλόγου. Μέσα, η Σήμανση κόντευε να ολοκληρώσει τη δουλειά της.
      «Δακτυλικά;» ρώτησε έναν τύπο με στρογγυλά γυαλιά και αιχμηρά εργαλεία που τα μάζευε για να φύγει.
      «Γεμάτος ο τόπος. Θα έπρεπε να υποχρεώνουν τους σκακιστές να φοράνε γάντια όταν παίζουν».
      Η αίθουσα δεν ήταν μεγάλη. Την αγκάλιαζες με μια ματιά. Καμιά δεκαριά τραπέζια με δύο καρέκλες το καθένα και μια σκακιέρα στη μέση. Ένα μικρό γραφείο με βιβλία και χαρτιά δίπλα σε ένα τραπεζάκι με μια άθλια καφετιέρα και πλαστικά ποτήρια. Μια τουαλέτα. Δύο παράθυρα που έβλεπαν στο δρόμο. Και ένα πτώμα που δεν έβλεπε τίποτα πια.
      «Ήρθε ο ιατροδικαστής;», ρώτησε τον Γεωργίου.
      «Μόλις έφυγε. Να του τηλεφωνήσουμε λέει πότε θα του πάμε το σώμα. Ο θάνατος προήλθε...»
      «Άσε, το βλέπω» τον έκοψε ο αστυνόμος, κοιτώντας το τριαντάφυλλο που είχε ανοίξει τα κατακόκκινα πέταλά του πάνω στο στήθος της ξανθιάς γυναίκας. «Ποιος τη βρήκε;»
      «Η καθαρίστρια. Μια Βουλγάρα που δουλεύει νυχτοκάματο. Πρέπει να ήταν γύρω στις μιάμιση. Αυτή μας ειδοποίησε».
      «Τον υπουργό ποιος τον ειδοποίησε;» Ο άλλος σήκωσε τους ώμους.
      Όμορφη, σκέφτηκε ο Πητ Μπουλ σκύβοντας πάνω από το πτώμα. Η στάση της ήταν φυσιολογική, για κάποιον που δέχεται μια σφαίρα στο στήθος. Είχε αποτυπωθεί ακόμα και η έκπληξη στο πρόσωπο. Δεν το περίμενε, ήταν προφανές. Η γυναίκα είχε πέσει πίσω από την καρέκλα που θα πρέπει να καθόταν, συμπαρασύροντάς την. Έμοιαζε εν ψυχρώ δολοφονία. Όμως κάτι δεν ταίριαζε. Κάτι έμοιαζε παράταιρο.
      «Ποιοι έχουν κλειδιά του συλλόγου;» ρώτησε.
      Ο υπαστυνόμος έδειξε ένα ανθρωπάκι που έστεκε απαρηγόρητο δίπλα στο μικρό γραφείο, συνοδεία ενός αστυνομικού. Φορούσε γυαλιά πατομπούκαλα και τα σκούπιζε κάθε είκοσιτρία δευτερόλεπτα. Ακριβώς.
      «Αυτός εκεί είναι σκακιστής. Ο πρόεδρος του συλλόγου, λέει. Έχει κλειδιά ο ίδιος κι άλλοι τρεις-τέσσερις από την ομάδα. Αυτός μένει εδώ κοντά, δυο στενά πιο κάτω».
      Ο Μπουλαξίζης έβγαλε το κινητό του και κάλεσε ένα νούμερο. Απάντησε ο Μεγάλος Αδελφός.
      «Ρωτάτε σας παρακαλώ τον υπουργό, αν η κυρία έπαιζε σκάκι; ...Όχι, ε; Το φαντάστηκα. Δεν έχω δει ποτέ όμορφη γυναίκα πάνω από σκακιέρα. Ευχαριστώ» και κλείνοντας το κινητό συμπλήρωσε: «...άσε που κι αυτή είναι η πρώτη που βλέπω κάτω από σκακιέρα».
      Πήρε μετά να κοιτάζει στα τραπέζια. Όλα είχαν πάνω μια στημένη σκακιέρα. Σε όλες, τα κομμάτια βρισκόντουσαν στην αρχική τους θέση. Σε όλες, εκτός από μία. Αυτή του τραπεζιού στο οποίο καθόταν το θύμα. Προφανώς και ο θύτης. Κοίταξε τη σκακιέρα με ενδιαφέρον. Μετά κοίταξε το ξαπλωμένο σώμα με περισσότερο ενδιαφέρον. Έκανε ένα γύρο και το πλησίασε από την άλλη μεριά. Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε το κρύο δεξί χέρι της γυναίκας. Ήταν σφιγμένο σε γροθιά. Της άνοιξε ένα-ένα δάχτυλο αργά και με προσοχή. Ο υπαστυνόμος στεκόταν από πάνω του και κοιτούσε με έκπληξη. Ένα επιφώνημα του ξέφυγε όταν κύλησε από την μέχρι πρότινος κλειστή γροθιά ένα λευκό πιόνι. Ο Μπουλαξίζης το μάζεψε και το έχωσε σε ένα ειδικό πλαστικό σακουλάκι.
      «Τι διάολο…;» ξίνισε τα μούτρα του ο Γεωργίου. Καταλάβαινε ότι δε θα κοιμόντουσαν άλλο γι’ απόψε. Αυτός ο Πητ Μπουλ, όλο κάτι τέτοιες μικρολεπτομέρειες ήξερε να ξετρυπώνει. Γι’ αυτόν δεν είχαν ποτέ σημασία, μα ο Μπουλαξίζης έμοιαζε να προσέχει περισσότερο τα ασήμαντα, παρά τα φανερά. Ο αστυνόμος στη συνέχεια πήγε προς το γραφειάκι, αντάλλαξε κάποιες κουβέντες με το σκακιστή που έτρεμε και είχε εγκαταλείψει πια το σκούπισμα των γυαλιών του. Σε λίγο τον άφησε να φύγει. Έγραψε σε ένα χαρτί κάτι και ήρθε ξανά κοντά στο πτώμα. Έδωσε το χαρτί στον υπαστυνόμο.
      «Αυτούς εδώ θα μου καλέσεις αύριο για εξέταση στο τμήμα. Ίσως χρειαστεί να προσθέσω και δύο-τρία ονόματα ακόμα. Να τη στείλουμε τώρα στον ιατροδικαστή. Ο χώρος να σφραγιστεί. Ο βασιλιάς, δεν πρόκειται να βρεθεί απόψε».
      «Τι πράγμα; Ποιος βασιλιάς;» απόρησε ο Γεωργίου, που προς στιγμή νόμισε πως παράκουσε.
      «Δεν κοίταξες την σκακιέρα; Λείπει ένα λευκό πιόνι, αυτό που κρατούσε η... σκακίστρια από 'δω. Λείπει όμως και ο μαύρος βασιλιάς. Και αν θυμάμαι έστω και λίγα από τότε που έπαιζα σκάκι σα μανιακός, ο μαύρος βασιλιάς την κοπάνησε λίγο πριν το ματ!».

(Συνεχίζεται)