Παρασκευή 12 Αυγούστου 2022

«Η μπαλαφάρα των τεσσάρων» - Μέρος 7ο

Προηγούμενα μέρη:

1ο μέρος, 2ο μέρος, 3ο μέρος, 4ο μέρος, 5ο μέρος, 6ο μέρος
Η μπαλαφάρα των τεσσάρων - Μέρος 7ο

**Γράφει ο Τριαντάφυλλος Σωτηρίου

Στους κυματοθραύστες πίσω από το ΣΕΦ

      «Ώστε ο Ηλίας Σκούρος ήταν την ώρα της έκρηξης στο καφενείο του Τουρκομένη».
      «Μα πώς…»
      «Ο πρόεδρος του σκακιστικού συλλόγου της Παλαμήδη 64 μας είχε πει στην κατάθεσή του ότι δουλεύει σε ένα γραφείο εισαγωγών-εξαγωγών στην Πεσσών 16. Δύο ομοειδείς εταιρίες στο ίδιο κτίριο, δύσκολο· η Καστέλλα δεν είναι Μανχέτταν» είπε ο Μπουλ, τονίζοντας το αχνό χι και το schwa. «Ένα κι ένα κάνουν δυο, δε θέλει δα πολύ μυαλό. Και δε μου λες, αυτός ο Ηλίας Σκούρος, έναν Σάββα και έναν Κυριάκο, τους έχει τίποτα;»
      Ο Μπουλ είχε μάθει από τον Τουρκομένη στην πρώτη επίσκεψή του στο «Εθνικός 1924» ότι οι Διόσκουροι ήταν τα αδέλφια Σάββας και Κυριάκος Σκούρος. Πολύ πεζό: όχι Διόσκουροι, αλλά δύο Σκούροι. Ο Γεωργίου θα επέστρεφε αυτή την ώρα από την εταιρία, όπου τον είχε στείλει μήπως ψαρέψει τίποτα. Αν δεν ήθελε να κινήσει υποψίες για την απουσία του, έπρεπε οσονούπω να επιστρέψει και ο ίδιος.
      «Πατέρας τους. Μαζί έχουν την εταιρία, εμπορεύονται είδη εξωτικής λαϊκής τέχνης. Ο πατέρας, παρά τα χρονάκια του, έχει ακόμα τα ηνία, και τα αδέλφια είναι ετερόρρυθμοι εταίροι».
      «Παύλο, είσαι πάντα πολύτιμος. Σ’ αφήνω τώρα, είμαι σκαστός από το γραφείο, θα τα πούμε σύντομα» είπε ο Μπουλ.
      Περνώντας την υπόγεια διάβαση για να βγει απέναντι και να πάρει τον ηλεκτρικό, διασταυρώθηκε με ένα ζευγάρι μπεζ αλλοδαπών. Η μικρόσωμη κοπέλα με το πορφυρό σάρι τον κεραυνογράφησε σε άλλη διάσταση. Από το αστρικό του σώμα είδε τον εαυτό του σ’ ένα ψυχεδελικό τοπίο να τραγουδά “I don’t know where, but she sends me there”.
      Δεν του έκανε καρδιά ν’ αφήσει τα μαγευτικά μορφοκλάσματα με τα έντονα χρώματα, όμως δεν ήταν ώρα για τέτοια. Τύλιξε την ασημένια του χορδή και ξαναμπήκε στο φυσικό του σώμα. Το μεθυστικό πατσουλί της Ινδής τον συνόδευε μέχρι την αποβάθρα του σταθμού του Φαλήρου.
      «Πολλοί Σκούροι χτες στο καφενείο. Η υπόθεση έχει αρχίσει να σκουραίνει επικίνδυνα» σκέφτηκε καθώς επιβιβαζόταν.

Ο ίσκιος του Τζέρρυ Λ. Λούη

      Πρώτη μέριμνα του Πρόδρομου Ντίκα μόλις πέρασε τον έλεγχο στο ΑΙΑ με το καινούργιο του διαβατήριο ως Γεράσιμος Λ. Λούης κουβαλώντας μόνο ένα ελαφρύ σακίδιο πλάτης, ήταν να μπει στις τουαλέτες για να κοκαλώσει το κοκοράκι του με μπρυλκρήμ. Στους διπλανούς νιπτήρες, δύο Κρητικοί έλεγαν για του Ασημάκη τη θυγατέρα· ο ένας ανέφερε «τση ζούγκλες του Ζαΐρ, του Νίζηρα και τση Ναμίμπιας». «Κοντοχωριανοί» σκέφτηκε ο Τζέρρυ.
      Στην αίθουσα αφίξεων, παραμέρισε έναν όψιμο ροκαμπιλλά που τον πέρασε για τον Shockin’ Steve των Bullets και του ζητούσε αυτόγραφο, και κατευθύνθηκε στις θυρίδες των ρεντκαρατζήδων.
      Πριν ο νεοφερμένος φτάσει στο πάρκινγκ του αεροδρομίου για να παραλάβει το Άστρα κάμπριο που είχε νοικιάσει για μια εβδομάδα, ο υπάλληλος της εταιρίας ενοικίασης, σακουλεμένος, είχε ενημερώσει εκεί που έπρεπε.
      Όταν πια ο πρώην Ντίκας και νυν Λούης πέρασε και τις Τζιτζιφιές και κατευθυνόταν προς τον Πειραιά, ο συνεργάτης τού Μπουλ και του Γεωργίου, γνωστότερος ως ίσκιος για την απαράμιλλη ικανότητά του στην αθέατη παρακολούθηση, πήρε σήμα από την ομάδα του Παύλου ότι το δέμα ήταν πια στα δικά τους χωρικά ύδατα και ότι αναλάμβαναν πλέον αυτοί. Ο ίσκιος κατέβασε ταχύτητα, έστριψε Κηφισού και βγήκε Πειραιώς, σιγοσφυρίζοντας ένα αυτοσχέδιο κότσαρι. Στο φανάρι του «Κορτσόπον», σε μια Ρόβερ δίπλα του, ένας γερο-ταρνανάς σαλιάριζε με μια πιτσιρίκα με πολύ κοντή φούστα, ή πολύ φαρδιά ζώνη. «Τι πουρό, τι καγκουρώ, τσέπες έχουν και τα δυο» αποφάνθηκε θυμόσοφα στο είδωλό του στο καθρεφτάκι του οδηγού, και συνέχισε για το σπίτι.
      Κοίταξε το ρολόι του. Προλάβαινε χαλαρά την πολλοστή επανάληψη του «Παντρεμένοι με παιδιά», που θα ξεκινούσε αργότερα στο Τηλεάστυ. «Βεζούβιε, σούρχομαι» είπε στην Πέγκυ Μπάντυ. «“Εκείνη δεν απήντησεν...”, ως έγραψε μια συγγραφεύς ρομαντική», ως έγραψε ο Τεύκρος Ανθίας.

Η σοδειά του Γεωργίου από την Πεσσών 16

      Ο Γεωργίου μουρμούριζε τον «Δράκο του πάρκου» του Λήτη και της Ιζόλδης, μιμούμενος και το φλάουτο και το βιολί, καθώς ανέβαινε στον τρίτο όροφο της ΓΑΔΑ. Ο Μπουλ είχε μόλις επιστρέψει από τη συνάντησή του με τον Παύλο στο ΣΕΦ.
      «Αστυνόμε, τάξε μου!» είπε εύθυμα μπαίνοντας στο γραφείο του Μπουλ, και άνοιξε απότομα την καμπαρντίνα του.
      Ο Γεωργίου γύριζε από την επίσκεψή του στην «Ηλίας Σκούρος και Υιοί ΕΕ, Εισαγωγαί-Εξαγωγαί Ειδών Λαϊκής Τέχνης», στην Πεσσών 16, όπου δούλευε ως λογιστής ο Οικονόμου. Στη διάρκεια της ολιγόλεπτης ξενάγησής του από τον ιδιοκτήτη στις αποθήκες της εταιρίας, προλάβαινε να καταχωνιάζει ταχυδακτυλουργικά στη φόδρα της καμπαρντίνας του διάφορα μικροαντικείμενα.
      «Δανείστηκα μερικά ψιλολοΐδια από τον φίλο μας» συνέχισε θριαμβευτικά και άρχισε να βγάζει από διάφορες απίθανες κρύπτες του ιματισμού του και να αραδιάζει στο γραφείο του Μπουλ τη σοδειά του.
      «Πώς και δεν σελέμισες και καμιά καρέκλα από μπαμπού, Γεωργίου;» είπε ο Μπουλ, που θυμήθηκε ότι πέρσι, στη χριστουγεννιάτικη γιορτή για τα παιδιά των εργαζομένων της ΓΑΔΑ, ο Γεωργίου είχε κλέψει την παράσταση εξαφανίζοντας και επανεμφανίζοντας αλλού αντικείμενα και κάνοντας διάφορα κόλπα με τραπουλόχαρτα. Η αποθέωση ήταν όταν άναψε το πούρο του Μεγάλου Αρχηγού με ένα παγάκι. Κρυφό ταλέντο ο δικός σου.
      «Θα καταλάβαινε ότι έλειπε, αστυνόμε» απάντησε σοβαρά ο άλλος. Έμπιστος, εχέμυθος και ικανός για μπάτσος ο Γεωργίου, αλλά η NASA και το CERN δεν θα έριζαν ποτέ για το ποιος θα τον πάρει στη δούλεψή του. Οι αδικίες της ζωής.
      Ο Μπουλ ζύγισε στο χέρι του και κούνησε σαν κουδουνίστρα κοντά στο αυτί του ένα λευκό Άρμα και έναν μαύρο Ελέφαντα που είχε σουφρώσει από δύο διαφορετικές σιανγκτσιέρες ο Γεωργίου. Έκανε το ίδιο και με τη μικρογραφία ντιτζεριντού. Κούνησε το κεφάλι με σημασία. Επιχείρησε να τ΄ ανοίξει. Αντιστέκονταν. Δεν επέμεινε. Τα έδωσε όλα πίσω στον Γεωργίου να τα στείλει στο εργαστήριο. Δεν θα εκπλησσόταν καθόλου αν η ανάλυση έδειχνε ότι τα κομμάτια του κινέζικου σκακιού έκρυβαν άσπρη πούδρα, και η λιλιπούτεια απομίμηση του μουσικού οργάνου των αβοριγίνων, αλλοτροπικό άνθρακα.
      «Και δεν σου είπα το καλύτερο, αστυνόμε. Ξέρεις ποιοι άλλοι έχουν πόντους στην εταιρία;»
      Ο Μπουλ φυσικά ήξερε την απάντηση από τη συνάντησή του με τον Παύλο, αλλά προσποιήθηκε τον ανήξερο. Σε αυτή τη φάση, είχε αποφασίσει να εμπιστεύεται μόνο τον πειραιώτη συνάδελφό του.
      «Οι Διόσκουροι!» συνέχισε μετά από λίγα δευτερόλεπτα παύσης για σασπένς και με γνήσιο ενθουσιασμό ο Γεωργίου, σαν να δήλωνε ότι υπέκλεψε από τον Μεντβέντεφ τους κωδικούς των πυρηνικών όπλων της Ρωσσίας.
      «Τι λες βρε παιδί μου!» εξεπλάγη ελεγχόμενα ο Μπουλ, σαν να το ακούει για πρώτη φορά. «Για λέγε, για λέγε» τον παρότρυνε.

Μυστική συνάντηση στο Τζάνειο

      Ο Μπουλ ετοιμαζόταν να σχολάσει όταν πήρε στο κινητό του ένα μήνυμα από τον Παύλο: «ELA TZANEIO TORA EXO NEA».
      «Μάλλον θα πρέπει μέχρι να διαλευκανθεί η υπόθεση να νοικιάσω κανένα δωμάτιο στο Lilia, να μη με τρώνε οι δρόμοι» σκέφτηκε, και ξεκίνησε για το μετρό στην Αλεξάνδρας.
      Τώρα βάδιζαν στους διαδρόμους του Τζάνειου.
      «Πώς πάνε οι τραυματίες της έκρηξης;» ρώτησε ο Μπουλ τον Παύλο.
      «Τα τέσσερα γεροντάκια ήδη παίζουν τσατουράνγκα μπλάιντ στο φουαγιέ. Οι τρεις αύριο παίρνουν εξιτήριο, ο τέταρτος, ευκαιρίας δοθέντος...»
      «...δοθείσης...»
      «Μάλιστα, κύριε Μπαμπινιώτη, δοθείσης, θα κάτσει να βγάλει τον προστάτη του».
      «Και ο μαγαζάτορας;»
      Αντί για απάντηση, ο Παύλος προχώρησε λίγο ακόμα, στάθηκε στο κατώφλι ενός εξάρη θαλάμου και έδειξε στο εσωτερικό του, σαν να έλεγε : Δες μόνος σου.
      Ο γιγαντόσωμος πρώην τερματοφύλακας πηγαινοερχόταν σαν θηρίο στο κλουβί στο δωμάτιο μιλώντας στο κινητό. Τρεις επισκέπτες του, καθισμένοι στο αχρησιμοποίητο κρεβάτι του, κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα καθώς τον περίμεναν να τελειώσει. Περπατούσε σαν συγκαμένος.
      «Δεν είχα προσέξει ότι είναι στεατοπυγικός» είπε ο Μπουλ στον Παύλο.
      «Δεν είναι, οι επίδεσμοι κάτω από την πυτζάμα τον κάνουν να φαίνεται έτσι. Τον βρήκαν κάτι θραύσματα γυαλιών σε σημείο που για λίγες μέρες ακόμα δεν θα μπορεί να καθίσει σε καρέκλα, και θα πρέπει να κοιμάται μπρούμυτα».
      «It’s only me» σκέφτηκε ο Μπουλ.
      Ο Τουρκομένης έδινε οδηγίες από το κινητό στον μάστορα για τις επισκευές του μαγαζιού.
      «Και κοίτα, Τρύφωνα, μη μου το κάνεις κρεπερί, τζαμιλίκια και αηδίες, εμείς είμαστε καφενείο του παλιού καιρού. Οποιανού δεν αρέσει και θέλει αμέρικαν μπαρ, ας πάει στο Appaloosa, που έχει και φλογερές βεδουΐνες, ξελογιάστρες, τσαχπίνες» έλεγε. (Βραζιλιάνες εννοούσε, αλλά ας μην του κάνουμε υποδείξεις και τον ερεθίσουμε περισσότερο.) «Και να μου κάνεις την επιγραφή όπως ήταν, από νέον. Τι παναπεί δεν βγαίνουν πια τσίγκινα τραπέζια; Στου βοδιού το κέρατο να πας και να βρεις! Μέχρι την Παρασκευή που βγαίνω, θέλω να είναι όλα έτοιμα, το καλό που σου θέλω, αλλιώς θα έχεις να κάνεις με τον Πηρούνια και τις Πινέζες!»
      Διέκοψε απότομα τη συνομιλία, βούτηξε συγχυσμένος ένα παξιμαδάκι κολίανδρου που πήρε από το κομοδίνο του διπλανού του νοσηλευόμενου στο ποτήρι με τη σπιτική σουμάδα που κρατούσε ένας συγγενής ενός τρίτου αρρώστου και, μισομπουκωμένος και πάντα όρθιος και υπερκινητικός, μπήκε στην κουβέντα των επισκεπτών του.
      «Τον καλοβαλμένο κύριο με τα χρυσά γυαλιά τον ξέρω από την τηλεόραση, ο Σάββας ο Θεοδωρίδης είναι. Το ομορφόπαιδο με το μαλλί-κάσκα τον θυμάμαι, έχει παίξει και στην ΑΕΚ και στον Γαύρο, είναι ο Χρήστος ο Αρβανίτης. Φλέβες κόβανε τα κοριτσόπουλα για πάρτη του. Ο τρίτος όμως;» ρώτησε τον συνάδελφό του ο Μπουλαξίζης.
      «Κάνε μας τη χάρη, ρε Κουρκουβέλα!» έδωσε αντί για τον Παύλο την απάντηση ο Τουρκομένης. «Μάθε πρώτα λίγη μπαλλίτσα και ύστερα έλα να μου πεις για τον Υφαντή. Τιτίκα ήταν, ναι, αυτό ήταν. Όλο κλο-κλο και από αυγό τίποτα. Κοτούλα. Ο πιο εύκολος αντίπαλος. Ένα Τσου, ρε Λάκη! φώναζα καθώς έκανα την έξοδο, και τον πήγαινε πέντε-πέντε. Κικιρίκουκου γειτόνοι, σηκωθείτε ξημερώνει!» συνέχισε με τη βροντερή φωνή του.
      Οι δύο συνάδελφοι άφησαν τη σύναξη παλαίμαχων διεθνών τερματοφυλάκων στις αναμνήσεις της και συνέχισαν να βαδίζουν στον διάδρομο.
      «Και οι αδελφοί Σκούροι;»
      «Είναι λίγο σοβαρότερα, όμως δεν διατρέχουν κίνδυνο. Είναι στον έβδομο, φυσικά σε χωριστά δωμάτια. Δεν φρουρούνται εμφανώς, αλλά επιτηρούνται διακριτικά· αρκετά διακριτικά ώστε να ενθαρρύνονται οι επίδοξοι επισκέπτες» έκλεισε το μάτι ο Παύλος στον Μπουλ.
      «Και έσκασε μύτη ο τεξανός καμπόης με το κοκοράκι α λα Έλβις και τη φαβορίτα σαν τον χάρτη της Ιταλίας που παρακολουθούμε από χτες που ήρθε από το Γιοχάννεσμπουργκ».
      «Πώς το ξέρεις;» ρώτησε ο Παύλος.
      «Ένα και δύο κάνουν τρία, αν δεν σου φτάνουν κάνε απεργία» απάντησε ως άλλος Νεγρεπόντης ο Μπουλ. «Ανακριτής ποιος ορίστηκε;»
      «Ο ίδιος που ήταν στη υπόθεση των αδελφών Χλωρών. Είχαμε το ιατρικό ελεύθερο να πάρουμε καταθέσεις ήδη από χτες, όμως αφήσαμε να γίνει η… χμμ… επίσκεψη που λέγαμε, και μετά πήγε ο ανακριτής. Γι΄ αυτό ήθελα να τα πούμε από κοντά· τέτοια πράγματα δεν λέγονται από το τηλέφωνο. Προσοχή, ο εχθρός παρακολουθεί, που μαθαίναμε και στη Σχολή. Λοιπόν, έχουμε ήδη τις πρώτες αυθόρμητες καταθέσεις» ξαναέκλεισε το μάτι.
      Η γκάμα της γλώσσας σώματος του Παύλου ήταν ολοφάνερα περιορισμένη, όχι όμως και η πανουργία του, ούτε η εντιμότητά του. Ο Μπουλ μπορούσε σίγουρα να βασιστεί πάνω του.

(Συνεχίζεται)

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2022

«Ο ταξιδιώτης» του Ούλριχ Αλεξάντερ Μπόσβιτς

Ένα κλασικό και παράλληλα εντυπωσιακά επίκαιρο μυθιστόρημα. Μια πολύτιμη λογοτεχνική μαρτυρία που ανακαλύφθηκε εκ νέου και εκδόθηκε μετά από 8 δεκαετίες με μεγάλη επιτυχία, καθώς απαντά σε κεντρικά ιστορικά και κοινωνικά ζητήματα της εποχής μας.

Συγγραφέας: Ulrich Alexander Boschwitz
Τίτλος πρωτοτύπου: Der Reisende
Είδος έργου: Μυθιστόρημα
1η συγγραφή στη γερμανική γλώσσα (σε χειρόγραφο): 1938
1η έκδοση στην αγγλική γλώσσα (με το ψευδώνυμο John Grane): Λονδίνο, 1939
Ελληνικός τίτλος: Ο ταξιδιώτης
Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις: Κλειδάριθμος
Έτος έκδοσης: 2019

Ένα λογοτεχνικό ντοκουμέντο που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1939 και αποτελεί την πρώτη καταγεγραμμένη σε μυθιστόρημα μαρτυρία για τη Νύχτα των Κρυστάλλων. Θεωρούνταν χαμένο, μέχρι που το χειρόγραφο-θησαυρός βρέθηκε πρόσφατα στη Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη και ανασύρθηκε στο φως της δημοσιότητας.

«Για εμάς τους Εβραίους η ζωή απαγορεύεται», είπε ο Ζίλμπερμαν. «Τι θα κάνετε; Θα υπακούσετε στην απαγόρευση;»

Ο Ότο Ζίλμπερμαν, Εβραίος επιχειρηματίας και διακεκριμένο μέλος της κοινωνίας, χάνει το σπίτι και την επιχείρησή του εξαιτίας των πογκρόμ του Νοεμβρίου του 1938. Μ’ έναν χαρτοφύλακα γεμάτο χρήματα, που κατάφερε τελευταία στιγμή να διασώσει, προσπαθεί να περάσει παράνομα τα σύνορα, αλλά αποτυγχάνει και αναζητά καταφύγιο στα τρένα. Αρχίζει να ταξιδεύει ασταμάτητα, χωρίς προορισμό, περνώντας τις μέρες του σε βαγόνια, αποβάθρες, σταθμούς, εστιατόρια και αίθουσες αναμονής... Οι συναντήσεις και οι γνωριμίες που κάνει στα κουπέ των τρένων είναι οι συγκλονιστικές στιγμές αυτής της ατέρμονης φυγής που, κάποια στιγμή, τερματίζεται απότομα.

(Από την παρουσίαση του βιβλίου στο οπισθόφυλλο)

Τρίτη 9 Αυγούστου 2022

Ένα ποίημα του Ρουμί

Γύρισες τον κόσμο ψάχνοντας τη ζωή
κι όμως η καρδιά σου θα πεθάνει.
Γεννήθηκες
στην ευλογημένη αγκαλιά της ένωσης
κι όμως θα πεθάνεις ολομόναχος.

Αποκοιμήθηκες στην όχθη μιας λίμνης
κι όμως πεθαίνεις στη δίψα.
Στέκεις στη κορφή του θησαυρού
κι όμως θα πεθάνεις πάμπτωχος.

Δεν είμαστε μπροστά, είμαστε πίσω.
Δεν είμαστε πάνω, είμαστε κάτω.

Σαν το πινέλο στο χέρι του ζωγράφου,
δεν έχουμε ιδέα πού βρισκόμαστε.


           (Από τη συλλογή Στον κήπο του Αγαπημένου, απόδοση Καδιώ Καλύμβα, εκδόσεις Αρμός 2003)

Κυριακή 7 Αυγούστου 2022

«Ελληνική Λογοτεχνία - Από τον Όμηρο στον 20ό αιώνα» του Στυλιανού Αλεξίου

Συγγραφέας: Στυλιανός Αλεξίου
Τίτλος πρωτοτύπου: Ελληνική Λογοτεχνία - Από τον Όμηρο στον 20ό αιώνα
Είδος έργου: Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας
Επιμέλεια: Αιμίλιος Καλιακάτσος
Εκδόσεις: Στιγμή
Έτος 2ης έκδοσης: 2021 (1η έκδοση 2010)

Η «Στιγμή» παρουσιάζει, για το ευρύτερο αναγνωστικό και επιστημονικό κοινό, το βιβλίο του Στυλιανού Αλεξίου Ελληνική Λογοτεχνία, εξέταση της ελληνόγλωσσης παραγωγής σχεδόν τριάντα αιώνων, από τον Όμηρο έως τα μέσα του 20ου αιώνα. Η μελέτη διαρθρώνεται στα μέρη:
Α΄. «Η Ελληνική Αρχαιότητα», επική, λυρική και χορική ποίηση, φιλοσοφία, θέατρο, ιστορία, ελληνιστικοί και ρωμαϊκοί χρόνοι, μυθιστόρημα και επίγραμμα.
Β΄. «Χριστιανικοί χρόνοι - Βυζάντιον», Παλαιά και Καινή Διαθήκη, εκκλησιαστικοί συγγραφείς, υμνογραφία, λογία, δημώδης και ηρωική ποίηση, ιστορικοί και χρονογράφοι, βυζαντινό μυθιστόρημα, λυρική ποίηση Ρόδου, σάτιρα και θρήνοι, Έλληνες σοφοί της Αναγέννησης.
Γ΄. «Ο Νέος Ελληνισμός», Κυπριακή και Κρητική Λογοτεχνία, Κρητικό Θέατρο, Δημοτικό τραγούδι, Γλωσσικό ζήτημα, λογοτεχνία στα Επτάνησα και την Αθήνα, η εποχή της ωριμότητας, Καβάφης, Καζαντζάκης, τα δύο Nobel, Ρίτσος.

Εξετάζονται κυρίως κορυφαίοι συγγραφείς και αντιπροσωπευτικά έργα, με επιδίωξη του ουσιώδους, της σαφήνειας και της αντικειμενικής κρίσης, χωρίς τεχνικές λεπτομέρειες και φόρτο παραπομπών. Ορισμένες τοποθετήσεις διαφέρουν από τις καθιερωμένες. Δίνεται επίσης το εκάστοτε ιστορικό πλαίσιο, και ένα Χρονολόγιο ελληνικής ιστορίας.

(Από την έκδοση)

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2022

«Η μπαλαφάρα των τεσσάρων» - Μέρος 6ο

Διαβάστε το 1ο μέρος: https://olaeinailexeis.blogspot.com/2022/07/1.html
Διαβάστε το 2ο μέρος: https://olaeinailexeis.blogspot.com/2022/07/2.html
Διαβάστε το 3ο μέρος: https://olaeinailexeis.blogspot.com/2022/07/3.html
Διαβάστε το 4ο μέρος: https://olaeinailexeis.blogspot.com/2022/07/4.html
Διαβάστε το 5ο μέρος: https://olaeinailexeis.blogspot.com/2022/07/5.html
Η μπαλαφάρα των τεσσάρων - Μέρος 6ο

**Γράφει ο Ελισσαίος Βλάχος

      Ο Πρόδρομος Ντίκας κοίταζε την οθόνη του κινητού τηλεφώνου δυσκολευόμενος να πιστέψει το νέο που μόλις είχε πληροφορηθεί. Η πρώην πελάτισσά του και νυν υποψήφια ερωμένη του για απόψε, Λίλη, αγνώστου επιθέτου, προερχόμενη από το Βισμπάτεν –κατά δήλωσή της– τον ρώτησε:
      «Ιζ έβριθινγκ οκέι, Έλβις;» μεταφραζόμενο σε “Einai ola entaxei, Elvis?”
      Ο Ντίκας, γνωστός ως Έλβις στο νησί λόγω της Ροκαμπίλι εμφάνισής του, βγήκε από το σάστισμά του. Ανάκτησε την ψυχραιμία του, φύσηξε την τούφα που έπεφτε στο μέτωπο του, φόρεσε ένα χαμόγελο και την καθησύχασε:
      «Γιες μπέιμπι (Nai moro). Τζαστ ε πρόμπλεμ γουίθ ε κάργκο φρομ Γιοχάνεσμπουργκ. (Mono ena provlima me ena fortio apo to Johannesburg). Δέι νιντ μι δερ. (Me hreiazonte ekei.)»
      Της είχε πει τη μισή αλήθεια. Θα έφευγε όντως για το Γιοχάνεσμπουργκ, απ’ όπου παραλάμβανε εμπορεύματα για το μικρό μαγαζί του στο Νόσι Μπε, με αντίκες και παλαιοφανή είδη για τουρίστες. Εμπορεύματα, άλλοτε νόμιμα και άλλοτε αναμειγμένα με πολύτιμους λίθους παράνομης προέλευσης και διακίνησης. Όμως αυτή τη φορά μετά το Γιοχάνεσμπουργκ θα έπρεπε να πάρει την πρώτη πτήση για Ελλάδα. Το ελληνικό διαβατήριο που του προσέφερε διάφορες διευκολύνσεις στη ζωή του και κυρίως στις μετακινήσεις του, είχε προσφάτως ανανεωθεί. Και μάλιστα με διαφορετικό όνομα από το πραγματικό του. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, αύριο τέτοια ώρα θα πατούσε το πόδι του στο νέο αεροδρόμιο των Αθηνών. Επιστροφή στην παλιά του πατρίδα μετά από 10 χρόνια. Θα προτιμούσε να μην κάνει αυτό το ταξίδι, αλλά εφόσον αληθεύανε οι εξελίξεις που μόλις έμαθε, τότε ήταν επιτακτική ανάγκη να αναλάβει ο ίδιος δράση.
      «Σόρι Λίλη, άι χαβ του λίβ (Signomi Lili, prepei na figo)» απολογήθηκε, ισιώνοντας το κοκκοράκι στα μαλλιά του.
      «Νέβερ Μάιντ (Pote myalo)» τον απάλλαξε άνετα η όμορφη ξανθιά.
      «Σι γιου ιν ε καπλ οφ ντέις ιφ γιου ΄ρ στιλ αράουντ (Ta leme se dyo meres an eisai akomi edo)» συνέχισε αυτός, ξέροντας ότι της λέει ψέμματα.
      «Χου νόουζ (poios miti)» απάντησε αυτή, ξέροντας ότι της λέει ψέμματα.
      «Μπάι σουίτι (Eimai bi glyka)» αποχαιρέτησε ο Πρόδρομος. Έπειτα απέλυσε τον μεταφραστή και πήγε να κανονίσει τις λεπτομέρειες του ταξιδιού του. Έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικός. Το παιχνίδι είχε χοντρύνει.

      Την ίδια εκτίμηση, χωρίς να γνωρίζει τις σκέψεις του Ντίκα, είχε και ο Αστυνόμος Πέτρος Μπουλαξίζης. Το βράδυ είχε κοιμηθεί ελάχιστα. Δεν μπορούσε να χωνέψει το μακελειό που συνέβη στο καφενείο του Τουρκομένη. Όσα είχε δει λίγες ώρες νωρίτερα ήταν πλέον συντρίμμια. Όλα στριφογύριζαν στο μυαλό του. Τα κάδρα των παλαίμαχων ποδοσφαιριστών, ο Στέλιος ο μαγαζάτορας, η σκακιέρα με το ζάρι, ο Κώστας και ο Μάκης και τα άλλα γεροντάκια παρελαύναν από μπροστά του κάθε φορά που πήγαινε να κλείσει τα μάτια του. Το πρωί έπρεπε να μιλήσει στους ανώτερους του.

      «Τί εννοείτε, "δεν συνδέονται";»
      «Δεν συνδέονται εμφανώς, αστυνόμε. Αυτό εννοώ» διευκρίνισε ο αρχηγός σε φιλικό ύφος.
      «Μα, όπως σας είπα, στο καφενείο αυτό είχα περάσει πριν μια μέρα ακριβώς. Λίγες μόνο ώρες μετά τη δολοφονία στην Καστέλλα» επέμεινε ο Μπουλαξίζης.
      «Μπορεί να είναι απλώς μια σύμπτωση, Πέτρο. Αρκετές φορές έχουμε πέσει θύματα συμπτώσεων και καταλήξαμε να κυνηγάμε φαντάσματα. Το κτίριο ήταν παμπάλαιο και οι εγκαταστάσεις του απαρχαιωμένες. Η αντιτρομοκρατική ήταν κατηγορηματική: διαρροή γκαζιού» Ο ανώτερός του προσπαθούσε να μην εκνευριστεί και να κλείσει το θέμα σε ήρεμα πλαίσια.
      «Και απεφάνθησαν τόσο γρήγορα;»
      «Υπονοείς κάτι εναντίον των συναδέλφων, Μπουλαξίζη;» Ο Αρχηγός πλέον είχε εγκαταλείψει το φιλικό τόνο της προηγούμενης κουβέντας. Για την ακρίβεια έδειχνε έτοιμος να εκραγεί.
      Ο Μπουλαξίζης ήθελε για μια ακόμη φορά να πει πως ναι, έχει σοβαρές υπόνοιες για συναδέλφους του, αλλά για μια ακόμη φορά είπε: «Όχι, Αρχηγέ». Στο κάτω-κάτω ακόμη κι αν υπήρχε δόλος, ποιος ξέρει από πόσο ψηλά είχανε έρθει οι εντολές προς τους συναδέλφους του.
      «Κοίτα, σε παρακαλώ να κρατήσεις τις σκέψεις σου κρυφές». Ο Αρχηγός είχε ανακτήσει τον αυτοέλεγχό του. Και συνέχισε:
      «Μ' αυτόν το χαμό, άλλο που δεν θέλουν οι δημοσιογράφοι να το συνδέσουν με την τρομοκρατία και το οργανωμένο έγκλημα». Ο Μεγάλος Αδελφός έριξε ένα βλέμμα στον αστυνόμο που δήλωνε πως η συζήτηση είχε τελειώσει. Ο Μπουλ χαιρέτησε και βγήκε από το γραφείο του αρχηγού κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Κατέβηκε στο γραφείο του, αλλά δεν τον χώραγε ο τόπος. Άφησε το υπηρεσιακό του κινητό στο γραφείο, κρέμασε το σακάκι του στον καλόγηρο και βγήκε. Παλιό κόλπο για να νομίζουν οι άλλοι ότι έχεις πεταχτεί κάπου κοντά. Μπήκε στο μετρό της Αλεξάνδρας.
      Η υπόθεση του καφενείου ήταν στα χέρια της Διεύθυνσης Πειραιά, όμως ο Μπουλαξίζης δεν ήταν ικανοποιημένος από τις επίσημες εξηγήσεις. Γι' αυτόν ήταν ξεκάθαρο ότι η έκρηξη και η δολοφονία σχετιζόντουσαν. Γιατί όμως ο αρχηγός του δεν συμμεριζόταν τη σκέψη του; Ήθελε να τα κουκουλώσει; Αν ήταν έτσι, τότε γιατί του ανέθεσε την υπόθεση της Παλαμήδη; Δεν είχε υποπτευθεί την έκταση που θα έπαιρνε η ιστορία; Δέχτηκε πιέσεις στο ενδιάμεσο;
      Στο Μοναστηράκι πήρε το τραίνο για Πειραιά. Βρήκε μια θέση δίπλα στο παράθυρο και κάθισε κοιτάζοντας έξω. Ακριβώς πίσω του δυο νεαροί συζητούσαν με πάθος για κάτι. Κατάλαβε ότι πρόκειται για σκάκι και αμέσως το αυτί του κόλλησε στη κουβέντα. Το θέμα τους ήταν η θεωρία των ανοιγμάτων και κάποιες σχετικές παρτίδες που είχαν παίξει. Οι νεαροί κατέβηκαν στην Καλλιθέα και ο Μπουλαξίζης επέστρεψε στις σκέψεις του. Ήταν εντυπωσιακό πόσο εύκολα προσηλωνόταν σε οτιδήποτε είχε σχέση με το σκάκι. Και αν ήταν αυτό; Αν αυτός ήταν ο λόγος που τον επέλεξε ο αρχηγός; Τον διάλεξε γιατί ήξερε σκάκι ή γιατί ήταν τόσο παθιασμένος με το σκάκι που θα περιέστρεφε την έρευνα γύρω απ' αυτό αγνοώντας πιο βασικά στοιχεία της υπόθεσης; Ο αρχηγός από την αρχή ήθελε να κατευθύνει την υπόθεση στο χώρο των σκακιστών. Ήταν, λοιπόν, κι αυτός μπλεγμένος; Δεν ήταν σίγουρο. Είπαμε πως πιέσεις μπορούν να δεχθούν όλοι. Κι ο αρχηγός δεν θα ήθελε να ρισκάρει την καριέρα του στις επερχόμενες κρίσεις. Την στρατιωτική, αλλά ίσως και την πολιτική καριέρα, στο δρόμο που χάραξαν κι άλλοι εδώ και λίγα χρόνια.
      Βγήκε στο σταθμό του Νέου Φαλήρου και πριν ανέβει τα σκαλιά χτύπησε το προσωπικό του κινητό. Ήταν ο Γεωργίου.
      «Πού ΄σαι, αστυνόμε; Δεν απαντάς στο γραφείο, δεν απαντάς και στο υπηρεσιακό...»
      «Έχω πεταχτεί να φάω κάτι». Δεν του άρεσε που έλεγε ψέμματα στον βοηθό του αλλά σ' αυτή τη φάση δεν εμπιστευόταν κανέναν.
      «Μίλησα με τον Στέλιο το Μπεκρή, αστυνόμε. Είναι στο Τζάνειο, εκτός κινδύνου. Μόνο κανά δυο γυαλάκια τού μπήκανε στο πρόσωπο. Σε λίγο θα βγει».
      «Τι λέει;»
      «Τη γλύτωσε φθηνά. Μόλις είχανε μπει οι Διόσκουροι. Λίγο να βιαζόταν να μπει κι αυτός και τώρα θα 'βλεπε τα χόρτα ανάποδα».
      «Τίποτε άλλο;»
      «Όταν του είπα πως ήταν έκρηξη γκαζιού κόντεψε να πνιγεί από τα γέλια. Είχε περάσει από πυροτεχνουργός στη θητεία του και κάτι ξέρει».
      «Καλά, υπαστυνόμε. Τα λέμε σε λίγο στο γραφείο».
      «Έγινε, αστυνόμε. Καλή σου όρεξη».
      «Έ; Α, ναι! Ευχαριστώ».
      Ο Μπουλ έκλεισε το τηλέφωνο και κάλεσε γρήγορα ένα άλλο νούμερο. Μετά από λίγα χτυπήματα μια φωνή ακούστηκε:
      «Έλα, ρε Πέτρο, που χάθηκες; Είσαι καλά;»
      «Έχω υπάρξει και καλύτερα. Δυστυχώς σε παίρνω για εξυπηρέτηση».
      «Ό,τι θες».
      «Έχεις κάποια πρόσβαση στην υπόθεση του καφενείου;»
      «Κάτι λίγα, ναι».
      «Χρειάζομαι κάποια στοιχεία. Έχω αναλάβει, κατ' εξαίρεση, τη δολοφονία στην Καστέλλα πριν λίγες μέρες και νομίζω ότι τα δύο περιστατικά μπλέκονται. Στα θύματα του καφενείου, αν θυμάμαι καλά, ήταν ο μαγαζάτορας, τέσσερα γεροντάκια και δύο άντρες γύρω στα πενήντα. Θέλω ό,τι πληροφορίες βρήκατε που σχετίζονται μ' αυτούς τους τελευταίους».
      «Θα σου φέρω ό,τι βρω».
      «Σε μισή ώρα;»
      «Πού;»
      «Στους κυματοθραύστες πίσω από το Ειρήνης και Φιλίας;»
      «Έγινε». Ο Μπουλαξίζης έκλεισε το τηλέφωνο. Αισθανόταν καλύτερα. Ο Παύλος υπήρξε πάντοτε ένας καλός φίλος και ακέραιος συνάδελφος. Σίγουρα θα προσπαθούσε να τον βοηθήσει όσο γινόταν.
      Πήρε έναν καφέ στο χέρι και πέρασε τη λεωφόρο από την υπόγεια διάβαση. Θυμήθηκε τις μέρες που το στάδιο ήταν στις δόξες του και η διάβαση γέμιζε με εκατοντάδες κόσμου. Αυτή την ώρα η μόνη που περπατούσε μαζί του ήταν μια γριά με λιλά μαλλί που ερχότανε από απέναντι. Λίγο πριν διασταυρωθούνε η γριά σταμάτησε, τον κοίταξε γουρλώνοντας τα μάτια πίσω από τα γυαλιά της και σταυροκοπήθηκε. Ο Μπουλ την κοίταξε απορημένος και συνέχισε την πορεία του. Κάπου την είχε ξαναδεί αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί. Βγήκε στην επιφάνεια, πήγε γύρω γύρω από το στάδιο και βρέθηκε μπροστά στη θάλασσα και την ακτή, γεμάτη σκουπίδια. Έφτασε στα τοιχία και και κάθισε να πιει τον καφέ του. Σκέφτηκε ότι αυτό το μέρος περισσότερο για συνάντηση ναρκεμπόρων ταιριάζει παρά για συνάντηση αστυνομικών. Μετά σκέφτηκε ότι το ένα δεν αποκλείει το άλλο και συνέχισε να πίνει τον καφέ του. Ο Παύλος ήρθε με πέντε λεπτά καθυστέρηση. Μετά από έναν αδερφικό χαιρετισμό, μπήκε αμέσως στο ψητό.
      «Δεν μου λες, Πέτρο, αυτό στην Καστέλλα σε ποια οδό ήταν;»
      «Στην Παλαμήδη, στο 64».
      «Για δες σύμπτωση».
      «Τι;»
      «Υπήρχε ένας ακόμη μες στο καφενείο αλλά μας ζήτησαν να μην ανακοινώσουμε το όνομά του. Είχε ένα γραφείο εισαγωγών-εξαγωγών, σε ένα μικρό στενό πίσω από την Παλαμήδη, στην οδό Πεσσών, στο 16».

(Συνεχίζεται)

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2022

«Εθνικιστική "αντίδραση" και τάγματα ασφαλείας» του Γιάννη Πριόβολου

Συγγραφέας: Γιάννης Πριόβολος
Τίτλος πρωτοτύπου: Εθνικιστική «αντίδραση» και τάγματα ασφαλείας
Είδος έργου: Ιστορία και πολιτική
Εκδόσεις: Πατάκης
Έτος έκδοσης: 2018

Στόχος του βιβλίου αυτού είναι να ρίξει φως σε μια σκοτεινή και επιμελώς κρυμμένη περιοχή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, στην περίοδο της τρίτης κατοχικής κυβέρνησης με πρωθυπουργό και υπουργό Εθνικής Αμύνης τον Ι. Ράλλη (1943-1944). Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου διαδραματίστηκε ο κατοχικός Εμφύλιος -παράλληλα με τον αντικατοχικό πόλεμο-, ως προοίμιο του άλλου Εμφυλίου, εκείνου που δεν άργησε να ακολουθήσει (Δεκεμβριανά 1944 και περίοδος 1946-1949).

Πρόκειται για την εποχή που η αναμφισβήτητη εθνική-αντιστασιακή δράση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ συνδυάστηκε με τάσεις στρατιωτικού ηγεμονισμού. Ταυτόχρονα είναι και η εποχή που το αντικομμουνιστικό πάθος ορισμένων (αυτοαποκαλουμένων «εθνικιστών») τους οδήγησε στο σημείο να μη διστάζουν να συνεργαστούν με τους κατακτητές ή να καταταγούν στα αντικομμουνιστικά τμήματα (Τάγματα Ασφαλείας, τρομοκρατικές ομάδες Ειδικής Ασφάλειας κτλ.) που όπλιζαν οι τελευταίοι για δικό τους όφελος.

Το βιβλίο έχει συγκροτηθεί μέσα από τη σύνθεση πλήθους αρχειακών τεκμηρίων που ανασύρθηκαν από την αφάνεια της Υπηρεσίας Στρατιωτικών Αρχείων (ΥΣΑ), αλλά και άλλων αρχείων (ΓΕΣ/ΔΙΣ, ΑΣΚΙ, ΕΛΙΑ, Ιστορικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη, ΓΑΚ), σε συνδυασμό με άλλες, αδημοσίευτες ή δημοσιευμένες, γραπτές πηγές. Σε αυτά τα στοιχεία πρέπει να προστεθούν και οι αναμνήσεις που συγκέντρωσε ο συγγραφέας τα τελευταία τριάντα χρόνια, συζητώντας με δεκάδες ανθρώπους (ιδιώτες και πρώην αξιωματικούς) που έζησαν τα χρόνια της Κατοχής. Με βάση το υλικό αυτό επιχειρείται μια διείσδυση στον σχεδόν άγνωστο σήμερα κόσμο των Ταγμάτων Ασφαλείας και σχηματίζεται μια σαφής εικόνα σχετικά με την «ποιότητα» των στελεχών που τα συγκροτούσαν.

(Από την παρουσίαση του βιβλίου στο οπισθόφυλλο)

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2022

«Ελένη ή ο Κανένας» της Ρέας Γαλανάκη

Συγγραφέας: Ρέα Γαλανάκη
Τίτλος πρωτοτύπου: Ελένη ή ο Κανένας
Είδος έργου: Ιστορικό μυθιστόρημα
Εκδόσεις: Καστανιώτης
Έτος έκδοσης: 2004

Στα νιάτα της η Σπετσιώτισσα Ελένη Μπούκουρα ντύθηκε άντρας για να μπορέσει να σπουδάσει ζωγραφική στην Ιταλία, παντρεύτηκε τον ζωγράφο Σαβέριο Αλταμούρα, γέννησε τα παιδιά της (ανάμεσά τους και τον θαλασσογράφο Ιωάννη Αλταμούρα), επέστρεψε εγκαταλειμμένη από τον άντρα της στην Αθήνα και εργάστηκε ως ζωγράφος. Στα γεράματά της έζησε δυο δεκαετίες μόνη και έγκλειστη στο παραθαλάσσιο σπίτι των Σπετσών, παροπλισμένη πια ζωγράφος και χαροκαμένη μάνα, τριγυρισμένη από ψιθύρους για άσκηση μαγείας και για τρέλα. Δραματική, προκλητική, με πολλές ανατροπές και αντιφάσεις κύλησε η ζωή της πρώτης Ελληνίδας ζωγράφου, για την οποία δεν διαθέτουμε ακόμη όλα τα κλειδιά. Το μυθιστόρημα Ελένη ή ο Κανένας προσπάθησε να προσεγγίσει τον βίο και τον μύθο αυτής της υπαρκτής, της πάντα επίκαιρης Ελένης, με τα δικά του αντικλείδια.

(Από την παρουσίαση του βιβλίου στο οπισθόφυλλο)

«Η Επίκληση της Γοητείας» - του Γιάννη Μαυριτσάκη

Συγγραφέας: Γιάννης Μαυριτσάκης
Τίτλος πρωτοτύπου: Η Επίκληση της Γοητείας
Είδος έργου: Θέατρο
Εκδόσεις: Μωβ σκίουρος
Έτος έκδοσης: 2018

Επειδή πιστεύω ότι πάντα στο τέλος κερδίζει το καλό. Το κακό βέβαια έχει τον τρόπο του να κρύβεται, να εξαφανίζει τα ίχνη του, να ξεγλιστράει. Σε κάνει να πιστεύεις ότι είναι ασύλληπτο, άτρωτο, αυτή είναι η μεγαλύτερη δύναμή του. Έχω δει τόσες φορές το κακό να διαφεύγει που, αν δεν με εμψύχωνε η ιδέα μιας κοσμικής δικαιοσύνης, θα κινδύνευα κι εγώ να πέσω στην παγίδα του και να χάσω την πίστη μου. Θα ήμουν τότε διπλά ένοχος, όχι μόνο γιατί θα είχα λιποτακτήσει, αλλά και γιατί θα είχα βοηθήσει το κακό να εδραιώσει τη φήμη του. Έτσι εκτρέφεται αυτό το θηρίο. Με τρομοκρατημένους λιποτάκτες.

(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Νέα κυκλοφορία - «Πολίτες της Βαβυλωνίας – Οι μεταφραστές και ο λόγος τους» - συλλογικό έργο

Συγγραφέας: συλλογικό έργο
Τίτλος πρωτοτύπου: Πολίτες της Βαβυλωνίας – Οι μεταφραστές και ο λόγος τους
Είδος έργου: Θεωρία της μετάφρασης
Επιμέλεια: Μαρία Παπαδήμα
Εκδόσεις: Νήσος
Έτος έκδοσης: 2021

Σήμερα ο μεταφραστής λογοτεχνίας δεν είναι μια αινιγματική μορφή, αλλά ένας από τους βασικούς συντελεστές του πολιτισμού μας, ο οποίος ευλόγως διεκδικεί τον ρόλο του συν-συγγραφέα. Αν και το επάγγελμά του σπουδάζεται πλέον και ο ίδιος γίνεται αντικείμενο σπουδών, σπάνια του δίνεται η ευκαιρία να μιλήσει για τη δουλεία του σε πρώτο πρόσωπο, να μοιραστεί τις εμπειρίες του και τον αναστοχασμό του. Στο συλλογικό αυτό βιβλίο, καταξιωμένοι μεταφραστές κοινωνούν τους προβληματισμούς τους, ανοίγουν το εργαστήριο τους και την καρδιά τους στους αναγνώστες των μεταφράσεών τους, συνομιλούν με τους ομοίους τους και ανακαλύπτουν τις αρκάνες ενός από τα παλαιότερα επαγγέλματα της ανθρώπινης ιστορίας.

(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)