Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2020

Τύποι σχολείων στον ελλαδικό χώρο κατά τη διάρκεια της Βενετοκρατίας (β' μέρος)

Κάντε κλικ εδώ για να διαβάσετε το πρώτο μέρος της εργασίας 

Γενικά για την εκπαίδευση

Η συνύπαρξη των βενετικών με τα ελληνικά στοιχεία για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα –συνολικά περίπου έξι αιώνες– δημιούργησε στις περιοχές που παρατηρήθηκε μια μεγάλη πολιτισμική άνθιση, με χαρακτηριστικά που προέρχονταν και από τους δύο πολιτισμούς. Οι έποικοι έφεραν μαζί τους όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτήριζαν τον βενετικό πολιτισμό και αυτό σε συνδυασμό με το διοικητικό σύστημα που επέβαλαν σήμανε την είσοδο στον ελληνικό χώρο νέων πολιτισμικών στοιχείων και τάσεων. Αυτές οι τάσεις δυνάμωναν όσο η ίδια η Βενετία πλησίαζε προς την Αναγέννηση. Η κατάσταση αυτή δημιούργησε αρχικά συγκρούσεις με τις τοπικές κοινωνίες, όμως όσο περνούσε ο καιρός τα πράγματα εξομαλύνονταν. 

Κατά τους δύο πρώτους αιώνες της Βενετοκρατίας, όπως είδαμε και παραπάνω, οι σχέσεις ανάμεσα στους Κρητικούς και τους Βενετούς κινούνταν μέσα σε ένα κλίμα μισαλλοδοξίας, μίσους και αμοιβαίας δυσπιστίας και, επομένως, η πολιτισμική επικοινωνία ανάμεσά τους ήταν στοιχειώδης έως αδύνατη. Η βυζαντινή παράδοση είχε μεγάλη ισχύ και έγινε ακόμα μεγαλύτερη όταν ήρθαν στην Κρήτη βυζαντινοί λόγιοι από την Κωνσταντινούπολη μετά την πτώση της τελευταίας στους Οθωμανούς. Η εκπαίδευση σε όλες τις βενετοκρατούμενες περιοχές ακολουθούσε όπως ήταν φυσικό ακόμα τα βυζαντινά πρότυπα, ήταν δηλαδή σε εξάρτηση από την Εκκλησία. Τα σχολεία λειτουργούσαν κυρίως στις ορθόδοξες μονές και, εκτός από τις γνώσεις ελληνικής γλώσσας και γραμματικής, οι σπουδές είχαν χαρακτήρα καθαρά εκκλησιαστικό. 

Όμως κατά τον 16ο αιώνα τα πράγματα αλλάζουν. Έχουμε ήδη μια μακρόχρονη ειρηνική συμβίωση των δύο στοιχείων, που είχε ως αποτέλεσμα ένα γόνιμο πολιτιστικό διάλογο και κατέληξε προοδευτικά σε μια κοινή πολιτιστική έκφραση με στοιχεία και κρητικά και βενετικά. Την εποχή εκείνη η Κρήτη, ενώ δεν είχε πάψει να είναι φορέας βυζαντινής παράδοσης, απορροφούσε παράλληλα αναγεννησιακούς κραδασμούς, αφομοίωνε όσα στοιχεία ταίριαζαν καλύτερα στον δικό της προσωπικό χαρακτήρα, τα αναδημιουργούσε και τελικά τα παρέδιδε με τον δικό της τρόπο. Με βραδύ αλλά σταθερό ρυθμό η Κρήτη άρχισε να αποδεσμεύεται από την κηδεμονία της αλωμένης βυζαντινής πρωτεύουσας και στράφηκε προς άλλες κατευθύνσεις, δυτικές και κυρίως ιταλικές. Η εκπαίδευση αναδιαρθρώθηκε σύμφωνα με τα πρότυπα της Βενετίας και αρκετοί Κρήτες φοίτησαν στα Πανεπιστήμια της Βενετίας και της Πάδοβας επιστρέφοντας στην Κρήτη ως φιλόσοφοι, φιλόλογοι, γιατροί ή νομικοί. Τα μοναστήρια ωφελήθηκαν και αυτά από την αλλαγή αυτή και έγιναν κέντρα μάθησης, και οι επιστήμονες-μοναχοί της Κρήτης προσέφεραν σημαντικές υπηρεσίες στην Ορθόδοξη Εκκλησία και στην παιδεία. Σημαντικός συνεκτικός δεσμός της Κρητικής αστικής κοινωνίας με την αστική κοινωνία της Βενετίας ήταν η ελληνική γλώσσα, η οποία δεν υποχώρησε ποτέ κατά τη διάρκεια της βενετικής κυριαρχίας, αλλά αντιθέτως επιβλήθηκε ως γλώσσα της καθημερινής ζωής, τόσο στους ντόπιους όσο και στους ιταλικής καταγωγής κατοίκους. Για τα χωριά δεν τίθεται θέμα ότι η ελληνική θα ήταν η μόνη ουσιαστικά γλώσσα επικοινωνίας, ενώ στις πόλεις θα πρέπει να υπήρχε ένα φαινόμενο διγλωσσίας, με την ελληνική και πάλι να κυριαρχεί, αφού θα πρέπει πλέον να τη μιλούσαν ή έστω να την καταλάβαιναν σε μεγάλο βαθμό και οι ίδιοι οι βενετοί αστοί κάτοικοι του νησιού. 

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήδη από τον 15ο αιώνα η ελληνική γλώσσα και τα ελληνικά γράμματα παίζουν έναν ιδιαίτερο ρόλο στην βενετική κοινωνία. Η εποχή αυτή σημαίνει τη διάδοση του Ουμανισμού, ο οποίος ευνοήθηκε από πολλούς παράγοντες. Ανάμεσα σε αυτούς οι σημαντικότεροι είναι η μετανάστευση πολλών ανθρώπων των γραμμάτων από το Βυζάντιο, η δημιουργία πανεπιστημίων, σχολών και ακαδημιών, η δράση διαφόρων μαικήνων, κτλ. Η ελληνική γλώσσα που μέχρι τότε ήταν προνόμιο ελαχίστων, τώρα αρχίζει να βρίσκει τους δικούς της θεράποντες. Υπάρχουν καθηγητές, μεταφραστές και σχολιαστές ελληνικών κειμένων. Ενώ προηγουμένως ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βρεθούν χειρόγραφα, τώρα υπάρχει μια μεγάλη παραγωγή. Είμαστε μάρτυρες μιας διαδικασίας που έχει δειλά αρχίσει από τον 13ο αιώνα, θα κορυφωθεί με την πτώση της Κωνσταντινούπολης και θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με αμείωτο ρυθμό. Ανάμεσα στους μορφωμένους βυζαντινούς που επισκέφθηκαν τα κράτη της δυτικής Ευρώπης θα συναντήσουμε καθηγητές των ελληνικών, συγγραφείς, ποιητές, συμβολαιογράφους, φιλοσόφους, πολιτικούς, θεολόγους, φιλολόγους, κτλ. Ανάμεσα στους πρώτους είναι ο Βαρλαάμ, ο Ατουμάνος, ο Πιλάτος, ο Κυδώνης, ο Χρυσολωράς. Τον επόμενο αιώνα θα ακολουθήσουν ο Πλήθων, ο Τραπεζούντιος, ο Βησσαρίωνας, ο Γαζής, ο Αργυρόπουλος, ο Χαλκοκονδύλης, ο Μουσούρος, οι Κωνσταντίνος και Ιανός Λάσκαρις, και πολλοί άλλοι, τόσοι ώστε δικαίως να μπορεί κανείς να πει ότι σχεδόν ολόκληρη η μορφωμένη τάξη του Βυζαντίου δημιούργησε τα σημαντικότερα έργα της μακριά από την πατρίδα. Πολλοί ισχυρίζονται, και θεωρούμε δικαίως, ότι η παρουσία όλων αυτών των ανθρώπων στη Δύση ήταν ένα από τα κλειδιά για τον Ουμανισμό και την Αναγέννηση. Όλη αυτή η διαδικασία που περιγράψαμε δεν θα μπορούσε να αφήσει αμέτοχη την Κρήτη, ούτε φυσικά και τα Επτάνησα. 

                                                        Ο Μανουήλ Χρυσολωράς

Όμως και στην ίδια τη Βενετία η παραγωγή ελληνικών βιβλίων υπήρξε χωρίς αμφιβολία σημαντικότατη, και χρησιμοποιήθηκε για διάφορους σκοπούς. Τα πρώτα ελληνικά βιβλία εκδόθηκαν εκεί ήδη από το τέλος του 15ου αιώνα, σχεδόν από την αρχή της εμφάνισης της τυπογραφίας. Ο κύκλος των ιταλών ουμανιστών εκμεταλλεύθηκε αυτό το γεγονός προς όφελος και της ελληνικής γλώσσας και σε αυτόν τον κύκλο θα πρέπει να αναζητήσουμε όχι μόνο τους προστάτες των λογίων που έρχονταν από την Κωνσταντινούπολη ή τις βενετοκρατούμενες περιοχές του ελληνικού χώρου, όχι μόνο τους κατόχους των βιβλιοθηκών που διέθεταν τα κλασικά κείμενα, αλλά και ένα μεγάλο μέρος του ίδιου του αναγνωστικού κοινού. Κι η ίδια η ελληνική εκδοτική παραγωγή γρήγορα αναζήτησε αναγνώστες και από τον ορθόδοξο ελληνικό κόσμο, οπότε ήδη από το 1486 δημιουργήθηκε η ιδέα της δημοσίευσης μιας ολοκληρωμένης σειράς εκκλησιαστικών βιβλίων. Φορείς αυτής της ιδέας ήταν ο κρητικός ιερέας και λόγιος Αλέξανδρος Αλεξάνδρου, ο Ζαχαρίας Καλλιέργης και ο ίδιος ο Άλδος Μανούτιος. Τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας γίνονται ορατά από το 1509, με την έκδοση του Απόκοπου και των πρώτων λειτουργικών βιβλίων της ορθόδοξης Εκκλησίας. Αυτά δεν ήσαν μόνο ορθόδοξα κείμενα, αλλά ταυτόχρονα ήσαν και εγχειρίδια διδασκαλίας των πρώτων γραμμάτων. 

                                                            Ο Άλδος Μανούτιος

Η εκπαιδευτική πολιτική που εφάρμοσαν στην Κρήτη οι Βενετοί αποτελεί σημαντικό κομμάτι της κοινωνικής ζωής του τόπου. Αυτή η πολιτική χαρακτηριζόταν από την ισότιμη χρήση της ελληνικής γλώσσας και από την όσο το δυνατόν ηπιότερη αντιμετώπιση των θρησκευτικών διαφορών ανάμεσα στους Ορθοδόξους και τους Καθολικούς. Μεγάλο ρόλο στην εκπαίδευση διαδραμάτισε το γεγονός ότι οι βενετοί υπήκοοι ήταν ελεύθεροι να μεταβαίνουν στη Βενετία, καθώς και το ότι η βασική γραμμή των Βενετών ήταν να μορφώνονται οι υπήκοοί τους στην Πάντοβα. Φυσικά στην πράξη μόνο οι πλούσιες οικογένειες είχαν την ευχέρεια να το κάνουν αυτό, όμως αυτό αποκαλύπτει και την ποιότητα της εκπαίδευσης που λάμβαναν. 

Τα βασικά γράμματα, δηλαδή ανάγνωση και γραφή, οι νέοι τα μάθαιναν από ιδιωτικούς διδασκάλους, που παρέδιδαν μαθήματα επ’ αμοιβή κατ’ οίκον, σε διδακτήρια με μικρό αριθμό μαθητών και σε σχολεία που λειτουργούσαν σε μοναστήρια, σε ναούς και γενικά ήταν εξαρτημένα από την Εκκλησία. Όμως κατά τον 16ο αιώνα δημιουργήθηκαν, κατά τα πρότυπα της Βενετίας, κατώτερες και μεσαίες σχολές, καθώς και Ακαδημίες, κι επιπλέον υπήρξαν άνθρωποι από τα πιο δυναμικά κοινωνικά στρώματα, όπως λόγιοι, έμποροι και κληρικοί, που ίδρυσαν στη Δύση κολέγια για να διευκολύνουν τις σπουδές των εκεί συμπατριωτών τους. Το επίπεδο της διδασκαλίας ήταν γενικά υψηλό και οι δάσκαλοι ήταν αρκετά καλής ποιότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την εποχή εκείνη το νησί ανέδειξε πολύ σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους. 

Όπως έχουμε αναφέρει ήδη παραπάνω, η Βενετία πήρε ορισμένα μέτρα στην Κρήτη, που άμβλυναν τις αντιθέσεις των δύο λαών, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας συγκρητισμός και μια δημιουργική συνάντηση ανάμεσα στη βυζαντινή και την ιταλική παράδοση. Από τον 16ο αιώνα μάλιστα η συνάντηση αυτή απέκτησε δεσμούς και σε ανώτατο επίπεδο με το γεγονός ότι πάρα πολλοί από τους Κρητικούς που είχαν τα οικονομικά μέσα πήγαιναν για ανώτερες σπουδές στα πανεπιστήμια της Ιταλίας, και ιδιαίτερα στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Στο πανεπιστήμιο αυτό υπολογίζουν ορισμένοι ερευνητές ότι κατά το διάστημα 1500-1700 σπούδασαν τη νομική ή την ιατρική τουλάχιστον χίλιοι Κρητικοί. Ένα μεγάλο μέρος από αυτούς επέστρεψαν στη γενέτειρά τους και αφιέρωσαν τις γνώσεις και το κύρος τους στην προσπάθεια μεταλαμπάδευσης των αγαθών του δυτικού πολιτισμού στο νησί, με συνέπειες ευεργετικές για την πνευματική ανάπτυξή του. Στην άνθιση αυτή σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι τρεις Ακαδημίες που ιδρύθηκαν με πρωτοβουλία ατόμων που είχαν σπουδάσει στην Ιταλία, δηλαδή η Ακαδημία των των Stravaganti στον Χάνδακα, των Vivi στο Ρέθυμνο και των Sterili στα Χανιά, και τις οποίες θα δούμε πιο αναλυτικά παρακάτω. 

                                               Το Palazzo Bo, ιστορική έδρα του Πανεπιστημίου της Πάδοβας

Σχετικά με την εκπαίδευση στα Επτάνησα, έλαβαν και εκεί χώρα προσπάθειες ανάλογες με εκείνες που σημειώθηκαν στην Κρήτη, αν και ήταν σε μικρότερη κλίμακα και οι πρωτοβουλίες σχεδόν πάντα προέρχονταν από τους ίδιους τους Επτανήσιους, μια και η Βενετία δεν έκανε ιδιαίτερες προσπάθειες για να προωθήσει την παιδεία. Βέβαια, όπως αναφέρουν διάφοροι μελετητές, δεν αρνιόταν συνήθως τη δημιουργία ενός σχολείου, αλλά δεν αποτελούσε ουσιαστικό μέρος της πολιτικής της η δημιουργία σχολείων στα μέρη που βρίσκονταν υπό την κυριαρχία της. Η μόρφωση ήταν γενικά υπόθεση των ιδιωτών και οι αποδέκτες της ήταν στην πλειοψηφία τους άνθρωποι από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Η ουσιαστική οργάνωση της εκπαίδευσης δεν ήρθε νωρίτερα από τον 17ο αιώνα. Υπήρχαν ιδιωτικά σχολεία και δημόσια σχολεία, με ευθύνη της Κοινότητας ή της Εκκλησίας. Για την περίπτωση όμως των Επτανήσων δεν πρέπει να αγνοήσουμε και τον παράγοντα λόγιοι, οι οποίοι καθώς κατευθύνονταν προς τις πόλεις της Ιταλίας για τη βελτίωση των σπουδών τους και των γνώσεών τους, λόγω της γειτνίασης που είχε η Ιταλία με τα Επτάνησα πολλές φορές διέμεναν σε αυτά για μικρότερα ή μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα και με τη διδασκαλία τους συνέβαλαν στην εκπαίδευση των κατοίκων τους. Φυσικά, όπως και στην περίπτωση της Κρήτης, υπήρξαν και εδώ σημαντικοί άνθρωποι που δημιούργησαν σχολές. 

Η εκπαίδευση διακρίνεται, όπως είπαμε, σε ιδιωτική και δημόσια, στοιχειώδη και ανώτερη, στο σπίτι ή σε εκκλησίες και μοναστήρια. 

Στα πρώτα χρόνια της Βενετοκρατίας, ανάλογα με τις συνθήκες του κάθε νησιού και ανάλογα με τον χρόνο έναρξης της κατάληψης του εκάστοτε νησιού από τους Βενετούς, η στοιχειώδης εκπαίδευση είναι μόνο ιδιωτική. Για να αποκτήσει ένα παιδί την ικανότητα της ανάγνωσης και της γραφής έπρεπε να χρησιμοποιήσει ως εγχειρίδιο τα εκκλησιαστικά λειτουργικά βιβλία. Όσοι μαθητές είχαν την οικονομική ευχέρεια και στόχους για επαγγελματική εξέλιξη μπορούσαν να συνεχίσουν με τη σπουδή των ελληνικών και των λατινικών γραμμάτων. Για τους υπόλοιπους, καθώς και για όσους προορίζονταν για ιερείς του κατώτερου κλήρου, η μαθητεία σταματούσε στα εκκλησιαστικά γράμματα. 

Σύμφωνα με τα αρχεία που υπάρχουν, στα τρία μεγαλύτερα νησιά του Ιονίου πελάγους, δηλαδή στην Κέρκυρα, τη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά, κατά τον 16ο αιώνα δημιουργούνται δημόσια σχολεία από τα έσοδα των δημοσίων ταμείων, ενώ για τη Λευκάδα, η οποία ούτως ή άλλως μπήκε στις βενετικές κτήσεις πολύ αργότερα, νύξη για την ίδρυση δημόσιου σχολείου έχουμε μόλις τον 18ο αιώνα. 

Γενικά δεν μπορούμε να πούμε ότι το δημόσιο σχολείο γνώρισε ιδιαίτερη άνθιση στα Επτάνησα. Άλλωστε και γενικά στην Ευρώπη δεν υπήρχε κρατική μέριμνα για την εκπαίδευση, ούτε υπήρχαν αντιλήψεις για δημόσια εκπαίδευση. Βέβαια δεν απαγορεύτηκαν τα σχολεία στα Επτάνησα, κι όσες φορές ζητήθηκε από τη μητρόπολη άδεια για την ίδρυση σχολείου η Βενετία, όπως αναφέραμε και παραπάνω, δεν εναντιώθηκε. Αναφέρεται για παράδειγμα ότι το 1566, με αίτηση αντιπροσωπείας από την Κέρκυρα η βενετική κυβέρνηση έδωσε την άδεια να εκλέξει το εγχώριο Συμβούλιο της Κοινότητας Κέρκυρας έναν διδάσκαλο της ελληνικής γλώσσας και αργότερα έναν της ιταλικής. 

Κατά το 1600 λειτουργούσαν στην Κέρκυρα από λατίνους ιερείς ορισμένα μικρά σχολεία για παιδιά δυτικών οικογενειών. Πάντως η Κέρκυρα ήταν σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με άλλα νησιά του Ιονίου γιατί υπήρξαν πολλοί ιδιώτες δάσκαλοι και μάλιστα το εκπαιδευτικό έργο επιτελείτο κυρίως από αυτούς. Η ποιότητα αυτών των δασκάλων, βέβαια, ήταν διαφορετική ανάλογα με το αν ο μαθητής ανήκε στις λαϊκές τάξεις ή στις τάξεις των ευγενών. Στην πρώτη περίπτωση οι δάσκαλοι ήταν λαϊκοί ή ιερείς με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, ενώ στη δεύτερη ήταν λόγιοι που παράλληλα είχαν αναπτύξει πλούσια εκπαιδευτική δραστηριότητα. 

Έτσι λοιπόν για τους άρχοντες η κατάσταση ήταν διαφορετική. Τα παιδιά των πλουσίων οικογενειών μπορούσαν να διδάσκονται από ιδιώτες δασκάλους από την πρώτη στιγμή της εκπαίδευσής τους και μετά μπορούσαν να πηγαίνουν σε ιταλικά πανεπιστήμια για να συμπληρώσουν τις σπουδές τους. Για τους ευγενείς δημιουργήθηκαν επίσης σχολεία των ελληνικών γραμμάτων, στα οποία παράλληλα με τα εγκύκλια μαθήματα διδασκόταν και η ιταλική γλώσσα. Αντίθετα στα παιδιά των χωρικών προσφέρονταν τα «κοινά γράμματα», όσα δηλαδή ήταν αρκετά για την εκπαίδευση και την προπαρασκευή κληρικών και ιεροψαλτών. 

Εκτός από τους γηγενείς, ένα σημαντικό μέρος των εκπαιδευτικών ήταν πρόσφυγες είτε από την Κωνσταντινούπολη είτε από άλλα μεγάλα αστικά κέντρα του Βυζαντίου που κατέφευγαν στη Βενετία και λάμβαναν τη μόρφωσή τους εκεί, αλλά μπορούσαν επίσης να έχουν μορφωθεί στα ίδια τα βενετοκρατούμενα εδάφη. Οι αρχειακές πηγές που υπάρχουν για όλα αυτά είναι πολλές, αλλά συχνά αντιφατικές σχετικά με τον χαρακτήρα της εκπαίδευσης, ή με τη σχέση παιδείας-εκπαίδευσης. Μπορεί κανείς να διαπιστώσει σε αυτές μια σειρά από θετικά και αρνητικά χαρακτηριστικά σε σχέση με την ανάπτυξη των ελληνικών γραμμάτων. Στα θετικά χαρακτηριστικά αναφέρονται η δράση των λογίων στον ελληνικό και ευρωπαϊκό χώρο, η ύπαρξη πολλών ιδιωτικών και μοναστηριακών βιβλιοθηκών, η συλλογή, διακίνηση και αντιγραφή χειρογράφων, και ο λόγιος χαρακτήρας της λογοτεχνικής παραγωγής, κυρίως βέβαια στην Κρητική σχολή με τα σημαντικά έργα τα οποία δημιουργήθηκαν. Στα αρνητικά χαρακτηριστικά θα μπορούσε να αναφέρει κανείς την απουσία τυπογραφείων, με τη δεδομένη απροθυμία της Βενετίας για τη δημιουργία τους στον ελληνικό χώρο και την απουσία δυνατοτήτων ανώτατης εκπαίδευσης στις βενετοκρατούμενες περιοχές, η οποία μπορούσε να γίνει μόνο σε πανεπιστήμια της Ιταλίας και περιοριζόταν επιπλέον στους πλούσιους αστούς. 

Η. Ο.

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου